Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2010

ΣΠΥΡΟΣ ΚΑΛΦΟΠΟΥΛΟΣ--βιογραφία (του Παν. Κουνάδη)

Σπύρος Καλφόπουλος
Πειραιάς 27 Ιανουαρίου 1923
Συνθέτης, στιχουργός, οργανοπαίκτης, τραγουδιστής

Ο Σπύρος Καλφόπουλος ανήκει στην τελευταία γεννιά των "Βενιαμίν" του ρεμπέτικου. Μαζί με τον Γιώργο Μητσάκη, τον Απόστολο Καλδάρα, τον Μπάμπη Μπακάλη, τον Γιώργο Λαύκα, τον Σταύρο Τζουανάκο, τον Γιάννη Τατασσόπουλο, τον Απόστολο Χαρμαντά, τον Θεόδωρο Δερβενιώτη, τον Κώστα Καπλάνη, τον Γεράσιμο Κλουβάτο, τον Γιώργο Ζαμπέτα, τον Πάνο Πετσά κ.ά, συνεχίζουν την παράδοση του ρεμπέτικου, εμφανιζόμενοι, στο πάλκο και στη δισκογραφία, στη σκληρότερη περίοδο της νεώτερης ιστορίας του λαού μας, αυτήν του εμφυλίου πολέμου. Μέσα σ' ένα κλίμα διχασμού και
αλληλοεξόντωσης προσπαθούν να απαλύνουν τον πόνο των Ελλήνων με τα τραγούδια τους, που είναι υποχρεωμένοι να γράφουν μέσα στις αυστηρότερες συνθήκες λογοκρισίας, κατ' εφαρμογήν του νόμου "Περί τύπου" της περιόδου της γερμανικής κατοχής. Η οικογένεια του Σπύρου Καλφόπουλου, αν και θεωρείται και απ' τα δύο μέρη μικρασιατική, πρέπει να σημειώσουμε ότι ο κλάδος του πατέρα του έλκει την καταγωγή απο την Αμαλιάδα του νομού Ηλείας. Ο πριν απο τέσσερις γεννεές, παππούς του, με ενδιάμεσο σταθμό την Κορυτσά, εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη και ασχολήθηκε με το εμπόριο, δημιουργώντας σημαντική περιουσία, που μετεβιβάσθη απο γεννεά σε γεννεά στον πατέρα του Σπύρου, Ευτύχιο. Ο Ευτύχιος Καλφόπουλος (1896-1935) παρακολούθησε παράλληλα και το ελληνικό και το τουρκικό σχολείο στην πόλη, με σκοπό να συνεχίσει ανώτερες σπουδές στην Νομική σχολή. Όμως το 1916-17, καλείται απο το τουρκικό κράτος να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία ως αξιωματικός -ανθυπολοχαγός- και μετατίθεται στο Αιδίνι. Εκεί θα γνωρίσει τη μέλλουσα σύζυγό του Μαρία Νικολαίδου. Ο γάμος έγινε γρήγορα, το 1917 και κράτησε τέσσερα μερόνυχτα. Μετά απο δύο αποτυχημένες γέννες, μένει έγκυος στον Σπύρο, στις αρχές του 1922. Εν τω μεταξύ,  μετά την αποβίβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη, τον Μάιο του 1919, ο Ευτύχιος λιποτακτεί απο τον τουρκικό στρατό και μετον ίδιο βαθμό του ανθυπολοχαγού εντάσσεται στον ελληνικό στρατό, όπου αναλαμβάνει-όπως ήταν φυσικό- και τον ρόλο του διερμηνέα και μεταφραστή τουρκικών εγγράφων. Συμμετείχε σ' όλες τις μάχες της εκστρατείας της Μικράς Ασίας και μετά την κατάρευση του μετώπου και με την γυναίκα του - με τον μικρό Σπύρο, στην κοιλιά- αποβιβάζονται στον Πειραιά, τον Σεπτέμβριο του 1922. Εγκαθίστανται, μετά απο  λίγες μέρες παραμονής στο λιμάνι, στο σπίτι ενός Πειραιώτη κουρέα στον Άγιο Νικόλαο, που προσέλαβε ως βοηθό του τον Ευτύχιο, ο οποίος είχε και γνώσεις της τέχνης του κουρέα. Έμειναν στον Πειραιά μέχρι το 1924 και απο 'κει μετακόμισαν οριστικά στο σπίτι τους στη Νέα Ιωνία, όπου επέλεξε να ασκήσει το επάγγελμα του κουρέα. Ο Σπύρος γεννήθηκε τον Ιανουάριο του 1923 και το 1926 γεννήθηκε η αδελφή του Χρυσούλα, που έμελλε να είναι και τα μόνα μέλη της μεγάλης αυτής οικογένειας, που ασχολήθηκαν με τη μουσική και το τραγούδι. Ο Σπύρος με την αδελφή του πήγαν στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο της Νέας Ιωνίας και η οικογένεια ορθοπόδησε, παρά τις γενικότερες δυσκολίες των μεσοπολεμικών χρόνων. Όμως ο αιφνίδιος θάνατος του πατέρα τους το 1935, ανάγκασε τον νεαρό Σπύρο να δουλέψει όπου μπορούσε για να στηρίξει την οικογένεια. Μεταξύ 1936 και 1939 εργάστηκε στο γνωστό εργοστάσιο "Θερμίς" που έφτιαχνε σώματα καλοριφέρ. Όμως η δουλειά ήταν βαριά και αρρώστησε. Το 1939 'επισε δουλειά στην εριοβιομηχανία "Στερλίνα" , την κατοπινή εταιρεία κασμιρίων 3Α, των Μικρασιατών: Καλφόγλου, Εσόγλου, Στύλογλου και Ευφραίμογλου. Το εργοστάσιο ήταν κοντά στο σπίτι του και αυτό τον διευκόλυνε πολύ. Όλα αυτά τα χρόνια δεν είχε καμμία επαφή με τη μουσική, πέραν του ν' ακούει τραγούδια απο τα γραμμόφωνα ή να παρακολουθεί παλαιούς Μικρασιάτες μουσικούς, που έπαιζαν βιολιά, σαντούρια, ούτια, κ.λ.π. στα διάφορα παραγκάκια- ουζερί, που υπήρχαν τα χρόνια εκείνα στη Νέα Ιωνία. Η πρώτη επαφή με γνωστά πρόσωπα απο τον χώρο του ρεμπέτικου πραγματοποιείται το 1939 όταν φίλοι του πατέρα του κάλεσαν τον, επίσης φίλο τους Στέλιο Κερομύτη σε οικογενειακή γιορτή για να παίξει με άλλους μουσικούς. Ο νεαρός Σπύρος ενθουσιάστηκε απο τους ήχους του μποζουκιού και παρ' όλο που υπήρχαν οικονομικές δυσχέρειες για την αγορά ενός τέτοιου οργάνου, άρχισε να το σκέφτεται σοβαρά. Έτσι με έναν συνομίληκό του πήραν ένα κουμπαρά και άρχισαν να βάζουν μέσα τις οικονομίες τους. Στην οριστική του απόφαση να ασχοληθεί με το τραγούδι και να μάθει μπουζούκι, τον επηρέασε και ένας εκλεκτός γείτονάς του, μουσικός απο το Μπαιντήρι της Μικράς Ασίας, ο Κοσμάς Κοσμαδόπουλος, που έπαιζε μπουζούκι, ενώ ήταν και βυζαντινός ψάλτης. Αυτόν θεωρεί μέχρι σήμερα και ουσιαστικό δάσκαλό του, αν και ελάχιστα τον απασχόλησε για να του μάθει τα του οργάνου. Ο Κοσμάς Κοσμαδόπουλος είχε ήδη περάσει μεταξύ 1937 και 1940 τραγούδια του στη δισκογραφία με τους γνωστούς τραγουδιστές του ρεμπέτικου. Όταν οι δύο νεαροί φίλοι συγκέντρωσαν 135 δραχμές, αγόρασαν με χρέος 15 δραχμών ένα τζουρά, σε ευκαιρία, και άρχισαν να μαθαίνουν μόνοι τους. Όμως ο φίλος του Σπύρου δεν τα κατάφερε κι έτσι ο τζουράς κατακυρώθηκε στον ίδιο. Η κύρηξη του πολέμου, βρήκε τον Σπύρο να ασχολείται με το όργανο, ενώ παράλληλα γνωρίζεται με δύο κιθαρίστες , ένας των οποίων ήταν ο γνωστός μουσικός και τραγουδιστής Χρήστος Λουρετζής, συνεργάτης του Γιάννη Παπαιωάννου. Ο άλλος ονομαζόταν Γιώργος Κεχαγιάς κι έπαιζε χαβάγιες. Στη γνωστή   " η ταβέρνα του Γρηγόρη" , στη Νέα Ιωνία, το τρίο αυτό άρχιζε να παίζει τα χρόνια της κατοχής, για ένα πιάτο φαγητό, κάτι πολύ σημαντικό για την σκληρή εκείνη εποχή. Παράλληλα ο Σπύρος εντάσσεται στις αντιστασιακές οργανώσεις και συμμετέχει, γράφοντας συνθήματα στους δρόμους και στους τοίχους της γειτονιάς του, τα πρώτα χρόνια. Παράλληλα με το γνωστό τέχνασμα της ορχήστρας, που έκανε καντάδες, ως προκάλυψη, συμμετείχαν σε πολλές αντιστασιακές πράξεις.Η παρουσία του φιλόμουσου Ιταλού διοικητή στη Νέα Ιωνία , τους έσωσε σε κάποια δύσκολη στιγμή, όταν συνελήφτησαν απο ιταλική περίπολο και τους προσήγαγαν στον διοικητή , που τους αναγνώρισε απο τις ταβέρνες που τους άκουγε να τραγουδούν. Στα χρόνια της κατοχής γνώρισε τον Σπύρο Αναγνώστου, που έπαιζε βιολί και μπουζούκι και για πολλά χρόνια μετά συνεργάστηκαν στο πάλκο και στη δισκογραφία. Έπαιξαν μαζί και αρκετό καιρό και σε ένα εστιατόριο, τύπου καμπαρέ, πίσω απο το Δημαρχείο της Αθήνας, όπου γνώρισαν και άλλους Μικρασιάτες, μουσικούς και τραγουδιστές, όπως τον διάσημο Σμυρνιό Δημήτρη Χριστοδούλου, τον βιολιστή Αρμάο και άλλους. Το ρεπερτόριο της μουσικής αυτής παρέας του Σπύρου Καλφόπουλου ήταν τα γνωστά προπολεμικά ρεμπέτικα του Μάρκου Βαμβακάρη, του Βασίλη Τσιτσάνη, του Γιάννη Παπαιωάννου και των γνωστών Μικρασιατών συνθετών της πρώτης γενιάς, όπως του Τούντα, του Σκαρβέλη, του Ογδοντάκη, του Σέμση, κά. Μετά το τέλος του πολέμου, μέσω του Χρήστου Λουρετζή , ο οποίος είχε ηχογραφήσει προπολεμικά μερικά τραγούδια με τον Γιάννη Παπαιωάννου, γνωρίζεται με τον πολυπράγμονα στιχουργό Χαράλαμπο Βασιλειάδη, ο οποίος έμενε στον διπλανό Δήμο της Ν.Φιλαδέλφειας. Αυτός τον έφερε σ' επαφή με την ODEON-POLYPHONE και δεν άργησε η πρώτη γνωριμία -και ταυτόχρονα ακρόαση- με τον Μίνωα Μάτσα και τον Σπύρο Περιστέρη. Η θετική κρίση για τον Σπύρο Καλφόπουλο, είχε ως αποτέλεσμα να ηχογραφήσει με την PARLOPHONE τα τρία πρώτα του τραγούδια το  " δυο μάτια μάτια μου", το  "Γιλδίζ", (πανσέληνος στο Βόσπορο) και το "Ξημέρωσε-ξημέρωσε" Σε όλα συμμετέχει και η αδελφή του Σούλα (Χρυσούλα). Η παρουσία της Σούλας στους θαλάμους ηχογραφήσεως και το ταίριασμα της φωνής της με αυτήν του Μάρκου Βαμβακάρη, συνέβαλε στο να πει μια σειρά τραγούδια με τον "μεγάλο αρχηγό" της παρέας του ρεμπέτικου. Ο Σπύρος όμως, λόγω και της δεξιοτεχνίας που είχε αποκτήσει ως οργανοπαίκτης του μπουζουκιού, άρχισε να συμμετέχει σε πολλές ηχογραφήσεις τραγουδιών συναδέλφων του. Έτσι, στην  ηχογράφηση των σπουδαίων τραγουδιών , "το ομορφόπαιδο", και " Η σατράπισσα-Αραμπάς περνά", γνωρίζεται με τον Βασίλη Τσιτσάνη και παίζει δεύτερο μπουζούκι στις ηχογραφήσεις αυτές της PARLAPHONE. Αλλά η "πατρίς ευγνωμονούσα" , για την αντιστασιακή δράση του Σπύρου Καλφόπουλου, τον ετίμησε συλλαμβάνοντάς τον και εξορίζοντάς τον στον Αη Στράτη, απο τον Μάιο του 1947 μέχρι το τέλος του ίδιου χρόνου. Με την επιστροφή του απ' τον Άη Στράτη, πιάνει δουλειά στο κέντρο "Αηδόνια" του Βλάσση, στην οδό Γλάδστωνος και Γαμβέτα στην Ομόνοια. Εκεί δούλεψε ένα χρόνο, τον χειμώνα στο υπόγειο και το καλοκαίρι στην ταράτσα.Στο σχήμα συμμετείχαν, ο Σπύρος Αναγνώστου, ο Χρήστος Λαβίδας, ο Σπύρος Περιστέρης και ο Μανώλης ο Τούρκος, που έπαιζε πιάνο. Λίγο πριν εξοριστεί είχε γνωρίσει, μέσω του Χαρλαμπου Βασιλειάδη, την νεαρή και άβγαλτη Μαρίκα Νίνου, που κατά την διάρκεια της εξορίας του, συνεργάστηκε κατ' αρχήν με τον Στελλάκη Περπινιάδη και στη συνέχεια με τον Μανώλη Χιώτη, ο οποίος της έδωσε και τα πρώτα της τραγούδια. Την ίδια χρονιά, το 1947, γνωρίζεται και με την Στέλλα Χασκίλ. Ενώ όμως έχει ετοιμάσει τραγούδια μαζί της για να τα ηχογραφήσει με την ODEON-PARLOPHONE, η Στέλλα Χασκίλ μεταπηδά στην COLOUMBIA-HIS MASTE' S VOICE. Aν και μόνιμος συνεργάτης του Μίνωος Μάτσα, ο Σπύρος Καλφόπουλος επέτρεψε να γίνουν αυτά τα τραγούδια με την άλλη εταιρεία. Έτσι κυκλοφόρησαν , η πολύ μεγάλη επιτυχία "Ζηλεύει όποιος αγαπά", το "Ήταν κισμέτ",  το " Ξεμυάλισε τον άντρα μου", το "Σκέπτομαι τον χωρισμό μας", το "Τι σου έφταιξε η κοπέλα" και το " Τι κακό σου έχω κάνει", μερικά μόνο στο όνομα της Στέλλας Χασκίλ. Το 1949 μονιμοποιείται ως τακτικός συνεργάτης της ODEON- PARLAPHONE  και συνεργάζεται επι μακρόν με τον μεγάλο συνθέτη της Σμύρνης Σπύρο Περιστέρη, που πέρα απ΄την συνεργασία του, αναπτύσει και μακράν φιλία, απο την οποία διατηρεί τις καλύτερες αναμνήσεις. Τη χρονιά αυτή το 1949, παίζει και σε τέσσερα οργανικά κομμάτια με τον Αγάπιο Τομπούλη. Με τον Σπύρο Περιστέρη, δούλεψε και στο πάλκο, στο μαγαζί του Μπερέκου, στην οδό Ψαρών 10 το 1949. Μαζί του ήταν ο Μπάμπης Μπακάλης και η γυναίκα του Νίτσα Γρέζη, ο Πρόδρομος Τσαουσάκης και ο Αντώνης Βενιέρης,που έπαιζε ακορντεόν. Το 1950 παίζει με τον Στελλάκη Περπινιάδη στο μαγαζί του, "Τα κουνέλια" στο Χαιδάρι που μόλις είχε ανοίξει ο μεγάλος αυτός και παλαίμαχος τότε τραγουδιστής του ρεμπέτικου. Με τον Μάρκο Βαμβακάρη συνεργάστηκε μόνο στη δισκογραφία, παίζοντας  στα τραγούδια του, τα οποία ερμήνευε η αδελφή του Σούλα. Συχνά μαζί του μπουζούκι έπαιζε και ο αδελφός του Μάρκου, Αργύρης Βαμβακάρης. Χιουμοριστικές και με πολλές περιπέτειες ήταν οι γνωριμίες του με την Σωτηρία Μπέλλου, που έμεναν φίλοι μέχρι τέλος και την Ιωάννα Γεωργακοπούλου, η οποία αν και συνεργαζόταν με την άλλη εταιρεία, του τραγούδησε μερικά τραγούδια το 1952-'53. Με τον Στράτο Παγιουμτζή συνεργάστηκε στο πάλκο το 1951-'52, στο κεντρο "Παλόμα", του Βασίλη Πετρόπουλου  -στη Λ.Δεκελείας- στη Ν.Φιλαδέλφεια- και διατηρεί τις καλύτερες αναμνήσεις απο τον χιουμορίστα και καλόκαρδο Αιβαλιώτη, τραγουδιστή του ρεμπέτικου. Η συνεργασία με τον παλαιό του φίλο Σπύρο Αναγνώστου, μονιμοποιήθηκε και στην δισκογραφία - όπου έπαιζαν μαζί σε όλα σχεδόν τα τραγούδια του- και στο πάλκο, όπου για μια δεκαπενταετία παρέμειναν αχώριστοι. Λόγω δε του ότι ο Καλφόπουλος ήταν αδύνατος και ο Αναγνώστου εύσωμος, έγιναν το ζευγάρι : " οι δυο Σπύροι- Χονδρός και Λιγνός- του ρεμπέτικου. Με τον παλαίμαχο Kώστα Καρίπη, συνεργάστηκαν στη δισκογραφία μέχρι το 1951-'52 οπότε χάθηκαν τα ίχνη του. Με τον Απόστολο Καλδάρα έπαιξαν σε πολλές ηχογραφήσεις τραγουδιών του αλλά και στο πάλκο. Βρέθηκαν μαζί στο κέντρο "Αμπρί" της πλ. Κάνιγγος, όπου έπαιζαν μαζί τους , ο Στέλιος Χρυσίνης, ο Γιάννης Παπαδόπουλος, το Ντούο Άλεξ, κι ένας ακορντεονίστας. Ως Νεοιωνιώτης, γνώριζε απο τα παιδικά του χρόνια, τον νεαρό και άγνωστο τότε Στέλιο Καζαντζίδη και όταν ο τελευταίος άρχισε την τραγουδιστική του πορεία, ο Σπύρος Καλφόπουλος, συνέβαλε στο να μην απομακρυνθεί απο την COLOUMBIA , όταν στο ξεκίνημά του είχε πολλές αντιδράσεις απο διοικητικά στελέχη της εταιρείας. Χαρακτηριστικά θυμάται ο Στέλιος Καλφόπουλος ότι μετά την εμπορική αποτυχία του πρώτου τραγουδιού που είπε ο Στέλιος Καζαντζίδης, (το "για μπάνιο πάω" του Απόστολου Καλδάρα), έγιναν διάφορες προσπάθειες να ξαναδοκιμάσει. Τότε ο Γιάννης Παπαιωάννου ετοίμασε και προβάρισε το γνωστό - σήμερα- (Οι βαλίτσες), για να το τραγουδήσει ο Δημήτρης Ρουμελιώτης. Τότε παρενέβησαν ο Χαράλαμπος Βασιλειάδης, ο Σπύρος Καλφόπουλος και ο Στέλιος Χρυσίνης, οι οποίοι έπεισαν τον καλόκαρδο Δημήτρη Ρουμελιώτη, να το παραχωρήσει στον Στέλιο Καζαντζίδη. Ω του θαύματος. Η τεράστια εμπορική επιτυχία άνοιξε το δρόμο στον μεγάλο τραγουδιστή. Ακολούθησαν : "Το σπίτι έμεινε ορφανό, του Γιάννη Παπαιωάννου και τα τραγούδια " Η κοινωνία" και "Απόψε φίλα με" του Μανώλη Χιώτη, που βρέθηκαν για να μονιμοποιηθεί ο Στέλιος Καζαντζίδης στην COLOUMBIA.
Στη δεκαετία του 1950 ο Σπύρος Καλφόπουλος παρέμεινε στο προσκήνιο παίζοντας στο πάλκο, στη δισκογραφία, σε κινηματογραφικές ταινίες και σε ζωντανές εκπομπές του ραδιοφωνικού σταθμού των Ενόπλων Δυνάμεων, όπου με το συγκρότημά του παρουσίαζε λαικά τραγούδια για τους στρατευμένους Έλληνες και όχι μόνο. Το 1960 ήταν στην ομάδα των μουσικών που πήρε ο Μάνος Χατζηδάκις στο φεστιβάλ των Καννών, όπου κέρδισε το Όσκαρ για τη μουσική του στην ταινία "Τα παιδιά του Πειραιά". Εκεί μαζί με τον Γιάννη Αγγέλου, τον Τόλη Χάρμα, τον Γιώργο Ζαμπέτα, την Άννα Χρυσάφη και άλλους, ξετρέλαναν τους εκπροσώπους του παγκοσμίου κινηματογράφου, με τα οργιαστικά γλέντια και ξενύχτια τους, κατά την διάρκεια του φεστιβάλ. Στη δεκαετία του 1960 και παρά την υποχώρηση του ρεμπέτικου, ο Σπύρος Καλφόπουλος πέρασε στη δισκογραφία των '45 στροφών μια σειρά καινούργιων τραγουδιών του. Πραγματοποίησε επίσης μεγάλες περιοδείες σε Αγγλία, Γαλλία, ΗΠΑ, Αίγυπτο, Νοτιοαφρικανική Ένωση κ.ά. Στη δεκαετία του 1970, με την αναβίωση του ρεμπέτικου, επανέρχεται με τους εκπροσώπους και της παλιάς γεννιάς του ρεμπέτικου που βρίσκονταν στη ζωή ( Μπαγιαντέρας, Γενίτσαρης, Κηρομύτης, Μπέλλου, Χρυσάφη, Τσαουσάκης κά.), παίζουν στις εκδηλώσεις στο "Κυτταρο", στα διάφορα στέκια που δημιουργούνται μετά το 1974 και σε πλήθος εκδηλώσεων σε πολλές πόλεις της Ελλάδος. Τα τελευταία χρόνια πραγματοποιησε επιλεκτικές εμφανίσεις και γεμάτος ζωτικότητα συνέχισε να γράφει τραγούδια.
Έφυγε απ' τη ζωή την 29/3/2006 σε ηλικία 83 ετών.

ΠΗΓΗ
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΥΝΑΔΗΣ





Δεν υπάρχουν σχόλια: