Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2019

ΜΠΕΛΛΟΥ ΣΩΤΗΡΙΑ

ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΠΕΛΛΟΥ: 1921 – 1997 (Ερμηνεύτρια – Συνθέτης – Στιχουργός – Οργανοπαίκτης) Η Σωτηρία Μπέλλου γεννήθηκε στα Χάλια της Ευβοίας στις 29 Αυγούστου 1921. Κόρη του Κυριάκου και της Ελένης Μπέλλου, είναι η μεγαλύτερη από τα άλλα τέσσερα αδέλφια της και πήρε το όνομα του αγαπημένου της παππού, Σωτήρη Παπασωτηρίου, πατέρα της μητέρας της, που ήταν παπάς στο Σχηματάρι και της είχε πολύ μεγάλη αδυναμία. Ο παπα-Σωτήρης, συχνά έπαιρνε κοντά του στην εκκλησία την εγγονή του, από τότε ακόμα που εκείνη ήταν μικρό κοριτσάκι. Η Σωτηρία άρχισε να επηρεάζεται από τα τροπάρια και έψελνε μόλις «κατάλαβε» τον εαυτό της. Έτσι άρχισε να «ζυμώνεται» με τους εκκλησιαστικούς ήχους και τη βυζαντινή μουσική. Με τα εκκλησιαστικά η μικρή Σωτηρία είχε αποκτήσει ένα μεγάλο πάθος πριν ακόμη τελειώσει το δημοτικό σχολείο. Μπαινόβγαινε στο Ιερό, έψελνε στο αριστερό ψαλτήρι και χτυπούσε την καμπάνα για τον εσπερινό. Όταν έγινε δέκα χρόνων, έφυγε από τον παππού της και πήγε στη Χαλκίδα όπου έμεναν οι γονείς της και τα μικρότερα αδέλφια της. Ο πατέρας της ήταν από τους πλέον εύπορους κατοίκους της πόλης γιατί διατηρούσε το μεγαλύτερο και το καλύτερο κατάστημα τροφίμων στην πολυσύχναστη οδό Αβάντων της Χαλκίδας. Τις εφημερίδες που έπαιρνε ο Κυριάκος Μπέλλος, η μικρή Σωτηρία της «ξεκοκάλιζε» μετά τα μαθήματά της. Μια μέρα είπε στον πατέρα της: «Μπαμπά, θέλω να με πας στον κινηματογράφο να δω την "Προσφυγοπούλα" γιατί πρωταγωνι-στεί η Βέμπο που μου αρέσει πολύ». Έγινε το χατίρι της, είδε τη Βέμπο στο σινεμά και ύστερα άρχισε να τη μιμείται. Πήγαινε κάθε μέρα μπροστά στον καθρέφτη του σπιτιού της κι έκανε σκέρτσα και κινήσεις όπως η Βέμπο στην οθόνη. Παρά τις συστάσεις της μάνας της, η Σωτηρία συνέχιζε το βιολί της ώσπου έφαγε το ξύλο της χρονιάς της. Η Ελένη Μπέλλου, γνήσια Αρβανίτισσα, δεν ήθελε ποτέ να δει τη μεγαλοκόρη της τραγουδίστρια. Η Σωτηρία (αρβανίτικο κεφάλι κι αυτή) εγκατέλειψε λίγο αργότερα το σπίτι της. Έφυγε από τη Χαλκίδα για την Αθήνα, όπου αρχίζουν οι πρώτες μεγάλες δυσκολίες για ένα κορίτσι που ζει πλέον μόνο του στην πρωτεύουσα της χώρας. Ήταν αρχές της ναζιστικής κατοχής. Το αρβανίτικο πείσμα να εγκαταλείψει το σπίτι της, τους γονείς και τ’ αδέλφια της στη Χαλκίδα, την οδήγησε σε μεγάλες περιπέτειες. Δύο χρόνια όμως ενωρίτερα, το 1938, στα 17 της χρόνια, η Σωτηρία άπειρη ακόμα από τη ζωή, γνωρίσθηκε στη Χαλκίδα με έναν άνδρα που την κορτάριζε συνεχώς όταν την έβλεπε στο μαγαζί του πατέρα της, τον Βαγγέλη Τριμούρα. Το επάγγελμά του ήταν ελεγκτής στα λεωφορεία. Οι γονείς της την είχαν προειδοποιήσει να προσέξει αυτή τη γνωριμία της. Εκείνη δεν τους άκουσε και παντρεύτηκε. Έζησε μαζί του έξι μήνες. Εκείνος, όμως, έκανε άστατη ζωή. Γύριζε με άλλες κι όταν γυρνούσε σπίτι, την έδερνε. Άρχισαν οι καβγάδες. Η Σωτηρία δεν σήκωνε από τότε φοβέρες και ζοριλίκια. Κάποια στιγμή πάνω σ' έναν από τους πολλούς καβγάδες τού ‘ριξε βιτριόλι στο πρόσωπο. Συνελήφθη και καταδικάσθηκε σε φυλάκιση τριών χρόνων και έξι μηνών. Έμεινε υπόδικη 3 μήνες στη Χαλκίδα, ενώ ένα μήνα κάθησε στις φυλακές «Αβέρωφ» στην Αθήνα. Στο Εφετείο μειώθηκε η ποινή της στους έξι μήνες. Πλήρωσε και βγήκε από τη φυλακή. Ξαναγύρισε στη Χαλκίδα και με το που έφτασε στο σπίτι της, άρχισε η γκρίνια και το ξύλο. Την έδερναν όλοι. Γονείς κι αδέρφια. Θεωρούσαν ότι τους ντρόπιασε όλους στην οικογένεια. Τη φώναζαν χωρισμένη, βιτριολίστρια, φυλακισμένη. Η ζωή της πραγματικό μαρτύριο. Δεν άντεχε άλλο. Αποφάσησε πως έπρεπε να φύγει από το πατρικό της σπίτι. Ήταν πρωΐ της 28ης Οκτωβρίου 1940, όταν τελικά αποχαιρετούσε τη Χαλκίδα κι έμπαινε στην «πόστα», το τρένο που θα τη μετέφερε στην Αθήνα. Οι σειρήνες ηχούσαν. Ανατριχίλα, γενική αναστάτωση. Πόλεμος. Η Σωτηρία στα ίδια βαγόνια με τους φαντάρους. Όταν κατέβηκε στο σταθμό Λαρίσης, κάποιος της έδωσε μια κουραμάνα. Νέος Γολγοθάς, στην Αθήνα, αρχίζει μες στου πολέμου τη φωτιά για το πλουσιοκόριτσο του Κυριάκου και της Ελένης Μπέλλου από τη Χαλκίδα. Η οικογένεια της Σωτηρίας χάνει τα ίχνη της. Κανείς δεν ήξερε για την τύχη της. - Η ζωή της Μπέλλου από το 1940 έως το 1946, τότε δηλαδή που μπαίνει πλέον επίσημα στον χώρο και τον κόσμο του ρεμπέτικου, είναι μια περιπέτεια, ένα θρίλερ. Οι δραματικές στιγμές που πέρασε στην Αθήνα και έχει περιγράψει η ίδια στο βιβλίο «Σωτηρία Μπέλλου: Πότε ντόρτια, πότε εξάρες», που γράφτηκε για τη ζωή της, θυμίζουν κινηματογραφική ταινία. Έκανε πολλές δουλειές για να επιβιώσει. Δούλεψε σε εστιατόριο λαντζέρα. Νύχτες ολόκληρες έπλενε πιάτα. Πουλούσε λουλούδια, όπως και τσιγάρα με τον ταβλά και παστέλια. Έκανε τον αχθοφόρο σε σταθμούς τρένων και λεωφορείων. Με ένα καρότσι έπαιρνε τα ταγάρια, τα καλάθια και τις βαλίτσες των επαρχιωτών και τα ξεφόρτωνε στην Ομόνοια. Τις νύχτες κοιμόταν μέσα στα βαγόνια. Με τα χαρτζιλίκια που μάζευε από όλες αυτές τις δουλειές, αγόρασε παπούτσια και κουβέρτες, νοίκιασε μια κάμαρα σ’ ένα σπίτι στο Περιστέρι, κι αγόρασε μια κιθάρα, που ήταν το μεγάλο της όνειρο. Στερήθηκε πολλά αγαθά τόσα χρόνια, αλλά με το αρβανίτικο πείσμα που τη διέκρινε και τη σιδερένια θέληση που είχε πέτυχε τον στόχο της. Να γίνει τραγουδίστρια. Η αρχή γίνεται μέσ’ την Κατοχή όταν αρχίζει να γυρίζει από ταβέρνα σε ταβέρνα με την κιθάρα της. Παίζει και τραγουδά βγάζοντας πιάτο στους θαμώνες, το γνωστό «σφουγγάρι». Την ίδια εποχή κι άλλοι του κατοπινού συναφιού της κάνουν το ίδιο (π.χ. οι Μπαγιαντέρας, ο Μάρκος Βαμβακά-ρης, κ.α). Στην Κατοχή, όμως, η Μπέλλου δεν πάλεψε μονάχα για να ζήσει, να βρει το δρόμο της στην Αθήνα. Πάλεψε και κατά των Γερμανών κατακτητών και των ντόπιων συνεργατών τους. Οργανώθηκε στις γραμμές του ΕΑΜ. Κινδύνευσε πολλές φορές. Οι Γερμανοί την έπιασαν, τη βασάνισαν και την έκλεισαν φυλακή. Στα αιματηρά γεγονότα των Δεκεμβιανών, το 1944, τραυματίζεται. Στον εμφύλιο συνελήφθη και πάλι από τους «ισχυρούς» κρατούντες και ξανακλείσθηκε φυλακή. Κρατήθηκε μαζί με άλλους ομοϊδεάτες της σε ένα υπόγειο καμπαρέ της οδού Βουκουρεστίου, το «Κιτ-Κατ». Όταν αφέθηκε ελεύθερη, πήγε κι έπιασε δουλειά στου «Τζίμη του Χοντρού» με τον Τσιτσάνη. Είχε όμως μια άσχημη περιπέτεια. Ένα βράδυ που τραγουδούσε, μπήκε στο μαγαζί μια παρέα από Χίτες. Της κρατούσαν γινάτι από τα Δεκεμβριανά το 1944, όπου η Μπέλλου είχε λάβει μέρος στις μάχες σαν αγωνίστρια του ΕΛΑΣ. Ένας από τους Χίτες ανέβηκε στο πάλκο και της ζήτησε να τραγουδήσει «Του αητού ο γιος». Εκείνη αρνήθηκε και τότε μαζεύτηκαν όλοι της παρέας και την τσάκισαν στο ξύλο. Κι όμως η Μπέλλου γι' αυτό το περιστατικό είχε ένα παράπονο, μια πικρία που ανέφερε σ' όλη της τη ζωή. Δεν περίμενε την ώρα που την χτυπούσαν έξι Χίτες μαζί να μη σηκωθούν από τις καρέκλες τους δύο άνδρες να αντισταθούν σ' αυτή την πρόκληση. Οι τρομοκράτες που έκαναν άνω-κάτω το μαγαζί φώναζαν στην Σωτηρία: «Πες του αητού το γιο, γιατί θα σε καθαρίσω Βουλγάρα». Μετά, λοιπόν, από επτά ολόκληρα χρόνια από τη φυγή της από την Χαλκίδα, το 1947, η Σωτηρία εντοπίζεται να τραγουδά πλάϊ στον Βασίλη Τσιτσάνη στο κέντρο «Τζίμης ο Χοντρός» στην Αχαρνών, όπως προαναφέρθηκε. Το Δεκέμβρη του 1948 η Μπέλλου, χολωμένη έντονα με τη στάση των συναδέλφων της, για την μη συμμετοχή τους στο επεισόδιο που είχε με τους Χίτες (από αδιαφορία ή φόβο, άσχετα), φεύγει από τον «Τζίμη τον Χοντρό» και πηγαίνει σ’ ένα άλλο μαγαζί, όπου και εργάσθηκε μαζί με τον Μάρκο Βαμβακάρη. Ήταν το κέντρο «Παναγάκη» στην οδό Παρασίου. Ας γυρίσουμε όμως λίγο πιο μπροστά, για να δούμε πως γνωρίστηκε με τον μεγάλο Βασίλη Τσιτσάνη, που τότε μεσουρανούσε και καθόρησε ουσιαστικά τη μουσική της πορεία στη συνέχεια. Ένα βράδυ του Μάη του 1945 κατέβαινε την Ιπποκράτους. Είχε πάει να συναντήσει κάποιες κοπέλες, που ήταν συγγενείς της, στην οδό Διγενή Ακρίτα. Κοντά στην πλατεία Εξαρχείων, είδε μια ταβέρνα και μπήκε μέσα. Κάθησε σ' ένα τραπέζι στην αυλή και παρήγγειλε κάτι να φάει. Ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού, Κρητικός την καταγωγή, και μερικοί θαμώνες κοίταζαν επίμονα τη Σωτηρία. Τόσο όμορφη κοπέλα, ίδια κούκλα, μόνη της τέτοια ώρα; Εκείνη απτόητη. Καθώς περίμενε την παραγγελία, το μάτι της έπεσε πάνω σε μια κιθάρα. Ρώτησε ευγενικά τον ταβε-ρνιάρη αν μπορεί να παίξει, πήρε θετική απάντηση και άρχισε να παίζει και να τραγουδά ένα παλιό τραγούδι της Σοφίας Βέμπο «Τι έχεις κι όλο κλαις και δεν μου το λες». Δεν σταμάτησε όμως στο ένα τραγούδι. Είπε και δεύτερο: «Αντιλαλούνε οι φυλακές τ' Ανάπλι κι ο Γεντί Κουλές». Στην απέναντι γωνιά, άκουγε με πολλή προσοχή την κοπέλα με την κιθάρα, ένας 45άρης καλοντυμένος, με ψαρά μαλλιά, χωρίς να πει κουβέντα. Το επόμενο βράδυ η Μπέλλου ξαναπήγε στο μαγαζί, έπαιξε και τραγούδησε. Στην ταβέρνα, παρ' ότι ήταν λαϊκή, πήγαιναν πολλοί κοσμικοί. Ανάμεσά τους και ο θεατρικός συγγραφέας Κίμων Καπετανάκης, ο οποίος δύο βράδια αργότερα, πήγε με τον Βασίλη Τσιτσάνη εκεί. Στο φουλ της επιτυχίας του ο βάρδος του ρεμπέτικου (με προπολεμική παρουσία στο λαϊκό καλλιτεχνικό στερέωμα), ενθουσιάστηκε από τη φωνή της Μπέλλου, αλλά και από τη δεξιοτεχνία της στην κιθάρα. Τα είπαν οι δυο τους και συμφώνη-σαν να μπουν στο στούντιο. Στις 5/12/1947 γραμμοφωνεί τον πρώτο της δίσκο στην HIS MASTER’S VOICE. Τα τραγούδια του δίσκου είναι το «ΟΤΑΝ ΠΙΝΕΙΣ ΣΤΗΝ ΤΑΒΕΡΝΑ» και το «ΚΑΛΕ ΜΟΥ ΤΟ ΠΑΙΔΙ (ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΕΙΧΕΣ ΦΙΛΟ)». Και τα δυο δημιουργίες του Βασίλη Τσιτσάνη. Οι στίχοι του δεύτερου τραγουδιού ανήκουν στον άνθρωπο που την ανακάλυψε, στον Κίμωνα Καπετανάκη. Και τα δύο έγιναν τεράστιες επιτυχίες και παρέμειναν έκτοτε διαχρονικά! Η Σωτηρία δεν μπορούσε να πιστέψει ότι της δόθηκε μια τέτοια μεγάλη ευκαιρία. Ήταν η ευκαιρία της ζωής της, που την οδήγησε στη μεγάλη λεωφόρο του ρεμπέτικου και στη συνέχειά του, που ήταν το αυθεντικό λαϊκό τραγούδι με κοινωνικό χαρακτήρα. Στα χρόνια της πολυτάραχης ιστορίας της στο ελληνικό τραγούδι, η Μπέλλου έκανε πολύ μεγάλες επιτυχίες με τραγούδια των πιο γνωστών λαϊκών συνθετών: «Συννεφιασμένη Κυριακή», «Καβουράκια», «Κάνε λιγάκι υπομονή» του Βασίλη Τσιτσάνη. «Γύρνα στη ζωή την πρώτη (Πατριώτη – πατριώτη)», «Κάνε κουράγιο καρδιά μου», «Άνοιξε, άνοιξε» του Γιάννη Παπαϊωάννου. «Ο ναύτης», «Το σβηστό φανάρι» του Γιώργου Μητσάκη. «Είπα να σβήσω τα παλιά» του Απόστολου Καλδάρα, κ.α. πολλά. Πολλοί συνθέτες, συνηθίζονταν τότε, στον τραγουδιστή ή στην τραγουδίστρια που τους έκανε επιτυχίες, να του χαρίζανε και ένα τραγούδι. Η ίδια η Σωτηρία Μπέλλου, μεταξύ άλλων, είπε (και είναι προς τιμή της) ότι «αυτά τα τραγούδια μου τα χάρισε ο Βασίλης Τσιτσάνης». - Από το 1941 ως το 1976 τραγούδησε αδιάκοπα όλους σχεδόν τους λαϊκούς συνθέτες, ενώ από τότε μέχρι πριν από πέντε χρόνια τάραξε πάλι τα νερά, με πρωτοποριακές συνεργασίες που έκανε με έντεχνους και γενικά σύγχρονους συνθέτες: Μούτσης («Το φράγμα»), Σαββόπουλος («Το βαρύ ζεϊμπέκικο»), Ανδριόπουλος («Λαϊκά προάστια»), Κουνάδης («Δεν περισσεύει υπομονή»), Λάγιος («Ο Αη-Λαός») κ.ά. Παράλληλα, προχώρησε και σε επανεκτελέσεις παλιών λαϊκών και ρεμπέτικων τραγουδιών, από τα οποία την αγάπησε η νέα γενιά και τη στήριξε στις αδιάκοπες εμφανίσεις της στα λαϊκά κέντρα, στις μπουάτ της Πλάκας καθώς και σε μεγάλες συναυλιακές και άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις. Στο λαϊκό πάλκο, σε όλη της την πορεία στο τραγούδι, είχε πολύ έντονη παρουσία στα πιο διάσημα μαγαζιά της περιοχής Αθηνών: «Νήσος Ύδρα» του Αλάογλου στο Περιστέρι, «Ροσινιόλ» στα Σεπόλια, «Τζίμης ο Χοντρός» (Αχαρνών), «Τριάνα» και «Λουζιτάνια» (λεωφόρος Συγγρού), «Φαληρικόν» (Τζιτζιφιές), «Καλαματιανός» (Τζιτζιφιές), «Μάριος» (Ίωνος). Ξεχωριστή ιστορία έγραψε μαζί με τους Τσιτσάνη και Παπαϊωάννου, στην Καισαριανή, στο «Σκοπευτήριο» και στο «Χάραμα», για 10 χρόνια, ενώ με τους δύο τελευταίους εμφανίστηκε για μεγάλα διαστήματα στο «Όνειρο» και στο «Πρόσωπο» της Εθνικής οδού. Σημαντική παρουσία είχε στη δεκαετία του 1980, στον «Δία» της πλατείας Αττικής. Έδωσε δεκάδες συναυλίες σε πολιτιστικές εκδηλώσεις. Σχετικά με την δισκογραφία της Σωτηρίας Μπέλλου, η έρευνά μου κατέγραψε 373 ηχογραφήσεις, σε πρώτη εκτέλεση, χωρίς τις επανεκτελέσεις. Η Μπέλλου υπήρξε ειλικρινής και γνήσια σαν καλλιτέχνις και σαν άνθρωπος. Βοήθησε όσο μπορούσε πολλούς νέους συναδέλφους της να σταθούν στο τραγούδι. Για παράδειγμα, αυτή ανακάλυψε και κατέβασε στην Αθήνα από τη Θεσσαλονίκη τον Μανώλη Μητσιά, τον οποίον προώθησε στη συνέχεια στο χώρο του λαϊκού τραγουδιού. Αγαπήθηκε από τον κόσμο του λαϊκού τραγουδιού και όχι μόνο. Προσωπικότητες του διεθνούς τζετ σετ, αλλά και Έλληνες πνευματικοί άνθρωποι θαύμασαν, λάτρεψαν και αποθέωσαν την Μπέλλου στα λαϊκά κέντρα όπου εμφανίσθηκε τα τελευταία χρόνια κυρίως. Ο Γιάννης Τσαρούχης την αγαπούσε ιδιαίτερα κι όταν την άκουγε να τραγουδά, δάκρυζε από συγκίνηση. Μερικές αδυναμίες (και πάθη) που ποτέ της δεν έκρυψε, την έφεραν σε δύσκολη θέση. Δεν έκρυψε ποτέ της ότι πέθαινε για τον τζόγο. Είχε χάσει περιουσίες ολόκληρες, όπως ομολογούσε η ίδια. Λίγοι άνθρωποι όμως στην τελευταία περιπέτεια της ζωής της με τον καρκίνο της συμπαραστάθηκαν. Ο Θανάσης και η Αθηνά Σταυράκη, που είχαν συνεργασθεί μαζί της στο κέντρο «Δίας», ο Μάνος Τρανταλίδης, ο Δημήτρης Ζούμπος, από τα 9/8, κάποιοι δημοσιογράφοι (μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού) και μερικοί ανώνυμοι θαυμαστές της. Όλοι πάντως αναγνώριζαν, πέρα από την αναμφισβήτητη καλλιτεχνική της αξία, τον ντόμπρο χαρακτήρα της. Η Σωτηρία Μπέλλου είχε εκρηκτική προσωπικότητα, μοναδικό ταλέντο στο τραγούδι και ασυμβίβαστο χαρακτήρα. Στη ζωή της, την προσωπική και την καλλιτεχνική, παρεξηγήθηκε, διώχθηκε, πικράθηκε, εγκαταλείφθηκε, δεν συμβιβάστηκε, μεγαλούργησε, δοξάστηκε, αλλά και πόνεσε. Πόνεσε πολύ! Είναι η ζωή ενός μύθου που είχε την τύχη όλων των μεγάλων: να φύγει απ’ τη ζωή αυτή χωρίς τη δικαίωση που της οφείλαμε. Υπερασπίστηκε τις (ό,ποιες) επιλογές της μέχρις εσχάτων, εκτός ορίων και μέτρων, γιατί απεχθανότανε τη μετριότητα. Μέσα σε όλες τις εκρηκτικές αντιφάσεις που συνθέτουν το φαινόμενο Μπέλλου, υπάρχει εκείνο που δεν αμφισβητήθηκε ποτέ και από κανέναν: Η μοναδικότητα της φωνής της και η απαράμιλλη ερμηνευτική της κατάθεση την κατατάσσουν στον κατάλογο εκείνον που μόχθησαν, θυσίασαν, πρόσφεραν στην εξέλιξη της ιστορίας του ελληνικού τραγουδιού και θα δεσπόζουν στη μνήμη του λαού και του τόπου μας. Τα τεκμήρια και οι παρακαταθήκες της, εσαεί, στις παρούσες και μελλοντικές γενιές των Ελλήνων είναι τα τραγούδια που ερμήνευσε με αριστουργηματικό και ανεπανάληπτο τρόπο. Αθεράπευτα χτυπημένη από τον καρκίνο στο λαιμό, έχασε τη λαλιά της και πέθανε στην Αθήνα στις 27 Αυγούστου 1997, δύο μέρες πριν από τα γενέθλιά της (στις 29 Αυγούστου θα συμπλήρωνε τα 76 της χρόνια). ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Απόσπασμα από το βιβλίο μου "ΟΛΟΙ ΟΙ ΡΕΜΠΕΤΕΣ ΤΟΥ ΝΤΟΥΝΙΑ", Τόμος 5

ΠΗΓΗ: ΣΑΚΗΣ ΠΑΠΙΣΤΑΣ