Πέμπτη, 17 Ιουνίου 2010

Συνέντευξη με τον Λάκη Καρνέζη

Συναντηθήκαμε με τον κ. Λάκη Καρνέζη όταν ήρθε από τη Νορβηγία για να συμμετάσχει σε συναυλία-αφιέρωμα στον Άκη Πάνου, τον περασμένο Αύγουστο. Αρπάξαμε την ευκαιρία και του ζητήσαμε να μας διαθέσει λίγο από τον περιορισμένο χρόνο του για μία συνέντευξη. Αυτός, χωρίς δεύτερη κουβέντα, μας κάλεσε σπίτι του. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης επιβεβαιώθηκαν όλες οι «φήμες» που είχαμε ακούσει γι’ αυτόν. Ευγενής, ειλικρινής, ανοιχτόκαρδος, μια σπάνια για τις μέρες μας προσωπικότητα. Και ξεκάθαρος στις κουβέντες του: «Αν τύχει και σου πω "μου είπαν πως...", μην το γράφεις γιατί δεν μπορώ να στο αποδείξω. Ό,τι όμως σου πω πως το είδα και το άκουσα εγώ, γράφτο όπως είναι, κι αν χρειαστείς πες μου να στο υπογράψω».
Πάμε από την αρχή;
Γεννημένος στην Κοκκινιά...

Καταγωγή εκεί, Πειραιώτης;
Όχι-όχι η μητέρα μου είναι Μικρασιάτισσα. Από την Αττάλεια της Μικράς Ασίας ήρθανε τότε το ’22 όπως όλοι οι άλλοι, Ελληνες γονείς όλοι. Βέβαια η μητέρα μου γεννημένη εκεί στην Αττάλεια, όταν ήρθανε το ’22 τότε στην οικογένεια μιλούσαν τούρκικα όταν ήταν όλοι μαζί. Τα ελληνικά τα μάθανε μετά, σιγά-σιγά και η μητέρα μου ποτέ δεν τα ’μαθε σωστά με τη γραμματική τους. Ο πατέρας μου είναι από ένα χωριό πάνω από τα Άγραφα, το Ροποτό, έτσι λέγεται... Όμορφα μέρη εκεί, άγια μέρη σίγουρα, με πηγές κ.λπ. Ο πατέρας μου χώρισε με τη μητέρα μου όταν ήμουνα 5 χρονών. Είμαστε τρία παιδιά, εγώ ο αδερφός μου και η αδερφή μου. Εγώ ήμουν ο μικρότερος. Μέσ’ στην Κατοχή, μέσ’ στον πόλεμο το ’42 -το ’37 γεννήθηκα εγώ- καταλαβαίνεις να έχεις χωρισμένους γονείς. Ό,τι προσπάθεια έγινε για να επιζήσουμε ήτανε από το θείο μου, της μητέρας μου τον αδερφό, που στάθηκε πραγματικά κοντά μας και στη συνέχεια από τον αδερφό μου που άρχισε να εργάζεται λίγο από εδώ, λίγο από εκεί και τη μητέρα μου που πούλαγε κουλούρια καμιά φορά και σηκωνόταν πρωί-πρωί. Αρχικά μέναμε στη Χαλκηδόνα με νοίκι. Μετά το ’42, όταν χώρισε ο πατέρας μου και η μητέρα μου, φύγαμε από τη Χαλκηδόνα. -ποιος να πληρώσει το νοίκι;- και ήρθαμε στου παππού μου, στο προσφυγικό που είναι στην Κοκκινιά, Βοσπόρου και Πέτρου Ράλλη. Ο θείος μου έμενε εκεί, αλλά όταν πήγαμε εμείς πού να χωρέσουμε μέσα σ’ ένα δωμάτιο και μία κουζίνα; Τα προσφυγικά τα ξέρετε πως ήτανε. Οπότε ο θείος μου έφυγε, βρήκε μία κοπέλα παντρεύτηκε μετά και όλα αυτά. Δύσκολα χρόνια, όχι μόνο για τη δική μου την οικογένεια, αλλά για όλες τις οικογένειες, νομίζω τα ξέρετε αυτά τα πράγματα...

Με τη μουσική πώς ασχοληθήκατε;

Με τη μουσική εγώ δεν είχα σχέση. Από το σόι της μητέρας μου και του πατέρα μου μόνο ένας υπήρχε, στο χωριό του πατέρα μου, ή θείος του ή ξάδελφός του που έπαιζε βιολί αλλά ερασιτεχνικά. Δεν είχαμε όμως σχέσεις μαζί του, γιατί αφού χώρισε ο πατέρας μου με τη μητέρα μου το ’42 δεν είχαμε καμία σχέση με τους συγγενείς του πατέρα μου, δηλαδή δεν είχαμε τον άνθρωπο που θα μας έφερνε σε επαφή να γνωρίσουμε και το σόι του πατέρα μου. Κι αν πήγα μια-δυο φορές μικρός, θυμάμαι μας πήρε ο πατέρας μου και πήγαμε στο χωριό γιατί είχε πολύ σόι στα Τρίκαλα και στο Ροποτό. Κι έτσι αυτές τις δυο φορές όλες-όλες κι αν πήγα εκεί πάνω να γνωρίσω τη γιαγιά μου, του πατέρα μου τη μητέρα. Ο πατέρας μου ήταν αστυνομικός. Ήρθε εδώ, πήγε στην Κέρκυρα, σπούδασε στη σχολή εκεί, βγήκε αστυνομικός και γνώριζε το θείο μου της μάνας μου τον αδερφό κι έτσι βρήκε τη μάνα μου και παντρευτήκανε. Μέχρι που χωρίσανε ήταν ακόμη στην αστυνομία. Ήτανε βέβαια και δεξιός φανατικός, γιατί εγώ λέω πολλές φορές ότι στα κόμματα υπάρχουνε τρία είδη ανθρώπων. Υπάρχει ο ιδεολόγος, αυτός που δουλεύει και ζει από κει και ο τρίτος που είναι από αίμα είτε δεξιός είτε αριστερός. Ο πατέρας μου ήταν από αίμα δεξιός, του σκοτώσανε τον αδερφό του τότε στα βουνά οι αντάρτες, αλλά εγώ σαν μικρό παιδάκι, αφού μεγάλωσα με τη μάνα μου, με τους πρόσφυγες δηλαδή, δεν είχα πολλά-πολλά με τον πατέρα μου, παρόλο που έμενε στην Κοκκινιά κοντά μας. Κάποια στιγμή όμως, πρέπει να ’τανε το 1947, ακούγαμε τη μάνα μου που έλεγε ότι έφυγε από το σώμα ο πατέρας μου και πήγε νυχτοφύλακας στη ΣΕΚ. Η ΣΕΚ ήτανε σιδηρόδρομοι Ελληνικού κράτους κάτω στη Λεύκα στον Πειραιά και από εκεί ο πατέρας μου πήρε σύνταξη και πήγαινα εκεί και τον έβλεπα και εγώ καμιά φορά...

Η μουσική τώρα. Είχαμε δύο κουρεία πολύ κοντά στο σπίτι μου. Απέναντι ακριβώς από το σπίτι μου ήταν το ένα κουρείο (όπου αργότερα έγινε στιλβωτήριο), το δε άλλο κουρείο του Θόδωρου Αλεξανδρίδη, όπου εκεί εγώ έμαθα τα όργανα, ήτανε λίγο πιο κάτω από το σπίτι μου. Ο Θόδωρος Αλεξανδρίδης ήτανε άνθρωπος ακέραιος, διαμάντι. Εγώ πήγαινα και κουρευόμουνα εκεί, αλλά και τα δύο κουρεία είχανε κιθάρα, γιατί και ο άλλος που ήτανε ακριβώς απέναντι είχε έναν υπάλληλο κουρέα που δούλευε εκεί και έπαιζε κιθάρα. Λοιπόν επήγαινα στην έκτη δημοτικού, κάπου εκεί, ίσως και λίγο πιο πριν. Έχω πάει να κουρευτώ και έξω στο πεζοδρόμιο κάθεται ένας ανάπηρος, ένα ομορφόπαιδο, λεβέντης πρέπει να ’τανε με τα πόδια του, αλλά του ’χανε κόψει τα πόδια και είχε φτιάξει μία τάβλα και είχε βάλει τέσσερα ρουλεμάν από κάτω και με τα χέρια πήγαινε, έσπρωχνε στο δρόμο. Αυτός έπαιζε κιθάρα. Δεν τον ήξερα βέβαια εγώ. Τον βλέπαμε εκεί γιατί κάπου εκεί κοντά έμενε και όπως πάω να κουρευτώ είναι αυτός στο πεζοδρόμιο, έχει πάει να κουρευτεί και αυτός και έχει πάρει την κιθάρα του μπαρμπέρη και παίζει. Μόλις άκουσα τον ήχο της κιθάρας εκεί… από εκεί αρχίζει η ιστορία μου με τη μουσική, από αυτό τον άνθρωπο.

Κάποια φορά πάω πάλι να κουρευτώ κι ήτανε ένας άλλος πελάτης. Δεν έπαιζε φαίνεται κιθάρα, αλλά την είχε πιάσει να τη σκαλίζει λίγο. «Δεν έχεις πένα; Πάρε πένα» του λέω εγώ, γιατί είχα φτιάξει μία κιθάρα μόνος μου, μικρούλα βέβαια. Παίζεις κιθάρα μου λέει; Πάρε την κιθάρα και παίξε. «Όχι» του λέω «λίγα πράγματα»... Έπαιξα, δύο-τρία κομματάκια αν είχα μάθει τότε. Κάποια στιγμή φεύγει ο παραγιός του κουρέα και μου λέει ο κουρέας: «Λάκη θα φύγει ο παραγιός. Θέλεις να έρθεις να δουλέψεις εδώ;». Εγώ θα είχα κιθάρα τώρα εκεί σε καθημερινή βάση... Δεν έμαθα να κουρεύω. Κάθισα τρία χρόνια στο κουρείο και έμαθα την κιθάρα και το μπουζούκι εκεί (γέλια). Αλλά ο κουρέας με είχε σαν παιδί του. Καθόμουνα με την κιθάρα να σκαλίζω, γιατί μετά τις εννιά η ώρα το πρωί -οκτώ ανοίγαμε- ετσάκωνα την κιθάρα και όλη μέρα εκεί ερχόντουσαν και άλλα παιδιά. Βλέπανε εμένα που ήμουν με το όργανο εκεί και ήρθανε κι άλλα πολλά παιδιά που παίζανε κιθάρα. Εκεί ερχότανε και το τρίο Μπελγκάντο και κουρευόντουσαν και καταλαβαίνεις τι γινότανε. Ο Τσοπανάκης, ο Βαγγέλης ο Μεταξάς και ο Γιάννης ο Παπαμακαρίου (κάπως έτσι λεγότανε). Μετά πήγε μαζί τους ο Λάκης ο Ματθαίου, ο οποίος έπαιζε και μπουζούκι και αυτός έπαιξε σπουδαίο ρόλο με μένα. Ο Λάκης εκείνη την περίοδο ήτανε ο καλύτερος κιθαρίστας στην περιοχή. Έμενε στον Κορυδαλλό. Ενας πελάτης που με είχε δει να παίζω στο κουρείο έφερε και το Λάκη - μια μέρα χειμώνας. Είχαμε το μαγκάλι δίπλα, κάθεται ο ανιψιός του κουρέα -Βαγγέλη τον λένε, δε θυμάμαι το επίθετό του- έπαιζε και αυτός κιθάρα κι εγώ εδώ κι έρχεται ο πελάτης μαζί με το Λάκη το Ματθαίου. Μπαίνει μέσα. Μόλις μπήκε -εγώ τον ήξερα, αυτός δεν με ήξερε- σταματήσαμε αμέσως και οι δύο...
- Γιατί σταμάτησες; μου λέει. Παίξε μας.
- Τι να παίξω; του λέω. Να μας παίξεις εσύ.
- Όχι, παίξε, παίξε να σ’ ακούσω, λέει.
Εγώ τότε είχα μάθει την «Αννιώ» που νομίζω ότι τραγουδούσε ο Πολυμέρης (...όταν σιγοκατεβαίνεις το βραδάκι απ’ το βουνό όλους μας ξετρελαίνεις όμορφη Αννιώ. Ωωωω όμορφη Αννιώ, ωωωω πόσο σ’ αγαπώ...) και αυτό είχε ένα ταξίμι με την κιθάρα. Επειδή μ’ άρεσε το ταξιμάκι το είχα βρει και το ’χαμε μάθει με τον ανηψιό του κουρέα, το Βαγγέλη και το παίζαμε. Επαιξα αυτό. Κάποια στιγμή, ακομπανιάραμε κιόλας ο ένας τον άλλο, μου λέει ο Λάκης ο Ματθαίου:
- Εκεί να βάλεις ντιμινουίτα, μου λέει.
Εγώ ούτε ήξερα τη λέξη ντιμινουίτα ακόμα, δεν την είχα μάθει. Ξέραμε Ντο μινόρε, Σολ μινόρε, Λα σέτιμο, Λα ματζόρε… ξέρεις τα σχετικά, λίγο να πούμε. Δεν ήμουνα προχωρημένος ακόμη.
- Τι είναι ντιμινουίτα, τι είναι αυτό; του λέω.
Μου λέει:
- Να, θα βάλεις έτσι τα δάκτυλα εκεί.
Ε αυτό ήτανε, δε χρειαζόταν να μου το πει δεύτερη φορά, δηλαδή τη μάθαμε και τη ντιμινουίτα. Από κείνη τη μέρα ο Λάκης ο Ματθαίου ερχότανε κάθε μέρα στο κουρείο. Κάθε μέρα και πλακωνόμασταν οι δυο μας. Αλλά αυτός ήτανε προχωρημένος...
Μεγαλύτερης ηλικίας ήτανε;
Ναι, μεγαλύτερης ηλικίας και πολύ καλό παιδί και ψηλός. Τον λέγανε «Φασαρία». Του ’χανε κολλήσει ένα παρατσούκλι «ο Φασαρίας», για ποιο λόγο τώρα δεν ξέρω. Ισως λόγω κιθάρας, έπαιζε στο σπίτι και κάναν φασαρία ποιος ξέρει (γέλια) …και τον ξέραν έτσι: ο Φασαρίας. Κι έτσι με το Λάκη έμαθα πολλά πράγματα από αυτόν.

Αυτά σε ποια ηλικία;
Πρέπει να ήταν ’49-’50 κάπου εκεί πρέπει να ήτανε, δηλαδή 12-13 χρονών. Αλλά ήμουνα πάντα μικροκαμωμένος κι αδύνατος κι έτσι έδειχνα τουλάχιστον τρία χρόνια κάτω από την ηλικία μου, έδειχνα πιο μικρός. Δεν ήμουνα έτσι ούτε μπρατσάς ούτε τίποτα. Πραγματικά ήταν μία ωραία περίοδος με το Λάκη διότι παίζαμε κάθε μέρα.

Τι τραγούδια παίζατε;
Κιθαριστικά τραγούδια τότε, Πολυμέρη, Μαρούδα, Σουγιούλ, ωραιότατα τραγούδια. Πηγαίναμε και σε κανένα πάρτυ. Με ’παιρνε ο Λάκης γιατί πήγαινε σε πάρτυ, όχι με λεφτά και τέτοια, για την πλάκα μας. Κι έτσι η παρέα μου ήτανε σε καθημερινή βάση με το Λάκη. Αυτό έπαιξε σπουδαίο ρόλο γιατί ήτανε καλός παίκτης και έτσι πήρα πράγματα απ’ αυτόν. Ο Λάκης ερχόταν το πρωί στο κουρείο, γιατί δε δούλευε, καθόταν μέχρι το μεσημέρι και παίζαμε. Όταν παίζαμε ο μπαρμπέρης ο κυρ-Θόδωρος ποτέ δε μου ’πε «Λάκη σκούπισε το μαγαζί». Δε με κούναγε ν’ αφήσω το όργανο με τίποτα. Σκούπιζε μόνος του! Παίζαμε και αυτός καθάριζε. Ποτέ δε με πρόσβαλε σαν αφεντικό, ποτέ δεν ένιωσα ότι είχα αφεντικό δίπλα μου μ’ αυτόν τον άνθρωπο. Είχε κι ένα ποδήλατο. Οποτε δεν είχαμε πελάτη το ’παιρνα και γύριζα όλη τη γειτονιά, έκανα τις τσάρκες μου (γέλια). Πριν κλείσει το κουρείο έπαιρνε ο Λάκης ο Ματθαίου το ποδήλατο του κουρέα, καθόμουνα κι εγώ από πίσω για να τον πάω μέχρι τον Κορυδαλλό στο σπίτι του και γω γύριζα, κλείναμε το κουρείο κι έφευγε και ο κουρέας να πάει στο σπίτι του με το ποδήλατο.

Στο μπουζούκι πώς φτάσαμε;
Θα φτάσω κι εκεί, γιατί η όλη ιστορία με το Λάκη το Ματθαίου έχει σχέση και με το μπουζούκι. Κάποια στιγμή ο Λάκης ο Ματθαίου πάει για στρατιώτης. Εγώ είμαι ακόμη στο κουρείο. Βέβαια είχα κάνει κάτι άλλες δουλειές για καμιά …βδομάδα. Είχα το θείο μου που έλεγε «να μάθεις μια τέχνη». Με βάζουνε σε ένα χρυσοχοείο, επάνω εκεί στα Γερμανικά. Πήγα - τι να κάνω; Ας πάω να δούμε, να μάθω μία τέχνη... χρυσοχόος. Πάω την πρώτη μέρα, μου λένε εκεί τα παιδιά και τ’ αφεντικά:  «Πήγαινε κάτω στο υπόγειο φέρε μας κάρβουνα για να βάλουμε στο μαγκάλι»… Χειμώνας ήτανε και με στέλνανε όλο για δουλειές. Μια βδομάδα κάθισα εκεί, δεν με καθίσανε ποτέ στον πάγκο, να μου μάθουνε και κάτι. Μόνο αγγαρεία. Ήρθε το Σάββατο. Νομίζω πληρωνόμασταν το Σάββατο, μας έδιναν τα λεφτά. Την Κυριακή έχω πέσει να κοιμηθώ, αλλά αισθάνομαι το ταβάνι να έχει κολλήσει εδώ πάνω μου, ότι θα πήγαινα την άλλη μέρα πάλι σ’ αυτή τη δουλειά. Ο δε Θόδωρος, θεός σχωρέστονε, λέει: «Λάκη εγώ δεν παίρνω άλλο παραγιό. Η καρέκλα σου είναι εδώ μου λέει άμα δε σου κάνει η δουλειά αυτή». Λέω της μάνας μου: «δε μ’ αρέσει να πάω εκεί, δε θέλω να πάω στο χρυσοχοείο». Η μάνα μου, δεν ξέρω ρε παιδί μου, μας αγαπούσε σαν παιδιά, μας μεγάλωσε τρία παιδιά και μ’ ένιωθε φαίνεται. Μου λέει «άμα δε σ’ αρέσει μην πας». Κοιμήθηκα ξέρεις πως; Ξύπνησα το πρωί, κατευθείαν στον κουρέα (γέλια).
Μια άλλη περίοδο πάλι πήγα στο γαμπρό μου, της αδερφής μου ο άντρας και αυτός ήταν χρυσοχόος. Βέβαια πήγα όταν πλέον είχα φύγει απ’ το κουρείο, κάπως αργότερα. Μάλιστα στο χρυσοχοείο του γαμπρού μου δουλέψαμε μια περίοδο μαζί με τον Κώστα τον Παπαδόπουλο. Πλέκαμε καδένες, χρυσές καδένες και παίρναμε ένα δίφραγκο την καδένα, αλλά με τις καδένες παρέα πιάναμε και τα μπουζούκια και πλακωνόμασταν με τον Κώστα. Πήγα λίγο πιο μακριά από αυτά που λέω. Τέλος πάντων...

Πάει στρατιώτης ο Λάκης, ήταν στο ΚΕΒΟΠ στο Χαϊδάρι. Πάμε την πρώτη Κυριακή επίσκεψη, ο κουρέας, όλοι. Παίρνουμε τις κιθάρες και στο ΚΕΒΟΠ. Κόσμος, κακό, γινότανε χαλασμός! Καθίσαμε εκεί έξω με τους στρατιώτες και με το Λάκη παρέα, πλακωθήκαμε με τις κιθάρες, είπαμε τραγούδια τέλειωσε κι αυτό. Οταν απολύθηκε ο Λάκης τον έχασα μια περίοδο. Τον ακούμε στο ραδιόφωνο με το συγκρότημα του Ζαμπέτα να παίζει μπουζούκι. Μόλις τον άκουσα ήθελα να μάθω και εγώ μπουζούκι. Εγώ ούτε και λεφτά είχα γαμώτο, μιλάμε τώρα ακόμη είμαι στο κουρείο.  Ήταν ένα παιδί, Βασίλη τον λέγανε, δεν ξέρω το επίθετό του, κι είχε ένα μπουζούκι αυτός και πήγαινα και του το ζητούσα δανεικό. Γύριζα και τη μπουργάνα ανάποδα, έπαιζα, έπαιζα, την ξαναγύριζα να του το δώσω πίσω. Έχω αρχίσει εν τω μεταξύ να δουλεύω σ’ ένα μαγαζί επάνω στη Νεάπολη. Ήταν χασαποταβέρνα, του Μπαταριά, έτσι λεγότανε. Ο γιός του ο ένας τραγουδούσε κι έπαιζε λίγο κιθάρα. Ήταν και ένα παιδί, κουρέας, ο Περικλής, Πεπονής στο επώνυμο πρέπει να λεγότανε (αυτός συνέχισε έγινε επαγγελματίας μουσικός μετά, πολύ καλός ακορντεονίστας). Επίσης ήταν ένας άλλος, ο Ντίνος που έπαιζε κιθάρα εκεί κι ένας Μπανάνης στο επίθετο. Αυτός ήταν που με πήγε σ’ αυτούς. Αυτοί είχανε το γκρουπ αυτό και κάθε Κυριακή παίζαμε στου Μπαταριά την ταβέρνα. Ο Μπανάνης είχε μία σούστα μ’ ένα γάιδαρο και είχε πάνω δυο βαρέλια πετρέλαιο. Περνούσε κάθε μέρα μπροστά από το κουρείο και κάθε μέρα ήξερε ότι θα βρει εμένα με κάποιον άλλο να παίζουμε. Σταμάταγε και άκουγε. Δε μας έλεγε τίποτα. Σταμάταγε τάχα να ξεκουραστεί εκεί με τη σούστα και το γάιδαρο και άκουγε τι παίζαμε. Μια μέρα όμως μου πιάνει την κουβέντα. Μου λέει:
- Έχουμε ένα γκρουπ επάνω εκεί στη Νεάπολη και παίζουμε κάθε Κυριακή σε μια ταβέρνα, θέλεις να έρθεις να παίξεις μαζί μας;».
- Αμέ, λέω. Γιατί όχι.
Και πήγα, κάναμε προβίτσες στου Περικλή του Πεπονή, το σπίτι του ακορντεονίστα και την Κυριακή ούτε πάλκα ούτε τίποτα, έτσι, παρέα με τους πελάτες και μεις, είχαμε ένα τραπεζάκι με τις καρέκλες και παίζαμε εκεί το βράδυ Κυριακή. Στην ταβέρνα δε μας πλήρωνε κανείς, αλλά μας δίνανε χαρτούρα οι πελάτες. Τα μπουζούκια τίγκα, οι κιθάρες τίγκα μέσα από λεφτά. Μόλις τελειώναμε πηγαίναμε δίπλα στο δωμάτιο, τ’ αδειάζαμε όλα ό,τι είχε και τα μοιραζόμασταν στα ίσα. Δηλαδή δεν είχε «εσύ παίζεις μπουζούκι, ο άλλος τραγουδάει». Εγώ απ’ το κουρείο τότε έβγαζα 50 δραχμές τη βδομάδα και την πρώτη Κυριακή που πήγα στην ταβέρνα παίρνω ένα εβδομηντάρι σε μια μέρα. Πενήντα σε μια βδομάδα, εβδομήντα σε μια μέρα ήτανε λογαριασμός. Και ήμουνα και παιδί που έπρεπε να προσφέρω στην οικογένεια κι εγώ. Η μάνα μου τότε δε δούλευε, ο αδελφός μου δούλευε, ό,τι μπορούσαμε. Απ’ το κουρείο ο κάθε πελάτης μου ’δινε ένα πενηνταράκι. Περίμενα να ’ρθουν τέσσερις πελάτες να πάρω ένα δίφραγκο, να πάω να πάρω μια φρατζόλα ψωμί. Αυτές οι ιστορίες ήταν τότε εκείνα τα χρόνια. Έρχεται μια μέρα ο Λάκης ο Ματθαίου...

Αυτά είναι ’51  - ’52 ή αργότερα λιγάκι;
Λίγο αργότερα ήτανε...

Γιατί ο Ζαμπέτας στο ράδιο πρέπει να εμφανίστηκε γύρω στο ’54...
Οχι το ’54, πιο νωρίς. Γιατί ήτανε και ο Ζαμπέτας στο ράδιο και ο Λαύκας και ο Τατασσόπουλος, Τζουανάκος, όλοι αυτοί… Λοιπόν έρχεται μια μέρα ο Λάκης ο Ματθαίου στο κουρείο με βλέπει με το μπουζούκι. Μου λέει:
- Παίζεις μπουζούκι; (γέλια)
- Ε, του λέω, σκαλίζω...

Στην ταβέρνα κιθάρα ή μπουζούκι παίζατε;
Μπουζούκι έπαιζα. Κιθάρα δεν έπαιξα ποτέ επαγγελματικά παρά μόνο σε μία περίπτωση, παρένθεση στην ιστορία και αυτό τώρα. Δύο παιδιά από τον Περαία παίζανε κιθάρα και τραγουδούσαν Κορώνη - Φίλανδρου τραγούδια και μου ζήτησαν «να πάμε λέει στη Νέα Σμύρνη σε μία ταβέρνα να παίξουμε, θέλεις να έρθεις παρέα μας και εσύ;» και έτσι το κάναμε τρίο. Στην ταβέρνα θα παίζαμε Τετάρτη, Σαββατοκύριακο. Παίζουμε την Τετάρτη... Ψυχή δεν πάτησε, δεν πήραμε μία. Μετά πάω το Σάββατο - λέω εγώ,  Σάββατο είναι, κάποιος θα έρθει, θα πάρουμε κανά φράγκο από εκεί. Πάω στο μαγαζί, μου λέει το αφεντικό:
- Ξέρεις λέει αυτοί οι δύο δε θα ’ρθουνε.
Με πουλήσανε χωρίς να μου πούνε τίποτα! Στεναχωρέθηκα. Και ήταν και μεγάλα παιδιά ρε παιδί μου, μεγαλύτερα από μένα, δεν ήταν πιτσιρικάδες όπως εγώ. Τέτοια στεναχώρια τι να σου πω! Τόσο πολύ λέω, δε μου το λέγανε ότι δε θα ’ρθουνε ή να με βρουν να πούνε: «Λάκη μην πας το Σάββατο», γιατί τότε μέτραγε να πληρώσω εισιτήρια. Τσακώνω την κιθάρα, με τα πόδια βγαίνω στη λεωφόρο Συγγρού. Τότε υπήρχαν και τα πειρατικά ταξί. Ήξερα ότι είχα ένα τάλιρο στην τσέπη. Το πειρατικό έκανε ένα δίφραγκο. Δίφραγκο στο ταξί και άλλα δύο θα πλήρωνα στο λεωφορείο από την Αθήνα να κατέβω στην Κοκκινιά. Το ταξί πήγαινε Ομόνοια. Μπαίνω μέσ’ στο ταξί. Μέχρι να φτάσουμε στην Ομόνοια έχουμε μείνει εγώ και ο ταξιτζής. Μόλις κάνω να τον πληρώσω, πάω να βγάλω το τάλιρο και το τάλιρο είναι δίφραγκο. Ίδρωσα! Πω πω, λέω, τι θα του πω τώρα και πώς θα πάω στην Κοκκινιά; Του λέω του ταξιτζή:
- Ξέρεις νόμιζα ότι είχα ένα τάλιρο και είναι δίφραγκο και εγώ είναι να πάω στην Κοκκινιά.
Καλή του ώρα όπου και να βρίσκεται ο άνθρωπος αυτός! Μου λέει:
- Κράτα το δίφραγκο.
Βγάζει και από το ντουλαπάκι ένα πορτοκάλι, μου το δίνει και μου λέει:
- Ρε συ είσαι κουμουνιστής;
Αυτή την κουβέντα μου ’πε (γέλια). Τι να πω εκείνη την ώρα εγώ; Με είχε καταπιεί η γη. Του είπα χίλια ευχαριστώ κι έτσι με το δίφραγκο κατέβηκα στην Κοκκινιά. Από τότε δεν τους ξαναείδα αυτούς τους δύο, ούτε ξέρω τα ονόματά τους ούτε τίποτα. Αυτή είναι μία ιστορία, μια παρένθεση που έπαιξα κιθάρα.
Και μία άλλη φορά που έπαιξα κιθάρα ήταν με το «Τρίο Ροντέο». Στην Κοκκινιά είχαμε αυτά τα δύο «τρίο» που ήταν τα πιο σπουδαία. Το «Τρίο Ροντέο» και το «Τρίο Μπελκάντο» που ήταν οι πιο σπουδαίοι, από τα ωραιότερα ελληνικά τρίο της εποχής εκείνης και μάλιστα αυτοί αρχίσαν και δουλεύανε με τον Οικονομίδη στην Πλάκα εκείνα τα χρόνια, τον Οικονομίδη τον κονφερανσιέ. Πολύ καλοί και σαν παίκτες και σαν φωνές ήταν ωραίοι.

Τους έχουν δώσει κάποιες πρώτες εκτελέσεις, κάποια καλά τραγούδια.
Αμέ! Εκείνο που ξέρω και θυμάμαι τραγουδάνε μαζί με τη Δούκισσα… ή την Γκρέυ; - όχι, η Γκρέυ πρέπει να’ ναι, το «Πάρε το Δάκρυ μου» κι εγώ δεύτερη εκτέλεση το παίζω μόνος μου με τη Μαίρη Λίντα. Μια περίοδο, πρέπει να ’ταν το 1958 περίπου, ο Χιώτης είχε συμβόλαιο με την Columbia και η Μαίρη Λίντα με την Odeon και δεν μπορούσε να της παίξει κι έτσι έκανε, ας πούμε τη «Φλόγα», πρώτη εκτέλεση με τη Δούκισσα και δεύτερη εκτέλεση παίζω εγώ με τον Κώστα στην Odeon με Μαίρη Λίντα. Και κάτι άλλα έπαιξα και μόνος μου και με τον Κώστα με τη Μαίρη Λίντα εκείνη την περίοδο του Χιώτη…
Ξαναγυρίζω στην ιστορία με το τρίο Ροντέο. Τους έφυγε ένας κιθαρίστας και πήγα εγώ και ήμουνα ο σολίστας της κιθάρας στο τρίο και έκανα την τρίτη φωνή.

Αυτοί έπαιζαν επαγγελματικά;
Αυτοί περίπου, περίπου. Δεν παίζαμε σε ταβερνάκια. Κάναμε και καναδυό εκπομπές στο ραδιόφωνο με αυτούς τότε. Αλλά δεν πήγαινε το πράγμα πιο πέρα κι έτσι το διαλύσαμε και από εκεί, οπότε μένω ξανά με το μπουζούκι.
Ξαναπάω πίσω τώρα. Έρχεται ο Λάκης στο κουρείο:
- Μπουζούκι παίζεις;
- Ε, παίζω, λέω.
Μου λέει:
- Θα κάνω ένα συγκρότημα, δικό μου συγκρότημα με μπουζούκια. Θα παίζουμε κάθε μέρα. Είναι ένα μαγαζί, «Ρομάντζο» το λέγανε, στην Αμφιάλη, ένα ημιυπόγειο. Θέλεις να ’ρθεις μου λέει να δουλέψουμε μαζί;
Και μου ’δινε 40 δραχμές μεροκάματο. Εγώ δούλευα με τα παιδιά κάθε Κυριακή, επάνω στον Μπαταριά. Τώρα και με το Λάκη και 40 μεροκάματο και σε καθημερινή βάση ήταν αλλιώς. Λέω στα παιδιά:
- Παιδιά θα φύγω.
Εντωμεταξύ και τα παιδιά δεν ήταν και αυτοί επαγγελματίες. Ερασιτέχνες ήτανε, για την πλάκα τους παίζανε στην ταβέρνα του Μπαταριά. Στενοχωρέθηκαν βέβαια που έφυγα, αλλά ‘ντάξει, λέω τι να κάνω, κάπου πρέπει να προχωρήσω φαίνεται. Έτσι μ’ έσπρωχνε η ζωή. Οπότε λέω:
- Λάκη ναι, θα ’ρθω.

Στις ταβέρνες αυτές τι τραγούδια παίζανε;
Παίζαμε λαϊκά τραγούδια και ελαφρά τραγούδια. Αυτή τη στιγμή δε θυμάμαι να σου πω τίποτα από τραγούδια. Αλλά παίζαμε τότε και Τατασσόπουλο - Τζουανάκο...

Εννοώ το ύφος των τραγουδιών. Βασικά ελαφρά τραγούδια;
Ελαφρά τραγούδια παίζαμε, κυρίως κιθαριστικά τραγούδια, ας πούμε Πολυμέρη και τέτοια. Έχουμε μαζί μας και το Ρουμελιώτη που τραγούδησε το «Όπου Γιώργος και μάλαμα», το οποίο έκανε σουξέ τότε. Παλιός και ωραίος τραγουδιστής και έπαιζε και λίγο μπουζούκι νομίζω. Παρέα με το Λάκη τώρα, το Ρουμελιώτη, μια τραγουδίστρια, έναν άλλο κιθαρίστα, δε θυμάμαι το όνομά του και δε θυμάμαι τι άλλους μουσικούς είχαμε, πάμε στο «Ρομάντζο», αλλά δεν πάει η δουλειά, δεν τραβάει. Τίποτα, ψυχή. Δεν παίρνουμε ούτε μία. Σε μια βδομάδα το διαλύσαμε (γέλια). Πάει αυτή η ιστορία. Μου λένε τα παιδιά πάνω στη Νεάπολη: «Μας θέλει εκεί ο Μουράτης, καλοκαιράκι τώρα, να είμαστε εκεί Τετάρτη και Σαββατοκύριακο και με 20% ποσοστά από τις εισπράξεις» (το καλοκαίρι ήταν και μία άλλη ταβέρνα εκεί, του Μουράτη, στην πλατεία Νεαπόλεως. Αυτός έβγαζε και τραπεζάκια έξω γιατί το καλοκαίρι του Μπαταριά δε δούλευε). Εκείνη την περίοδο γνωρίζω και τον Κώστα (σ.σ. τον Παπαδόπουλο).
Ο Κώστας έχει ένα θείο, το Γιάννη το Γιάκαλο. Ο Γιάννης Γιάκαλος ήταν αριστερός παίκτης, αλλά έπαιζε με δεξί μπουζούκι. Δε γύρισε τη χορδή ποτέ. Έπαιζε από πάνω, δεν το τουμπάριζε. Εγώ και κιθάρα έμαθα ανάποδα, δηλαδή έμαθα με δεξιά κιθάρα και τ’ ακόρντα τα έπιανα ανάποδα. Μόλις όμως πήρα δική μου κιθάρα, αμέσως τούμπα τις χορδές για να ’ρθω στα κανονικά, γιατί είναι φοβερά δύσκολο να παίξεις ανάποδα. Αλλά ο Γιάννης, δεν ξέρω πώς τα ’χε καταφέρει, δεν άλλαξε ποτέ τη μπουργάνα κι έπαιζε πάντα με δεξί μπουζούκι.

Τότε είχαμε δύο μαγαζιά κάτω απ’ την πλατεία του Αγίου Νικόλα καθώς κατέβαινες, δεξιά ήταν του «Περιβόλα» και αριστερά ήταν του «Κεφάλα», το ένα απέναντι στο άλλο, με τζαμαρίες το χειμώνα. Πηγαίνω στο Γιάκαλο εγώ, πριν ακόμη γνωρίσω τον Κώστα. Επαιζε στου Περιβόλα ο θείος του, αρκετά χρόνια, ήτανε και ο Νούρος ένας τραγουδιστής παλιός που έκανε αμανέδες φοβερούς. Πάω και τον βρίσκω στο σπίτι του το Γιάννη το Γιάκαλο και του λέω: Κυρ Γιάννη παίζω μπουζούκι και παίζω κι εγώ έτσι αριστερά, του λέω, όπως και συ. Νομίζεις ότι θα μπορούσες να με πάρεις εκεί στη δουλειά σου στου Περιβόλα; Γιατί είχανε πάρει πριν το Γιαννάκη τον Αγγέλου, ο οποίος είναι κι αυτός φοβερό ταλέντο, μιλάμε ότι το «τρώει» το όργανο αυτός και καλό παιδί. Με κοντά παντελονάκια ο Γιάννης στου «Περιβόλα» με ένα μπαγλαμαδάκι. Μου λέει ο Γιάννης ο Γιάκαλος:
-Για παίξε να σ’ ακούσω.
Παίζω και μου λέει:
- Ξέρεις κάτι; Έχω έναν ανηψιό, τον λένε Κώστα Παπαδόπουλο. Νομίζω θα ταιριάξετε εσείς. Θα πας να τονε βρεις στο καφενείο το τάδε, κοντά εκεί στη γειτονιά του.
Ο Κώστας έμενε κοντά στον Κήπο. Πήγαινε και έπαιζε ποδοσφαιράκια, μπιλιάρδο, δεν ξέρω τι είχε εκεί μέσα. Πράγματι πάω τονε βρίσκω, του λέω:
- Είσαι ο Κώστας ο Παπαδόπουλος;
- Ναι, μου λέει.
- Παίζω μπουζούκι και μου ’πε ο θείος σου ότι παίζεις και συ μπουζούκι και άμα θέλεις να ξεκινήσουμε μαζί να παίζουμε.
Πραγματικά αρχίσαμε παίζαμε μαζί και όταν γίνεται αυτή η πρόταση για του Μουράτη το μαγαζί από τα παιδιά, τους λέω:
- Έχω και ένα άλλο φιλαράκο που παίζει και αυτός μπουζούκι που είμαστε της ίδιας ηλικίας. Να τον φέρω;.
- Και βέβαια να τον φέρεις, μου λένε όλα τα παιδιά.
Και ήμασταν τρία μπουζούκια. Εγώ, ο Κώστας και αυτός ο Μπανάνης και τ’ άλλα τα παιδιά, ο κιθαρίστας ο Ντίνος και ο Νίκος που τραγουδούσε και ο Περικλής με το ακορντεόν. Κι έτσι αρχίζουμε. Είναι η πρώτη φορά που δουλεύει και ο Κώστας. Δεν ήθελε, ντρεπόταν ο Κώστας να έρθει στην αρχή και αυτό το είπαμε και σε μία συνέντευξη τελευταία, ότι εμείς ντρεπόμασταν να κουβαλάμε τα μπουζούκια με το χέρι και να περπατάμε. Δεν ξέρω γιατί (γέλια). Και έτσι ξεκινάμε και με τον Κώστα. Από κει βέβαια βγήκανε κάτι φήμες στην πιάτσα μέσα των μπουζουξήδων και όλα αυτά, ότι δύο πιτσιρικάδες στην Κοκκινιά που παίζουνε πράγματα και δεν ξέρω τι. και έτσι αρχίζουμε και χωνόμαστε σιγά-σιγά, να μας κάνουνε προτάσεις. Ο Κώστας κάποια περίοδο πήγε και δούλεψε με τον Καζαντζίδη.

Τότε μικρός;
Ναι αμέ, με τον Καζαντζίδη. Εγώ έχω πάει και Κρήτη με τον πατέρα του Γιώργου του Νταλάρα, το Λουκά, για ένα μήνα σ’ ένα μαγαζί εκεί στο Ηράκλειο, το 1954 πλέον. Γυρνάω από την Κρήτη και κάποια στιγμή έρχεται ο Στέλιος ο Σουγιουλτζής. Αυτός έπαιζε κιθάρα μαζί με την Καίτη Γκρέυ στον «Αστέρα».

Πού ήταν αυτό;
Όπως ανεβαίνουμε από τη Γρεβενών, μόλις κάνει δεξιά το λεωφορείο και πιάνει την πλατεία των Γερμανικών και κάνει τον κύκλο, το πρώτο στενό πιο πάνω ξανανέβαινες πιο πάνω, πριν βγεις στη λεωφόρο τώρα που’ χουνε φτιάξει, εκεί κάπου αριστερά ήταν ο «Αστέρας». Υπήρχε και του «Γάλλου» και του «Εγγλέζου», δυο μαγαζιά. Εχτές μάλιστα τα λέγαμε με την Καίτη Γκρέυ, γιατί η Καίτη είχε δουλέψει εκεί και μου διευκρίνισε κάτι που εγώ δεν το ’ξερα, δεν είχα πάει ποτέ εγώ σ’ αυτά τα μαγαζιά. Μπορώ να σου πω ούτε θυμάμαι πώς ήταν απ’ έξω. Τον «Αστέρα» τον ξέραμε, γιατί ο «Αστέρας» είχε μάντρα γύρω-γύρω με κάγκελα, δηλαδή απέξω ο κόσμος μπορούσε να κάθεται και ν’ ακούει και να βλέπει τι γινότανε μέσα. Δεν ήτανε κλειστά πράγματα. Και πήγαινα τακτικά εκεί με τα φιλαράκια και ακούγαμε καμιά πενιά, πότε τον Μπιθικώτση, γιατί ο Μπιθικώτσης δούλευε εκεί πάνω.
Λοιπόν έρχεται ο Στέλιος ο Σουγιουλτζής, κιθαρίστας τότε της Γκρέυ, μαζί μ’ ένα φίλο της Καίτης τότε. Κάπου ήτανε χωρισμένοι με το Στέλιο εκείνη την περίοδο. Μου λένε:
- Εχουμε ακούσει πως παίζεις μπουζούκι και τέτοια, θέλεις να ’ρθεις να δουλέψεις με την Γκρέυ;
Εγώ... Γκρέυ τότε, φίρμα! Έτσι δεν είναι; Ξέρεις πώς τα βλέπουμε αυτά όταν είμαστε και νέοι.
- Ναι, τους λέω. Γιατί όχι.
- Ωραία, μου λέει, ξεκινάμε και από αύριο.
Λοιπόν και πάω με την Γκρέυ. Η Γκρέυ με πάει στην Columbia για πρώτη φορά το 1955 και παίζω με τον Καζαντζίδη, τραγουδάει μαζί με τον γύφτο τον Ανέστη. Η πρώτη ηχογράφηση ήταν αυτή. Εγώ κι ο Αθανασίου, τραγουδάει ο Στέλιος του Θόδωρου του Δερβενιώτη τραγούδι. Ήταν ένα κανταδορίστικο τραγούδι. Και χτες πάλι το λέγαμε και πάντα ξεχνάω τον τίτλο. Το πρώτο τραγούδι που παίζω. Δεκαοκτώ χρονών ήμουνα. Ήταν μια καντάδα γύρω απ’ το μπουζούκι και το είπε ο Στέλιος και εγώ ούτε θυμόμουνα το τραγούδι. Το μόνο που μου είχε μείνει στο κεφάλι ήταν ότι μέσα εκεί υπήρχε και η λέξη μπουζούκι. Ξέρεις, να είναι η πρώτη φορά μέσα σ’ ένα στούντιο να ηχογραφήσεις και με ένα Ανέστη, που εκείνη την εποχή τον Ανέστη ήδη τον ήξερε η πιάτσα, έπαιζε με τον Τσιτσάνη εκείνα τα χρόνια. Ε… όλα αυτά, καταλαβαίνεις… πού να θυμάμαι τραγουδίστριες και όλα αυτά; Είχα το νου μου να παίξω.

Πώς ήταν η πρώτη σας μέρα στο στούντιο;
Έχεις τρακ μεγάλο. Αν έχεις λίγο φιλότιμο (γέλια) ...τρέμεις ολόκληρος. Και ειδικά μόλις άναβε το κόκκινο το φωτάκι ότι γράφουμε. Μπορείς να παίξεις ό,τι θέλεις πριν το φως. Μόλις ανάψει το φως, που ξέρεις εκεί πως ό,τι παίξεις θα γραφτεί κι πως δεν πρέπει να κάνεις λάθος... Ε, εκεί τρέμεις!
Κι έτσι δεν ξαναβγήκα από την Columbia για πολλά χρόνια. Μετά βέβαια φέρνω και τον Κώστα, γιατί ήταν να κάνουμε κάποια τραγούδια του Στέλιου του Χρυσίνη, με την Γκρέυ πάλι μαζί. Πηγαίνοντας για πρόβα στο σπίτι του Χρυσίνη, μου λέει:
- Έχεις κανέναν άλλο μου λέει να παίξετε οι δύο μαζί;
Εγώ ήμουν ήδη με τον Κώστα.
- Βέβαια, λέω, έχω ένα παιδί και είναι και πολύ καλός. Το λέω του Κώστα και ξεκινήσαμε.

Είχαν έλλειψη από μπουζουξήδες εκείνη την εποχή;
Πριν από μας ο Σπόρος (σ.σ. Γιάννης Σταματίου) είχε πιάσει πολύ καλή θέση σαν εκτελεστής μέσ’ στην Columbia. Είχε παίξει Τσιτσάνη κομμάτια, είχε παίξει «Μάμπο ζεϊμπεκάνο», όλα αυτά τα έπαιζε στο στυλ του Χιώτη τότε και ήτανε λάτρης του Χιώτη ο Γιάννης. Αλλά πριν ακόμη φύγει ο Σπόρος - γιατί έχω παίξει και με το Σπόρο σε κάποιο δίσκο αλλά δε θυμάμαι ποιος δίσκος ήτανε, δεν τα θυμάμαι όλα αυτά. Το Θάνο τον Κουτσανδρέα τον ξέρεις; Αυτός καμιά φορά γράφει στο περιοδικό «Λαϊκό τραγούδι», του Γιώργου του Κοντογιάννη. Αυτός ο άνθρωπος μού βρίσκει τα τραγούδια και μου τα στέλνει. Του λέω «αυτό το πρώτο τραγούδι»… Έψαξε, έψαξε. Του λέω «άμα μου το στείλεις και το ακούσω θα σου πω ποιο είναι». Και πραγματικά το βρήκε και γράφει χρονολογία 1956. Δεν είναι ’56, είναι ’55. Εγώ θυμάμαι καθαρά ’55. Αλλά ίσως ήταν προς τα τέλη, ούτε αυτό θυμάμαι καλά και μπορεί να έβαλαν ημερομηνία όταν βγήκε ο δίσκος κι όχι όταν τον γράψανε.

Με ποιους άλλους παίξατε στη δισκογραφία τότε;
Με τον Τατασσόπουλο έχω παίξει στην Columbia, τραγούδια δικά του, έχω παίξει με πολλούς, με το Μητσάκη και με άλλους... μας φωνάζανε με τον Κώστα. Το ’58 ο Τατασσόπουλος γύρισε πήρε και την Πόλυ Πάνου και ήμουν εγώ ο μεσάζων. Καταλαβαίνεις, ούτε καν σκεφτόμουν πονηρά, ότι θα μας πάρει την τραγουδίστρια και καλά. Και ήμασταν τότε μια ομάδα: Πόλυ Πάνου, Χρηστάκης, τραγουδιστής τότε και συγκροτηματάρχης ο Χρηστάκης και «παζάρευε» την Πόλυ και με είχε βάλει εμένα ενδιάμεσο. Δε μ’ ένοιαζε όμως, παιδί ήμουνα εγώ. Λέω, άμα θέλει να πάει στην Αμερική, θα κάνω πονηριές εγώ; Θα κρατήσω εγώ την Πόλυ; Και έτσι την πήρε και την Πόλυ επάνω ο Γιάννης ο Τατασσόπουλος. Και μένουμε με τον Κώστα στην Columbia. Φεύγει και ο Σπόρος τότε. Ο Σπόρος έφυγε πριν πάει φαντάρος, γι’ αυτό και πολλά χρόνια δεν μπορούσε να γυρίσει. Υπήρχε και ο Μακρυδάκης βέβαια, υπήρχε και ο Γιάννης Αγγέλου, υπήρχε ο Τσιμπίδης, όλοι αυτοί. Ο Μακρυδάκης έκανε πολύ δισκογραφία και αυτός. Ο Τσιμπίδης δεν έκανε πολύ δισκογραφία τότε.

Θα έλεγα πολύ λίγη, αναλογικά με την αξία του...
Ναι. Δεν ξέρω τι έφταιγε. Τότε εκείνα τα χρόνια για να παίξεις στο γραμμόφωνο, να βγει ήχος, να το περάσεις μέσα, έπρεπε να «τις ρίξεις», έπρεπε να βγάλεις ήχο. Δεν μπορούσες να πεις θα παίξω μαλακά λίγο και τέτοια να βγούνε. Τώρα σου βάζει και σου βγάζει την παραμικρή λεπτομέρεια. Τότε δε γινότανε. Ήτανε έτσι τα μικρόφωνα και η τεχνολογία που έπρεπε να τις ρίξεις. Αν δεν τις έριχνες και να ’χεις και καλό μπουζούκι, δεν έβγαινε τίποτα. Και λέγανε τότε κείνα τα χρόνια για το συγχωρεμένο τον Τσιμπίδη, ότι κάπου δεν εγγραφότανε τόσο μπροστά το μπουζούκι του, ενώ ήτανε φοβερός παίκτης ο Γιώργος. Μιλάμε μέσ’ στην πρωτιά. Για μένα πρώτοι ήτανε: Χιώτης, Σπόρος, Τατασσόπουλος, Τσιμπίδης, Μακριδάκης. Κι έτσι μπαίνουμε με τα μπούνια στην Columbia με τον Κώστα, νέα παιδιά. Σε κλάσμα δευτερολέπτου, που λέει ο λόγος, μέσ’ στο στούντιο είχαμε μάθει τα τραγούδια και τα γραμμοφωνούσαμε, κάτι που παίζει σπουδαίο ρόλο και αυτό για την εταιρία, να δουλεύεις γρήγορα, γιατί πληρώνανε. Οι δε συνθέτες είχανε δύο νέα μπουζούκια όπου τις ρίχνανε άγρια και όλα αυτά. Και μείναμε στην Columbia. Νομίζω η τελευταία δουλειά που έκανα ήτανε Οκτώβρης ’78 του Μίκη με τον Μπιθικώτση.

Όλα αυτά τα χρόνια ήσασταν συνέχεια στην Columbia;

Ναι, ναι και μια περίοδο μας έκανε συμβόλαιο η Columbia, για τρία χρόνια αποκλειστικοί εκτελεστές και αν ζητάγανε να παίξουμε κάπου αλλού, έπρεπε να ζητήσουν άδεια από την Columbia και έτσι παίξαμε και κάπου αλλού.

Δεν παίζετε σε όλη τη δισκογραφία μαζί με τον Παπαδόπουλο. Σε πολλά παίζετε μόνος. Ο Άκης Πάνου στον Διονυσίου έβαζε τον Παπαδόπουλο και στον Καζαντζίδη εσάς.
Ναι. Έχω παίξει με τον Καζαντζίδη του Άκη τραγούδια. Ας πούμε το «θολωμένο μου μυαλό», έχει και ένα ταξίμι μπροστά. Εγώ παίζω.
Έχει άλλο μπουζούκι μέσα;
Πρέπει να έχει νομίζω κάποιο ακόμα. Είχα παίξει μαζί στου Άκη με το Νικολόπουλο κάτι. Δε θυμάμαι... Με Πολυκανδριώτη; Δε νομίζω. Ίσως με το Χρήστο Ψαρρό, βέβαια…

Από τους παλιούς με ποιους παίξατε, εκτός από τον Τσιτσάνη;
Με τον Τσιτσάνη δεν έχω παίξει σε μαγαζί, μόνο σε δισκογραφία.

Στη «Συννεφιασμένη Κυριακή» δεν είστε μέσα;
Βέβαια είμαι μέσα! Στη συννεφιασμένη Κυριακή είμαστε τέσσερα μπουζούκια. Λοιπόν: Ο Τσιτσάνης όρθιος σε μια καρέκλα πατάει το πόδι του, γιατί τότε ακόμα δεν ήταν τα stereo μηχανήματα. Έπρεπε να είμαστε όλοι, τραγουδιστές και ορχήστρα, όλοι μαζί. Έκανε λάθος κάποιος; Όλοι μαζί από την αρχή και γι’ αυτό πολλές φορές σε δίσκους εγγραφής της τότε εποχής -αν τα ψάξεις λίγο, μπεις μέσα στο βάθος, να ψάξεις μπάσα κιθάρες και τέτοια- μπορεί να βρεις λάθη καμιά φορά. Και ξέρεις γιατί; Όταν ο τραγουδιστής το «κάρφωνε» και το ’βγαζε ωραία, καμιά φορά δε σταματάγαμε αν κάποιος έκανε και λάθος. Συνεχίζαμε, το αφήναμε. Λέγαμε… και ο συνθέτης ας πούμε και ο παραγωγός εκεί και ο ηχολήπτης: «Δεν πειράζει, είναι ένα λάθος εκεί με την κιθάρα, το μπάσο ή κάπου το μπουζούκι, μια νοτίτσα, αλλά…δεν πειράζει, το ’χει πει τόσο ωραία ο τραγουδιστής». Και το αφήνανε έτσι. Ενώ τώρα, ξέρεις, το παραμικρό φτιάχνεται. Σου παίρνει έστω και ένα γράμμα, σου παίρνει δηλαδή ένα «α», αν έχεις κάνει λάθος, σου λέει πέστο κι εμείς θα πάρουμε το «α» και το βάζει και το κολλάει.

Και σαρδάμ έχουν περάσει στις δισκογραφίες.

Ναι.

Δεν το ’παιρναν και χαμπάρι καμιά φορά. Όταν γράφανε από τις το πρωί μέχρι αργά το βράδυ...
Ναι, ναι. Τρέχανε να μη χάσουνε τη μέρα, γιατί αν έφευγε η μέρα, είχανε δώσει την άλλη μέρα σε άλλο συνθέτη.
Στη «Συννεφιασμένη Κυριακή» λοιπόν, παίζει ο Τσιτσάνης, κάνει το ταξίμι μπροστά, αυτό που το έχει και σήμα η Columbia και μετά στην εισαγωγή μπαίνουμε εγώ ο Κώστας και ο Μακρυδάκης. Τρία μπουζούκια. Και τραγουδάει ο Καζαντζίδης. Αυτή είναι η εικόνα που έχω από το στούντιο που τη θυμάμαι ακόμα.

Ταξίμι κάνει μπροστά ο Τσιτσάνης; Όχι ο Παπαδόπουλος;

Ο Τσιτσάνης. Ο Κώστας έχει πει σε μία συνέντευξη ότι το έχει παίξει αυτός το ταξίμι και λέω γιατί; Έχει ανάγκη ο Κώστας να λέει τέτοια ψέματα; Δεν είναι ωραίο. Ένα άλλο που έκανε ο Κώστας, στο βιβλίο που έβγαλε, το οποίο με αναφέρει πολύ εκεί μέσα, κάποια στιγμή λέει για τα συμβόλαια που μας είχε η Columbia. Η Columbia μάς έκανε τριετή συμβόλαια και τα ανανεώναμε κάθε τρία χρόνια. Για εννιά χρόνια δηλαδή είχαμε συμβόλαιο με την Columbia. Και θα σου πω και μια ιστορία: Η Columbia ήθελε τότε να μας κάνει συμβόλαιο και ήμασταν στα παζάρια εγώ, ο Κώστας και ο Τάκης ο Λαμπρόπουλος. Τότε ο Μίκης μάς είχε πολύ ανάγκη. Μιλάμε αν του φεύγαμε, όπως του φύγαμε στην Αμερική, όσο καιρό λείψαμε δεν έκανε συναυλία. Έκανε τότε κάτι θεατρικά έργα, όπως «Μαγική πόλη», όπου έπαιξε ο Ζαμπέτας, αλλά δεν έκανε συναυλίες καθόλου. Του λείψαμε πολύ τότε εμείς. Και πήγαμε για ένα χρόνο στην Αμερική και στους έξι μήνες φύγαμε δεν το αντέξαμε. Με τίποτα. Μιλάμε για άγρια πράγματα. Να παίζεις σερί χωρίς διάλειμμα από τις 9 μέχρι τις 4 και να παίζεις 20 λεπτά με μισή ώρα τσιφτετέλι για να χορεύει η χορεύτρια. Τι να παίξεις (γέλια). Αυτοσχεδιάζαμε συνέχεια. Είκοσι λεπτά με μισή ώρα είναι ιστορία να πούμε. Ο Μίκης στηριζότανε σε αυτά τα δύο μπουζούκια. Λέει στο Γιάννη το Διδίλη:
- Πες στα παιδιά να τους κάνουμε ένα συμβόλαιο.
Ο Μίκης ήθελε να μας κρατήσει, για να μπορέσει να πιέσει και τον Λαμπρόπουλο. Με το που λέει ο Μίκης αυτό, πραγματικά υπογράψαμε το συμβόλαιο κι εγώ κι ο Κώστας και πάει ο Μπιθικώτσης -δεν ξέρω από πού το έμαθε- και το καρφώνει στο Λαμπρόπουλο. Λέει:
- Τάκη ξέρεις, τα παιδιά κάνανε συμβόλαιο με τον Μίκη.
Εγώ όταν ήρθε η ώρα να κουβεντιάσουμε με τον Λαμπρόπουλο, για να μας κάνει συμβόλαιο για την Columbia, λέει:
- Ξέρετε, δεν μπορώ να κάνω τίποτα, πρέπει να μου φέρετε το συμβόλαιο που κάνατε με το Μίκη, να το δω και μετά θα κάνουμε μαζί.
Εμείς ήμασταν και νέα παιδιά και άπειροι, δεν ήμασταν και τόσο έξυπνοι σε αυτά τα πράγματα, να βάλουμε ένα δικηγόρο... Ήμασταν χύμα να πούμε! Πάμε στο Μίκη και του λέμε:
- Να το σπάσουμε το συμβόλαιο.
Αυτά όλα σε μικρό χρονικό διάστημα. Δεν πέρασε χρόνος πολύς. Ο Μίκης βέβαια, όταν του είπαμε έτσι, το δέχτηκε. Και του ’παμε ότι ο Λαμπρόπουλος είναι να μας κάνει ένα συμβόλαιο και δε μας το κάνει, επειδή είχαμε μαζί. Κι εμείς είχαμε ανάγκη τότε την εταιρία και τη δισκογραφία. Δεν μπορούσαμε να απομονωθούμε έτσι από κει. Και έτσι πάμε στον Λαμπρόπουλο, χωρίς να του δείξουμε συμβόλαιο και του λέμε:
- Εντάξει αποδεσμευτήκαμε.
Και έτσι κάναμε συμβόλαιο με την εταιρία. Ο Κώστας, μέσ’ στο βιβλίο του, κάποια στιγμή αναφέρει ότι η Columbia έκανε συμβόλαιο μόνο στον Κώστα και δεν έκανε στο Λάκη, γι’ αυτό κι ο Λάκης έχει παίξει και σε άλλες εταιρίες τότε. Και αυτό είναι χοντρό ψέμα να πούμε. Και ντοκουμέντα υπάρχουνε. Και λέω εγώ τώρα: «Γιατί ρε Κώστα; Τι θες να παραστήσεις δηλαδή; Ότι εσύ ήσουνα ο σπουδαίος και στον άλλο δεν του κάνανε συμβόλαια και κάνανε μόνο σε σένα;». Και το νούμερο που λέει σαν λεφτά, ας πούμε, είναι χοντρό για εκείνα τα χρόνια. Λοιπόν και λέει τέτοια πράγματα και λέω γιατί; Αφού μαζί τραβιόμασταν. Πηγαίναμε, αν θέλαμε να παίξουμε κάπου αλλού και το λέγαμε στο Μηλιόπουλο (γιατί δεν πηγαίναμε συνέχεια στον Τάκη το Λαμπρόπουλο, πηγαίναμε και στο Μηλιόπουλο, που ήτανε κι αυτός διευθυντής, το Διονύση Μηλιόπουλο). «Έτσι κι έτσι. Να πάμε να παίξουμε»; «Πηγαίνετε», μας έλεγε.

Πώς ήταν τα συμβόλαια τότε;

Το συμβόλαιο έλεγε να πάρουμε ένα ποσό για τόσα τραγούδια το μήνα. Αν παίξουμε λιγότερα, θα πάρουμε εμείς το ίδιο ποσόν. Αν παίξουμε περισσότερα θα πάρουμε πιο πολλά. Αυτό ήτανε το συμβόλαιο. Και κράτησε 9 χρόνια αυτή η ιστορία, γιατί δεν το σπάσαμε ποτέ αυτό. Το σήμα της Odeon, που είναι το τραγούδι οι γλάροι που το τραγουδάει ο Γαβαλάς εγώ κι ο Κώστας το παίζουμε. Αυτά μιλάμε τώρα αυθεντικά πράγματα. Δεν θα ακούσεις ψέμα από μένα. Αν δεν ξέρω κάτι θα σου πω δεν το ξέρω. Διαβάζω στου Κοντογιάννη το περιοδικό (δε θυμάμαι πριν πόσο καιρό, γιατί καμιά φορά μου τα στέλνει ο Θάνος ο Κουτσανδρέας), έχει μια συνέντευξη με το συνθέτη των «Γλάρων» το Μεϊμάρη. Και ξέρεις τι λέει ο Μεϊμάρης; «Απαίτησα από το Μάτσα να παίξω εγώ εκεί. Και αν δεν παίξω εγώ δε θα βάλω και τα τραγούδια»… Ο Μειμάρης, που τότε ήτανε τίποτα, ας πούμε, και απαίτησε από το Μάτσα! Και μιλάμε τώρα για κείνα τα χρόνια, που τρέμανε να μη χάσουν τη μέρα της ηχογράφησης. Δηλαδή όταν η εταιρία έδινε μέρα για ηχογράφηση, όποιος και αν ήταν αυτός, κοιτάζανε να ετοιμαστούνε να μη γίνει κάτι και πάει πίσω η δουλειά ή ξέρω γω γίνει κάτι και δεν τα βάλουνε τα τραγούδια. Έτρεμε το φυλλοκάρδι τους! Και τελικά …«δέχτηκε ο Μάτσας και παίζω εγώ, λέει, πρώτο μπουζούκι και σιγόντα μου κάνει ο Κώστας ο Παπαδόπουλος. Και από την άλλη μεριά, λέει, του δίσκου, παίζω πάλι εγώ και μου κάνει σιγόντα ο Λάκης ο Καρνέζης…». Είναι φοβερά ψέματα αυτά (γέλια). Και λες: «Γιατί ρε παιδί μου; Πού είναι το πρόβλημά τους να πούμε;». Κι εγώ νομίζω ότι αν τα ψάξει κανείς στην Odeon θα τα βρει αυτά τα στοιχεία. Ποιοι παίξανε. Λοιπόν: Παίζω εγώ και ο Κώστας. Και στο ένα και στο άλλο. Το άλλο ούτε καν το θυμάμαι ποιο είναι.
Και λέει ο Κώστας ότι «και στο σήμα της ODEON εγώ παίζω». Δε λέει: «Παίζω με το Λάκη». «Παίζω, λέει, στης Columbia το σήμα και παίζω και στης Odeon».

Της Columbia το σήμα είναι η «Συννεφιασμένη Κυριακή»...
Η «Συννεφιασμένη Κυριακή». Ο Τσιτσάνης το παίζει! Καμιά φορά λες πώς να φυλαχτείς, ακόμα και από τη δημοσιογραφία. Θα αναφέρω κι ένα γεγονός με το συγχωρεμένο τον Πάνο τον Γεραμάνη, τον οποίο τον εκτιμώ, γιατί πραγματικά ήταν ο «Άγιος Γεραμάνης», ο προστάτης των Λαϊκών Βάρδων. Πραγματικά στάθηκε πολύ ωραία γύρω από τους εκτελεστές και γύρω από όλο αυτό το πράγμα που έκανε, αλλά πολλές φορές, βγήκανε και πράγματα που δεν ήτανε σωστά. Του είχα πει λοιπόν ότι έπαιξα στην κηδεία του Υπουργού εξωτερικών της Νορβηγίας, στον καθεδρικό ναό, ένα τραγούδι του Θεοδωράκη. Γι’ αυτό με φωνάξανε, γιατί ήταν επιθυμία του νεκρού και της οικογένειας. Και είχανε έρθει όλοι τότε εκεί. Βασιλείς, ο Αραφάτ, όλοι οι μεγάλοι. Και με πήραν τηλέφωνο να παίξω σ’ αυτό το κομμάτι. Ήθελαν να παίξω μπουζούκι εγώ εκεί. Και με πληρώσανε κιόλας. Τα λέω αυτά στο Γεραμάνη. Και το άλλο κομμάτι πρέπει να ήταν το Ρέκβιεμ του Μότσαρτ. Εγώ δεν είχα καμιά δουλειά να παίξω Μότσαρτ. Ε… ο Γεραμάνης είπε ότι έπαιξα και αυτό το κομμάτι (γέλια). Εντάξει, θα μπορούσα να το πάρω αλλιώς, ότι δε με νοιάζει, μου προσφέρει κάτι θετικό, που θα ακουστεί ότι έπαιξα Μότσαρτ. Εγώ όμως δεν το θέλω αυτό το θετικό, γιατί δεν είναι αλήθεια. Βέβαια δεν του είχα πει τίποτε τότε και ήταν λάθος μου, αλλά το είχα πάντα μέσα μου και κάποια στιγμή, δεν ξέρω σε κάποια συνέντευξη αν με ρωτήσουνε πρέπει να το πω αυτό.
{mosimage}Και ένα ακόμα λάθος. Έχω παίξει με τη συμφωνική ορχήστρα του Όσλο και πήρανε από διάφορες χώρες (δε θυμάμαι πόσα κομμάτια στο δίσκο, περίπου 20, αλλά δεν θυμάμαι καλά) και παίζω το «Ζορμπά» του Μίκη, που είναι από το μπαλέτο με συμφωνική ορχήστρα και με μπουζούκι που έχουμε παίξει με τον Κώστα στην Αρένα, στη Βερόνα. Και το έχουμε κάνει δίσκο αυτό στη Βουδαπέστη, σε στούντιο μέσα, με μια μεγάλη ορχήστρα κι έχει βγει ένας πολύ ωραίος δίσκος. Λοιπόν έκανε ένα δίσκο η ΕΜΙ, πήρε ένα κομμάτι από διάφορες χώρες και για την Ελλάδα πήρε αυτό το κομμάτι του «Ζορμπά». Κάτι Έλληνες μέσα από την ορχήστρα με ξέρανε εμένα ότι ζω στη Νορβηγία και κάνουν την πρόταση: «Έχουμε λέει τον άνθρωπο που έχει παίξει στον Ζορμπά». Και έτσι μου κάνανε την πρόταση να πάω να παίξω, με πληρώσανε καλά, γιατί ήταν της ΕΜΙ παραγωγή. Μαέστρος είναι ένας Ρώσος, Μάρις Γιάνσον λέγεται. Μεγάλο όνομα. Η ατζέντα του, ας πούμε, για 5 χρόνια ήτανε γεμάτη πού θα παίξει. Οι δε Νορβηγοί και οι μουσικοί που είναι στην ορχήστρα λένε ότι αυτός ήταν ένας από τους μαέστρους που ανέβασε την ποιότητα της ορχήστρας. Και τελικά έπαιξα. Υπάρχει δίσκος, υπάρχει και το όνομά μου. Και του λέω και αυτή την ιστορία του συγχωρεμένου του Γεραμάνη. Και ξέρεις τι έγραψε; Έγραψε όλα αυτά και συν ένα δικό του. Ότι ο Λάκης Καρνέζης είναι και μέλος στη συμφωνική ορχήστρα του Όσλο. Ε δεν είμαι μέλος (γέλια). Είναι ψέματα που δεν τα δέχεται ο οργανισμός μου αυτά.

Αυτός τα έκανε από αγάπη. Ήθελε μάλλον να ...μεγαλώσει τα γεγονότα.
Βεβαίως ναι, να τα κάνει μεγάλα. Αλλά να, βρέθηκε ευκαιρία ας πούμε, να την πω την ιστορία αυτή. Γιατί στο Rembetiko Forum βρέθηκε κάποιο παιδί που έγραψε κάτι για μένα. Ζητούσε κάτι πληροφορίες. Δε θυμάμαι τι όνομα είχε αυτό το παιδί. Μανώλης; Δε θυμάμαι.

Πού ήρθε και σας βρήκε; Στο Όσλο;
Ναι. Και γιατί το αναφέρω τώρα αυτό: Γιατί μπήκανε στοιχεία μέσα από το Γεραμάνη, γι’ αυτά που λέω τώρα. Γιατί αυτό το παιδί ζητούσε κάποιες πληροφορίες γύρω από μένα και βγήκανε αυτά που σου ανέφερα πιο πάνω και για τον Υπουργό και για την ορχήστρα. Κατάλαβες; Και λέω, είναι και μια ευκαιρία να τα διορθώσω αυτά για να νιώθω πιο καλά. Δηλαδή γιατί θα νιώθω πιο καλά; Αν κάποιος μου πει τίποτα θα του πω διάβασε εκείνο το κομμάτι να δεις ότι το διόρθωσα. (γέλια). Δεν το άφησα να περάσει έτσι. Και άλλη μια ιστορία στο περιοδικό «Δίφωνο», μια δημοσιογράφος έγραψε «τότε που μπήκατε στην Columbia έχει ακουστεί ότι τα κρεμάσανε τα μπουζούκια τους οι άλλοι ή βάλατε πολλά πράγματα κι αυτά.» Εγώ δεν ήθελα τώρα να της πω ότι βέβαια ο Τσιτσάνης το κρέμασε το μπουζούκι του μια περίοδο, γιατί τα παίζαμε εμείς τα τραγούδια. Εγώ κι ο Κώστας. Γιατί βγαίναμε πιο καθαρά. Όπως το έχω πει πολλές φορές -και στο Γεραμάνη το είπα σε μια συνέντευξη στο ραδιόφωνο- έχει γίνει κάποια λάθος κατάσταση με τους ρεμπετολόγους, που τους βάλανε όλους σε ένα τσουβάλι και τους αναφέρουνε σαν δεξιοτέχνες και σαν βιρτουόζους. Δεν είναι έτσι. Δεν ήταν όλοι βιρτουόζοι. Το Μάρκο Βαμβακάρη ούτε βιρτουόζο θα τον πεις ούτε δεξιοτέχνη. Απλώς είχε ένα τρόπο να παίζει τα τραγούδια του. Για παράδειγμα αν έλεγες στο Μάρκο να παίξει τραγούδι του Χιώτη, δεν υπήρχε περίπτωση, ας τραβιότανε χρόνια. Αλλά δεν αμφισβητώ όμως και ούτε απορρίπτω τα τραγούδια που έγραψε. Δηλαδή σαν συνθέτη θα το βγάλω το καπέλο, σαν παίχτη όμως δε θα το βγάλω το καπέλο. Όμορφα και ωραία, όπως τα έπαιξε με τον τρόπο του. Καλά και άγια για κείνα τα χρόνια. Όπως και για τον Τσιτσάνη το ίδιο. Ο Παπαϊωάννου το ίδιο. Για μένα όμως ο Παπαϊωάννου ήτανε καλύτερος από το Βαμβακάρη στη δεξιοτεχνία. Όπως και ο Τσιτσάνης. Και το είπα στο Γεραμάνη κάποια στιγμή. Λέω: Ο Χιώτης τους έπαιζε όλους αυτούς. Και έβαζε και τα δικά του. Όπως έχει παίξει πολύ περίεργα το «Στα Τρίκαλα στα δυο στενά» του Τσιτσάνη. Είδες τι έχει ρίξει εκεί (γέλια). Την έκανε την εισαγωγή όπως ήθελε. Θέλω να πω δηλαδή ότι δεν ήτανε δύσκολο για το Χιώτη να τους παίξει όλους αυτούς. Ο Τσιτσάνης όμως δεν μπορούσε να παίξει το Χιώτη. Ούτε ο Παπαϊωάννου μπορούσε να παίξει το Χιώτη. Παίξανε τα κομμάτια τους αυτοί. Και πάλι αν κάτσουμε με ανάλυση να τα ακούσουμε καλά τα κομμάτια τους, θα βρούμε πολλές φράσεις που δε βγαίνουν καθαρά οι νότες. Και αν θες να το περάσεις το κομμάτι, λες: «ρε γαμώτο τι παίζει εδώ, τι νότες περνάει;». Και τις περνάει «σουρτά» το δάχτυλο. Δηλαδή δεν τις καρφώνει μία-μία. Επειδή δεν τις προλαβαίνει. Κατάλαβες; Ο Τσιτσάνης, παράδειγμα, περνάει σουρτά τις νότες. Τέλος πάντων.

Και ένα άλλο. Μεταξύ Τσιτσάνη και Παπαϊωάννου. Καμιά φορά ο κόσμος ακούει με το δικό του τρόπο, με τα δικά του αυτιά. Ο Τσιτσάνης όταν παίξει ένα ταξίμι, αν ακούς σωστά, δεν έχει ειρμό. Και τι εννοώ μ’ αυτό. Όταν θα μου πεις μια ιστορία για κάτι, θα μεταχειριστείς ορισμένες λέξεις για να μου την πεις την ιστορία. Και οι λέξεις αυτές και οι φράσεις που θα πεις, η μια μετά την άλλη, έχουν κάποιον ειρμό για την ιστορία που μου λες. Ε και το ταξίμι αυτό είναι. Πρέπει να έχεις έναν ειρμό στο ταξίμι. Το κάνεις να έχει σχέση η αρχή με τη μέση και το τέλος. Γιατί λες μια ιστορία χωρίς λόγια, αλλά με μουσική. Ελεύθερα παίζεις. Ο Τσιτσάνης αν τον προσέξεις στα ταξίμια του, η πρώτη φράση που έκανε με την άλλη που θα ’ρθει, είναι σαν να έφυγε από αυτή την ιστορία και σου λέει μία άλλη ιστορία αμέσως. Κατάλαβες; Δεν στην ολοκληρώνει την ιστορία. Ενώ ο Παπαϊωάννου, αν πιάσει ένα ταξίμι και αυτό που κάνει ειδικά στο «Λα Ματζόρε», ε τον βλέπεις και σου λέει μια ιστορία και την τελειώνει μέχρι που τελειώνει το ταξίμι. Το βλέπεις, έχει μια ομορφιά το ταξίμι του Παπαϊωάννου. Κατάλαβες; Από πάνω μέχρι κάτω σού την λέει, σου την τελειώνει την ιστορία. Ο Τσιτσάνης σου λέει δυο λόγια μικρά για την ιστορία και σε πετάει σε άλλη ιστορία. Στις φράσεις που κάνει μέσ’ το ταξίμι. Έτσι τα έχω δει τα πράγματα εγώ, σαν μουσικός και σαν παίχτης του μπουζουκιού.

Άρα λοιπόν δεν τους βάζουμε σε όλους σε ένα τσουβάλι. Ο καθένας είναι ξεχωριστός.
Μπράβο, μπράβο! Να υπάρχει μια διαλογή. Πάνε και μαζεύουνε το στάρι. Ε δεν τα βάζουνε όλα μέσα. Τα καθαρίζουνε μέχρι να φτάσει να γίνει αλεύρι. (γέλια). Έτσι δεν είναι;

Από την άλλη υπάρχει μία παρεξήγηση για το τι σημαίνει δεξιοτεχνία. Με την έννοια ότι όποιος παίζει γρήγορα είναι και δεξιοτέχνης. Είναι σωστό αυτό;
Από μία άποψη είναι σωστό αυτό. Η δεξιοτεχνία έχει σχέση με το να παίξεις δύσκολα πράγματα, που δεν μπορεί να τα παίξει ο οποιοσδήποτε. Έχει σχέση και με τα γρήγορα και με τις δύσκολες φράσεις. Γιατί μια φράση που δεν είναι γρήγορη, μπορεί να είναι δύσκολη. Γιατί ένας μπουζουξής απλός, που δεν είναι δεξιοτέχνης, ακόμα και τα απλά πράγματα τον βλέπεις ότι βγαίνουνε λίγο ζορισμένα καμιά φορά ή δε θα βγούνε καθαρά.

Ο Θύμιος ο Στουραΐτης σε μια συνέντευξη μου είπε ότι είναι δύσκολο να παίξεις τραγούδια όπως τα παίζανε οι παλιοί. Έχουν ένα χρώμα που δεν μπορείς να το πιάσεις.
Βέβαια, δεν μπορείς να το πιάσεις, γιατί είχαν το δικό τους χρώμα.

Αυτό δεν είναι μέρος όμως της δεξιοτεχνίας;
Όχι, όχι και θα σου πω γιατί. Άμα κάτσεις και ασχοληθείς, αν είσαι δεξιοτέχνης και θέλεις να το βγάλεις το κομμάτι όπως το έπαιξε ο Μάρκος, θα χτυπηθείς λίγο, για να μάθεις ακριβώς τις νότες που παίζει και πώς τις έπαιξε. Δηλαδή μπορείς να την βρεις την άκρη. Αλλά πολλοί δεν μπορούν. Ας πούμε αν μπεις πολύ βαθιά μέσ’ του Μάρκου το παίξιμο και στο μπουζούκι του πώς ακούγεται, θα ανακαλύψεις ότι οι δύο χορδές δεν είναι απόλυτα κουρδισμένες.

Εσκεμμένα το έκανε;
Δε νομίζω! Ήτανε και τα όργανα, ήταν και οι χορδές εκείνα τα χρόνια… ξέρω ’γω τι μπορεί να ήτανε; Αλλά θα ανακαλύψεις αυτό στο Μάρκο. Γι’ αυτό και έχει αυτό τον περίεργο ήχο, που τον ακούς όπως παίζει. Αλλά πρέπει να έχεις πολύ καλό αυτί και να ασχοληθείς σοβαρά. Δηλαδή όχι να το ακούσεις ξώφαλτσα, βάλτο να το ακούμε και …’ντάξει! Μπες μέσα, σταμάτα κει να δεις τι κάνει, εδώ, τι παίζει; Πώς το παίζει; Και θα το παίξεις, αν είσαι καλός παίχτης θα το παίξεις. Για παράδειγμα έμαθα ένα τραγούδι του Μάρκου από μια εκτέλεση που τραγουδάει ο ίδιος, παίζει ο ίδιος, αλλά παίζει και κάποιος άλλος! Ίσως να είναι ο Δομένικος, γιατί και αυτός ήτανε καλός παίχτης. Ο γιος του. Πιο καλός παίχτης από το Στέλιο.

Είναι πιο καλός παίχτης από το Στέλιο;
Βέβαια, βέβαια! Είναι πιο καλός παίχτης ο Δομένικος από το Στέλιο. Ο Στέλιος είναι πιο απλός στο παίξιμό του. Ο Δομένικος είχε και δεξιοτεχνία. Γι’ αυτό και προχώρησε μετά, έμαθε πιάνο. Λοιπόν και από αυτό το δίσκο έκατσα και το έμαθα εγώ αυτό το κομμάτι. Αλλά για να βρεις τώρα δυο μπουζούκια που παίζουνε και τόσο χύμα μεταξύ τους και οι δυο τους χωρίς ρεύμα… Είναι το τραγούδι που λέει «Τι μ’ ωφελούν οι Άνοιξες», και κάποια στιγμή μεσ’ στο τραγούδι κάνει μία φράση το άλλο το μπουζούκι, ενώ τραγουδάει ο Μάρκος, περίεργη που δεν υπήρχε περίπτωση να την παίξει αυτή τη φράση ο Μάρκος. Ούτε στα νιάτα του έτσι. Ποτέ δε θα έβαζε μια τέτοια φράση. Αλλά επειδή φαίνεται του άλλου πηγαίνανε τα χέρια του λίγο πιο πολύ, στην απάντηση αυτή έκανε αυτή τη φράση. Ε και λέω: Εντάξει, ας το μάθω κι αυτό να δω πώς το κάνει. Και το έμαθα και έτσι και αλλιώς. Και θέλω να σου πω, έπαιξα τώρα κάτι του Μάρκου γιατί έκανα μια δουλειά στη Νορβηγία, στο Νορβηγικό θέατρο, η οποία δουλειά ονομάστηκε «Μπουζούκι». Και ήτανε γύρω από μένα και γύρω από το μπουζούκι η ιστορία. Και εκεί μέσα ξεκινάω με Μάρκο Βαμβακάρη 3 με 4 τραγούδια, βάζω Τσιτσάνη, Παπαϊωάννου (δε θυμάμαι τη σειρά τώρα, δεν έχει σημασία), Μητσάκη, Χιώτη και κάποιους άλλους, δεν μπορώ να θυμηθώ τώρα. Διάλεξα τέλος πάντων από αυτούς που γράψανε πραγματικά πράγματα και βάζω Χατζιδάκι και Θεοδωράκη. Και το προτελευταίο τραγούδι ήτανε του Θεοδωράκη τη «Ρωμιοσύνη», την οποία την παίξαμε στα ελληνικά, γιατί όλα τα άλλα τα μεταφράσαμε στα νορβηγικά. Δηλαδή μεταφρασμένος Μάρκος, Τσιτσάνης, Μητσάκης όλοι αυτοί να πούμε.

Και πώς ταιριάξανε ρίμες και τέτοια;

Ναι, ταιριάξανε. Γιατί είχα και μια κοπέλα από την πρεσβεία την ελληνική που τα ήξερε καλά τα Νορβηγικά. Της λέω, θέλω να μου γράψεις ωμά ακριβώς το θέμα. Τα λόγια, ό,τι γράφουνε τα τραγούδια. Δεν της είπα να μου το κάνει στιχάκια, γιατί είχα το Νορβηγό του θεάτρου και αυτός τα έκανε όλα σωστά. Και ήτανε πολύ ωραία, να πούμε.

Ποια τραγούδια παίξατε εκεί;
Έβαλα του Τσιτσάνη το «Όταν συμβεί στα πέριξ», έγινε καλή φάση. Ν’ ακούς τώρα τους Νορβηγούς, ηθοποιοί Νορβηγοί να πούμε, και μιλάμε τώρα για μεγάλους ηθοποιούς εκεί. Και το θέατρο είναι ένα από τα μεγαλύτερα της Νορβηγίας. Εμένα με έχουν βάλει πάνω στη σκηνή και μπροστά έχουν κάνει μια καταπακτή σαν υπόγα, ας πούμε, και αρχίζω εγώ με ένα ταξίμι. Και έτσι αρχίζει το δεύτερο μέρος του έργου. Και βάζω τις πρώτες 5-6 νότες του Τσιτσάνη, ακριβώς όπως τις παίζει και μετά κάνω δικό μου ταξίμι. Αλλά η αρχή του ταξιμιού είναι ακριβώς όπως το παίζει ο Τσιτσάνης στο τραγούδι αυτό. Και αρχίζουνε σηκώνουνε αυτή την καταπακτή και βγαίνει ντουμάνι από μέσα, με ναργιλέδες και τέτοια (γέλια). Και βγαίνουν ένας-ένας μαστούρια, ας πούμε, δίνουν ο ένας στον άλλο πάσα το ναργιλέ που έχουνε και φουμάρουνε κι αρχίζει ένας και τραγουδάει «Γιατί ρωτάτε να σας πω…»

Στα Νορβηγικά...
Ναι. Στα Νορβηγικά (γέλια).

Την εποχή του ’55 - ’60, που εσείς ήσασταν στο ξεκίνημα, υπήρχε το κλίμα με τους τεκέδες;

Υπήρχε, βέβαια!

Συμμετείχατε εσείς σε αυτές τις παρέες;

Κοίταξε, συμμετείχα και καμιά φορά. Μπήκα και στο κλίμα αυτό.

Περάσατε δηλαδή και από τους τεκέδες;
Πέρασα. Όχι τεκέδες ακριβώς, δηλαδή σαν του Μπάτη τον τεκέ που λέγαμε, όχι δεν πέρασα. Αλλά φουμάρανε χασίσι και στα μαγαζιά τότε που δούλευα. Πάντα υπήρχανε άνθρωποι και της δουλειάς άνθρωποι που φουμάρανε. Γνώρισα και από αυτή την ιστορία κάπως, αλλά νομίζω γλίτωσα! Γιατί καθάρισα γρήγορα.

Υπάρχει και η φήμη ότι βοηθάει στη συγγραφή το χασίσι.
Κοίταξε το χασίσι σε πάει σε ένα άλλο επίπεδο. Καπνίζοντας χασίσι, μπαίνεις σε ένα άλλο επίπεδο, που ο εγκέφαλος μπαίνει σε κάτι άλλα κουτιά, που χωρίς το χασίσι ίσως να μην έμπαινες. Δεν είσαι έξω από τον κόσμο. Είσαι μες τον κόσμο, μιλάς κανονικά, αλλά κάπου το μυαλό έχει ανοίξει και κάποια άλλα πράγματα.

Τα οποία μπορεί να τους έδιναν κάτι; Ας πούμε έμπνευση;
Μπορεί. Αλλά η ουσία όμως είναι μία. Το χασίσι όταν αρχίσεις και το φουμάρεις στις αρχές, μπορεί να σε πειράξει, να κάνεις εμετούς και τέτοια, όπως το κρασί. Αν πάθεις τέτοια πλάκα, δε θα το ξαναβάλεις στο στόμα σου. Αλλά άμα «τη βρεις» που λέμε, έτσι κι έχεις το χαχαχούχα και τα γέλια και το ένα και τ’ άλλο και πάμε να φάμε και γλυκά και τέτοια, εκεί έμπλεξες! Θα την ξανακάνεις. Και η εμπειρία είναι ότι όσο καιρό κρατάει αυτή η ιστορία, με τα χαχαχουχα, με τα γλυκά και με την παρέα πλάκα και λοιπά, γιατί η παρέα πάντα ήτανε κλειστό κύκλωμα σε τέτοιες ιστορίες, δεν μπορεί με τον καθένα να κάπνιζες χασίσι, κάποια περίοδο όταν συνεχίζεις να είσαι σε αυτό το κλίμα, αρχίζεις πλέον να μην έχεις όρεξη να τρως. Δεν έχεις το ίδιο χαχαχούχα. Δεν γελάς πλέον. Μπαίνεις σε μια άλλη φάση του χασισιού. Αν θες να το σταματήσεις δεν μπορείς. Είναι δύσκολο. Όχι πόνους. Πόνους και τέτοια που λένε δεν ξέρω. Από αυτή την ιστορία με τις κοκαΐνες, με ενέσεις και τέτοια δεν είχα καμία σχέση ποτέ. Αλλά σταματάς να τρως. Και από κει ξεκινά η ζημιά. Αν δεν προλάβεις να καθαρίσεις από κει, είσαι καταδικασμένος να πας και πιο πέρα. Γι’ αυτό λέω καμιά φορά, γλίτωσα ορισμένα πράγματα (γέλια). Αυτή είναι η ιστορία. Και πραγματικά η νύχτα είναι περίεργη, να μπλέξεις με τέτοια. Δεν είναι δύσκολο.

Γι’ αυτό σας κάνω κι εγώ αυτή την ερώτηση. Γιατί λένε -και πιο πολύ οι πιτσιρικάδες- ότι ο Μάρκος έπινε τόσους ναργιλέδες γι’ αυτό έγραφε και τραγουδάρες.
Δε νομίζω να γράψεις τραγούδι με το να φουμάρεις. Μπορείς και να γράψεις όμως. Μπορεί ορισμένους να τους βοήθαγε αυτό το πράγμα. Αλλά έχουμε και την απόδειξη ότι η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου δε φουμάριζε για να γράψει. Ο Κώστας ο Βίρβος δε φουμάριζε για να γράψει αυτά που έγραψε. Και πολλοί άλλοι. Ο Κολοκοτρώνης το ίδιο. Κατάλαβες. Δεν μπορείς να το πεις απόλυτα αυτό το πράγμα. Κι βέβαια εγώ λέω για τα νέα παιδιά μακριά από τέτοια!

Το ίδιο ισχύει και για τους μουσικούς. Δε σημαίνει ότι άμα φουμάρεις θα παίξεις καλύτερα.
Όχι. Ίσα-ίσα. θα παίξεις χειρότερα!! Και θα παίξεις χειρότερα και με το χρόνο, αν συνεχίσεις και είσαι σε αυτό το λούκι, θα αρχίσεις και να ξεχνάς. Να μη θυμάσαι. Θα παίζεις και θα κολλάς! Γι’ αυτό λοιπόν εγώ λέω για τους νέους, με χασίσια και με ναρκωτικά και με όλα αυτά, μακριά! Δηλαδή θα τους πάνε σε λάθος δρόμους, σε καταστροφή και δε θα τους βγάλουν πουθενά! Πουθενά δε θα σε βγάλει. Δηλαδή του ναρκωτικού η πορεία είναι η καταστροφή! Τίποτε άλλο! Χάνεσαι απ’ όλα. Μετά μπλέκεις με ανθρώπους για να φουμάρεις που σε διαφορετική περίπτωση ούτε καλημέρα δε θα τους έλεγες. Και λόγω του ότι την ψάχνεις να τη βρεις, πας και κει να πούμε. Βέβαια δεν είναι όλοι οι άνθρωποι που καπνίζουν χασίσι έτσι, αλλά μέσα σε αυτό το κλίμα υπάρχουν και τέτοιοι και λες: Τι δουλειά έχω εγώ τώρα μ’ αυτούς; Δε σημαίνει ότι είναι κακοί άνθρωποι, αλλά δεν είναι το στοιχείο σου, να πούμε. Δε θα έκανες παρέα με τίποτα. Κατάλαβες;

Και μιας και μιλήσαμε για δεξιοτέχνες. Για τους σημερινούς έχετε κάποια άποψη;
Ναι. Έτυχε να ακούσω ορισμένα παιδιά και έχω άποψη. Δεν έχει καμία σημασία η σειρά που θα τους αναφέρω. Ο γιος του Γιάννη του Τατασόπουλου, ο Νίκος, είναι παίχτης. Είναι δεξιοτέχνης. Έχει ευχέρεια μεγάλη να παίξει πράγματα. Ο Καραντίνης. Δεν τον ξέρω προσωπικά, αλλά έτυχε να τον ακούσω μέσω internet και βλέπω ότι το παιδί πραγματικά έχει και δάχτυλα και πένα να πούμε. Δεν κολλάει. Ο Βαγγέλης ο Τρίγκας. Παίζει πολύ ωραία πράγματα. Και δύσκολα και δεξιοτεχνικά. Είναι πολύ σπουδαίος παίχτης. Δηλαδή δε θα κολλήσει να παίξει οτιδήποτε. Είναι τα παιδιά από το συγκρότημα «Δρόμος». Και αυτά τα παιδιά είναι πολύ καλοί δεξιοτέχνες. Και επίσης είναι και ο Πάππος, με τον οποίο μίλησα μαζί του μέσω Skype.

Υπάρχουνε πάντως κάτι παίχτες που μπορούν να παίξουν ό,τι μπορείς να φανταστείς. Όσες χιλιάδες νότες και να τους βάλεις θα τις παίξουνε. Αλλά αυτό το πράγμα δεν είναι και ωραίο ακούγεται σαν μηχάνημα.
Ναι-ναι. Κοίταξε μου έστειλε ο Γιώργος ο Κοντογιάννης ένα cd που έκανε με τον Κώστα το Δουμουλιάκα. Και σε αυτό το cd παίζουνε πολλοί. Παίζει ο Δουμουλιάκας, ο Καραντίνης κ.ά.

Παίζει και ένας άλλος εξαιρετικός, ο Στεργίου.
Ναι, δεν τον ξέρω αυτόν. Και παίζει και ο Τατασόπουλος ο Νίκος εκεί μέσα. Λοιπόν το άκουσα και το ξανάκουσα, όχι με μια φορά μόνο, για να έχω κάποια γνώμη. Ενώ -και έρχομαι σε αυτό που λες τώρα- παίζουνε «παπάδες» τα παιδιά, πράγματα δύσκολα, ένα πράγμα ανακάλυψα εκεί σε αυτά τα παιδιά όση ώρα τους άκουγα και το άκουγα και μόνος μου για να είμαι φουλ μέσα: Ενώ τραγουδάει ο τραγουδιστής, παίζουνε πολλά πράγματα από πίσω. Και στις απαντήσεις που κάνουνε και σ’ αυτά. Κάποια στιγμή αισθάνθηκα ότι σαν να παίζουνε θυμωμένα. Δηλαδή οι φράσεις από τα μπουζούκια τους βγαίνανε σαν να ήτανε θυμωμένοι που παίζανε. Αυτό τι σημαίνει; Δεν κοιτάξανε να κολλήσουνε στο χρώμα του τραγουδιού. Δηλαδή να κάνουν μια απάντηση που να έχει κάποια σχέση με τον τραγουδιστή: Ούτε τον τραγουδιστή να φάω ούτε και να παίζω νότες μεγάλες και να μη βγει αυτό που λέει ο τραγουδιστής. Και αυτό το είπα και στο Γιώργο. Λέω: Ενώ παίζουνε ωραία πράγματα και δύσκολα πράγματα, δεν έχουνε σχέση με το τραγούδι που παίζουνε. Το τραγούδι χρειάζεται κάποια στιγμή να ρίξεις και κάτι αργές νότες στις απαντήσεις, που να βγούνε μάγκικες νότες… Πώς να το πω; Να έχουν ένα βάρος και μια καθαρότητα αλλιώτικη. Άμα μου παίζεις συνέχεια σε ένα ζεϊμπέκικο πολλές νότες, κάποια στιγμή θα πεις: Τι έγινε; Θύμωσε ο μπουζουξής και παίζει έτσι; Κατάλαβες; Αυτό βγήκε σε μένα.
Ενώ, όπως σου είπα, αυτούς ξεχωρίζω και πραγματικά είναι παίχτες. Με αυτό το πράγμα δε μειώνω τίποτα. Αλλά κάτι λείπει από αυτά τα παιδιά να πούμε. Ο Τρίγκας μου έδωσε ένα δίσκο του τώρα, έχω και έναν άλλο. Μάλιστα, όπως του το είπα, η πένα του μοιάζει με του Μπέμπη. Η πένα του είναι σαν να ακούς τον Μπέμπη να πούμε. Ακριβώς με αυτό το στυλ παίζει. Καθαρές οι νότες και στραγάλι όλες. Αλλά άκουσα το δίσκο τώρα που ερχόμουνα από το χωριό, μέσ’ το αυτοκίνητο και άκουσα αυτό: Σε όλα τα τραγούδια πολλές νότες.

Το παρακάνει με τις αναλύσεις κι όλα αυτά;
Είναι κουραστικό. Και δε μου δίνει το χρώμα. Τραγουδάς εσύ, λες ένα τραγούδι, μια ιστορία. Πρέπει να τη σεβαστώ αυτή την ιστορία, γιατί το μπουζούκι με τον τραγουδιστή κάνει ένα διάλογο εκείνη την ώρα. Δεν είναι ξεχωριστό πράγμα. Αν σε αυτό το διάλογο εγώ δε συμμετέχω, αν εσύ λες μια ιστορία κι εγώ πλακώνομαι από πίσω με χιλιάδες νότες, δεν κάνω διάλογο πλέον με τον τραγουδιστή. Κατάλαβες; Χάνεται αυτός ο διάλογος. Γιατί το μπουζούκι αυτό ήτανε. Τραγούδι, η απάντηση πίσω ξανά και γι’ αυτό βγαίνει αυτό το πράγμα που βγαίνει. Θέλεις να κάνεις δεξιοτεχνικά πράγματα; Κάνε ένα σόλο και ρίξε εκεί παπάδες, ό,τι θέλεις να πούμε (γέλια). Αλλά μου αρέσει όμως ο Τρίγκας σαν παίχτης. Λείπει όμως αυτό που λέμε. Όπως και ο Καραντίνης να πούμε. Τον βλέπεις τσιφτετέλια, κακό, ιστορία. Άσε ρε γαμώτο. Παίξε μου και μια αλλιώτικη νότα. Δε λέω, είναι ωραίο να είσαι δεξιοτέχνης. Να μπορείς να παίζεις τα δύσκολα. Αλλά μπες στο κλίμα τού κάθε τραγουδιού που παίζεις. Θες να κάνεις δύσκολα πράγματα και δεξιοτεχνικά; Μην έχεις τον τραγουδιστή. Παίξε σόλο. Και κάνε ό,τι θέλεις εκεί. Αλλά όταν συνοδεύεις ένα τραγουδιστή, πρέπει να μιλήσεις μαζί του. Να γίνει πάσα. Να πετάς την μπάλα και να στην πετάει. Αλλιώς βαριέσαι να τον ακούς.

Άρα κατά την άποψή σας μία από τις βασικές προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί κάποιος δεξιοτέχνης είναι ότι πρέπει να μπορεί να τα παίξει όλα.
Ναι, δηλαδή να παίξεις και τα δύσκολα που λέμε, αλλά δεξιοτέχνης δεν μπορείς να χαρακτηριστείς αν παίξεις μόνο τα απλά και δεν μπορείς να παίξεις και τα δύσκολα.

Μπορείς να χαρακτηριστείς δεξιοτέχνης μόνο με την ταχύτητα;
Όχι, όχι!. Πρέπει να τα έχεις και τα δύο. Και χρώμα και την ταχύτητα. Αλλιώς είσαι χαμένος.

Από τους παλιούς, εκτός από τον Τσιτσάνη, προλάβατε να γνωρίσετε άλλους;
Βέβαια. Και το Χατζηχρήστο, αλλά δεν είχα σχέση μ’ αυτούς, δηλαδή δεν έπαιξα με αυτούς. Στο μπαράκι τούς γνώρισα. Το Μάρκο τον είχα γνωρίσει μια φορά που έμενε στην Παλιά Κοκκινιά, κάπου εκεί κοντά στο σπίτι του είχε ένα υπόγειο, μια ταβέρνα, την οποία ταβέρνα την είχε ενός φίλου μου ο θείος. Και είχαμε πάει μια φορά και θυμάμαι το Μάρκο που καθόταν κάτω στο ταβερνάκι εκεί και έτσι τον είδα. Δε νομίζω ότι είχα καμία άλλη επαφή με τον Μάρκο.

Τότε με τον Μπιθικώτση που τραγούδησε τα τραγούδια του;
Ούτε τότε τον είχα δει. Αλλά με το Γρηγόρη είχαμε παίξει τα τραγούδια του Μάρκου στην Columbia. Μαζί με τον Κώστα τα παίξαμε. Με τον Παπαϊωάννου παίξαμε κάποιες επανεκτελέσεις από τραγούδια του στην Columbia που τραγούδαγε ο Μπιθικώτσης. Σε μαγαζιά δε δούλεψα μαζί του.

Στα μαγαζιά με ποιούς δουλέψατε;

Έχω δουλέψει με τη Σωτηρία Μπέλλου, αλλά όχι για πολύ καιρό, επάνω στο «Ζέφυρο», ένα μαγαζί που μάλιστα εκείνη την εποχή το λέγανε «του Θείου». Ο Θείος ήταν ένα θηρίο, ψηλός. Και έχω φωτογραφία ένα καλοκαίρι με το Θείο όρθιο σε ένα δέντρο, δίπλα μου η Σωτηρία Μπέλλου και με έχει αγκαλιά κι εγώ με το μπουζούκι, από δίπλα μου ο Σπύρος ο Καλφόπουλος και παραδίπλα ο Γιάννης ο Τζιβάνης. Αυτοί ήμασταν όλοι κι όλοι (γέλια).

Αυτό ήτανε στη Νέα Φιλαδέλφεια;

Ναι στη Νέα Φιλαδέλφεια. Μετά δούλεψα και με την Γκρέυ στο ίδιο μαγαζί και με το Λαύκα, μαζί με Αντώνη Μουστάκα, με Βασίλη Βασιλειάδη ακορντεόν, με Μέρτικα πιάνο, αλλά δεν το είχε πια ο Θείος. Το είχε ο Βασίλης ο Ξυπολυτάκος.
Την Αλιφραγκή θυμάμαι, τότε στην Κοκκινιά που πρωτόβγαινε, αν παίξαμε ένα Σαββατοκύριακο όλο κι όλο. Αυτό ήτανε.
Με το Γιάννη τον Παπαδόπουλο είχαμε παίξει στην πλατεία του Χαλανδρίου, όπου υπήρχε ένα μαγαζί, αναψυκτήριο ήτανε και είχε κάνει αυτός ένα συγκρότημα, το συγκρότημα Παπαδόπουλου και ήμουνα εγώ και νομίζω και ο Καλφόπουλος. Δεν είμαι σίγουρος. Έχω όμως μια φωτογραφία που είμαστε ντυμένοι όλοι με τα ίδια ρούχα. Κάτι μπλουζάκια παρδαλά, σαν κροκόδειλοι είμαστε (γέλια), όρθιοι, γιατί κάναμε πρόγραμμα να πούμε, βγαίναμε σαν πρόγραμμα.
Με την Γκρέυ ήμουνα 3 χρόνια και μετά έφυγα και πήγα στην Θεσσαλονίκη με το Στέλιο.

Με τον Καζαντζίδη;
Ναι, δουλέψαμε στη Θεσσαλονίκη, μαζί με τον Κώστα κι εδώ στο «Ροσινιόλ».

Με τον Γαβαλά;
Με το Γαβαλά όχι, δε δούλεψα σε κέντρο.

Με τον Αγγελόπουλο;
Με τον Αγγελόπουλο δουλέψαμε στο «Ροσινιόλ» μια φορά. Ήταν και η Γιώτα Λύδια μαζί. Μαζί με τον Κώστα κι κει.
Σε ορισμένα μαγαζιά τη βγάζαμε τη σεζόν, αν πήγαινε καλά. Αν δεν πήγαινε καλά… τι να κάνεις; Ούτε σε πληρώνανε ούτε τίποτα. Ούτε συμβόλαια να κάνεις. Τίποτα.

Με τον Θεοδωράκη πώς συναντιόσαστε;
Ο Μίκης άρχισε, όπως ξέρουμε, με το Χιώτη πρώτα. Τότε εγώ υπηρετούσα στην Αεροπορία στην Κρήτη. Έμεινα 8 μήνες εκεί. Γιατί πρώτα ήμουνα κάτω στην «127» στο Φάληρο. Όταν γύρισα από την Κρήτη ήδη είχε παίξει ο Χιώτης τον «Επιτάφιο», το «Αρχιπέλαγος», την «Πολιτεία» και τους «Λιποτάκτες». Κάπου στο ’60 πρέπει να ήτανε, γιατί πήρα τότε μετάθεση και ήρθα στην «127» και είχα ακόμη ένα χρόνο για να απολυθώ. Λοιπόν, όταν ήρθα άρχισα και τις ηχογραφήσεις πάλι. Ο Μίκης τότε είχε ήδη κάνει τον «Επιτάφιο» και όλα αυτά τα τραγούδια, τα οποία τα άκουγα από το ράδιο τότε και μου αρέσανε πολύ. Και έλεγα στον Κώστα: «Αυτά πρέπει να παίξουμε». Γιατί μου αρέσανε πολύ και μου αρέσανε και τα παιξίματα του Χιώτη. Σε αυτά τα τραγούδια. Σε όλα που έπαιξε. Γιατί έβαζε τα δικά του, έβαλε την προσωπική του σφραγίδα ο Χιώτης εκεί. Ξέχωρα από το Μίκη και την ποίηση.

Οι εισαγωγές και τα ενδιάμεσα που παίζει σε αυτά τα τραγούδια ο Χιώτης, είναι δικά του; Δηλαδή έχει βάλει το χέρι του και συνθετικά σε αυτά τα τραγούδια;
Σίγουρα, σίγουρα! Έχω ακούσει ότι τον βοήθησε πολύ το Μίκη σε αυτά τα τραγούδια. Γιατί ο Μίκης δεν ήξερε αυτό το κλίμα, το λαϊκό. Δεν ήξερε με τι τρόπο δουλεύουμε εμείς όλα αυτά τα τραγούδια τους δρόμους και όλα αυτά. Γιατί όταν λέμε «παίξε σε δρόμο Χιτζάζ», που λέμε εμείς, για τους θεωρητικούς ο δρόμος είναι η κλίμακα. Αυτή είναι η διαφορά. Δηλαδή η λέξη αλλάζει. Όταν κάνουμε μια κλίμακα της Ρε Μινόρε, εμείς θα το λέγαμε παίξε Μινόρε ή παίξε Νιαβέντι. Ε… οι θεωρητικοί αυτά τα ονομάζουνε κλίμακες. Την κλίμακα Μινόρε, την κλίμακα Ματζόρε κλπ. Αυτή είναι η διαφορά. Λοιπόν ο Μίκης δεν τα ήξερε αυτά. Σε δρόμους, τι σημαίνει το Χιτζάζ. Ας πούμε αν κάτσει και γράψει ένας θεωρητικός σε παρτιτούρα ένα Χιτζάζ κομμάτι, για παράδειγμα την «Δραπετσώνα» που είναι Χιτζάζ και αρχίζει από Ρε ματζόρε και τελειώνει σε Ρε Ματζόρε, η βάση του θα είναι το Σολ Μινόρε και όχι το Ρε Ματζόρε.

Λοιπόν και ο Χιώτης βέβαια και έβαλε την προσωπική του σφραγίδα στα κομμάτια του Μίκη, αλλά είχανε και πολύ δύναμη η ποίηση και η μελωδία του Μίκη, τα τραγούδια. Και οι τραγουδιστές που τα είπανε τα είπανε ωραία. Ο Στέλιος ο Καζαντζίδης που είπε το «Παράπονο», το «Βράχο» και όλα αυτά που είπε. Φανταστικά τα είπε. Όπως λέει και ο Μίκης μέσ’ στο βιβλίο του Κώστα του Παπαδόπουλου, τότε ήτανε κάτι ονειρικό αυτό που ζήσαμε εκείνη την εποχή. Και πραγματικά έτσι ήτανε. Κάπου ήμασταν χαμένοι μέσ’ στη μουσική τότε. Νύχτα-μέρα (γέλια). Νύχτα-μέρα. Δεν υπήρχε ώρα που να μην ήμασταν με τα μπουζούκια στο χέρι. Μετά φεύγει ο Χιώτης στην Αμερική και ο Μίκης λέει στον Λαμπρόπουλο: «Τι θα κάνω τώρα που μου έφυγε ο Χιώτης; Δεν έχω μπουζούκι». Και αυτά δεν είναι δικά μου λόγια. Μου τα είπανε άλλοι. Του έφυγε ο Χιώτης και ποιον να έπαιρνε. Ο Τάκης ο Λαμπρόπουλος μας ήξερε εμάς τότε, γιατί εμείς ήμασταν πιο μπροστά από το Μίκη στην Columbia. Λέει «θα σου στείλω εγώ δυο παιδιά και άκουσέ τα». Ο μόνος που έκανε πρόβες τότε σε ένα καμαράκι στη Λυκούργου, στα καταστήματα Αφοί Λαμπρόπουλοι, ήταν ο Μίκης. Εκεί δεν έκανε άλλος πρόβα. Και μας ειδοποιεί ο Διονύσης ο Μηλιόπουλος από το τηλέφωνο να πάμε στις 5 η ώρα το απόγευμα να κάνουμε πρόβα. Εγώ κατάλαβα ότι θα είναι πρόβα με το Μίκη και το λέω στον Κώστα. Και χάρηκα τόσο πολύ τότε να πούμε. Και πραγματικά πήγαμε εκεί, ήτανε ο Μίκης στο πιάνο και καθίσαμε. Το πρώτο κομμάτι που κάναμε πρόβα πρέπει να ήτανε το «Βρέχει στην φτωχογειτονιά», αλλά δεν είμαι απόλυτα σίγουρος. Το παίζει ο Μίκης στο πιάνο και τότε εμείς… Δεν ήθελε και πολύ, τότε το μυαλό μας δούλευε Παναγία μου και τα αυτιά μας, ας πούμε. Και μένα και του Κώστα. Σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα το είχαμε μάθει με πρίμο- σιγόντο. Εγώ πολλές φορές δε χρειαζότανε ο συνθέτης να μου πει τις δεύτερες, εκτός αν ήθελε τίποτα περίεργες δεύτερες.

Ισχύει το ότι όταν γίνατε ντουέτο με τον Παπαδόπουλο είχατε κανονίσει εσείς να παίζετε δεύτερες;
Με τον Κώστα; Όχι, δεν το κανονίσαμε. Βγήκε μόνο του. Έτσι το κάναμε από την αρχή, γιατί εγώ τα έβγαζα γρήγορα τα σιγόντα. Το είχα μάθει από έναν κιθαρίστα πώς γίνεται με τα σιγόντα, λίγο αρμονικά και τέτοια και ήξερα. Μόλις παίζανε τα πρίμα, τα μάθαινα. Γιατί για να βγάλω τα σιγόντα έπρεπε να μάθω τα πρίμα. Οπότε ο Κώστας έκανε μία δουλειά. Μάθαινε τα πρίμα και καθάριζε. Εγώ μάθαινα τα πρίμα και αμέσως κόλλαγα τα σιγόντα. Κατάλαβες; Κι έμεινε έτσι να παίζουμε. Και δεν είχαμε μεταξύ μας πρόβλημα, ούτε εγώ ούτε ο Κώστας. Ούτε εγώ το σκέφτηκα ποτέ ότι να ο Κώστας παίζει το πρώτο μπουζούκι κι εγώ το δεύτερο. Γιατί και οι δύο τις ίδιες δυσκολίες είχαμε. Και πολλές φορές εγώ είχα περισσότερες δυσκολίες, γιατί έπρεπε να ανοίξω τα δάχτυλά μου πιο πολύ σε ορισμένες θέσεις για να παίξω. Τέλος πάντων, αυτό όμως δεν το σκεφτήκαμε ποτέ. Εγώ λέω καμιά φορά, να βάλω όποιον μπουζουξή θέλει, να κάτσει να βγάλει όλα αυτά τα σιγόντα που έχω παίξει εγώ με τον Κώστα στη δισκογραφία. Να δούμε τι θα βγάλει. Να δει τι έχουμε κάνει εκεί μέσα. Και πολλές φορές στους λαϊκούς συνθέτες αλλάζαμε και τις αρμονίες, λόγω των σιγόντων. Βάζαμε όποια αρμονία ταίριαζε λόγω των σιγόντων.

Οι εκτελεστές παρέμβαιναν στις συνθέσεις;
Ναι, βέβαια! Τα πειράζαμε πολλές φορές. Αλλά ο Μίκης ερχότανε πάντα έτοιμος. Πάντα ήξερε τι ήθελε. Καταρχήν στα μπάσα και στις κιθάρες τους είχε έτοιμες τις νότες γραμμένες.

Αυτά που παίζατε στου Μίκη τα τραγούδια, ιδίως στις εισαγωγές, ήτανε ατόφιες; Δηλαδή σας τις έδειχνε ο Μίκης;
Ναι, ναι, ατόφιες. Αλλά τον τρόπο που θα το παίζαμε, τον κάναμε εμείς, γιατί εμείς ξέραμε την τεχνική του μπουζουκιού. Δεν την ήξερε ο Μίκης. Για παράδειγμα σε ορισμένα σημεία έπρεπε να παίξουμε τρέμολο. Σε ορισμένα να παίξουμε τις πενιές. Ήτανε διαφορετικός ο τρόπος.

Στους χαρταετούς δηλαδή σας το είχε δώσει όλο ο Μίκης πώς θα παίξει το μπουζούκι;
Στους χαρταετούς καταρχήν πρώτη εκτέλεση είναι ο Ζαμπέτας. Ναι, μας είχε δώσει τι θα παίξουμε.

Ενώ του Ζορμπά;
Του Ζορμπά τα βρήκαμε μέσ’ στο στούντιο. Δηλαδή υπήρχε το «Στρώσε το στρώμα σου για δυο» και από κει, με την εικόνα στο πανί, ας πούμε του Ζορμπά, κάναμε όλη αυτή τη δουλειά. Δηλαδή μέσα στο στούντιο έγινε όλη η εργασία και βγήκε αυτό που βγήκε στο φιλμ. Παίξαμε την εισαγωγή πρώτα, μετά σιγά-σιγά να γίνει το συρτάκι, έλεγε κι ο Μίκης κάποια πράγματα και βγήκε.

Ισχύει αυτό που λένε ότι ένα μέρος του Ζορμπά είναι βασισμένο σε ένα παλιό κρητικό τραγούδι;
Ένα μέρος, όχι όλο. Και η πλάκα ποια είναι τώρα με αυτό το θέμα. Γιατί το βλέπεις και καθαρά σε κείνο το σημείο ότι είναι κρητικό σαν πεντοζάλη. Φουλ μυρίζει Κρήτη να πούμε. Και μια φορά θυμάμαι, γιατί έχω παίξει και του Μαρκόπουλου πράγματα, και μόνος μου και με τον Κώστα παρέα, σε ένα ορχηστρικό παίζω εγώ και έχει ακριβώς το ίδιο θέμα. Μετά από το Μίκη. Και του λέω:
- Βρε Γιάννη αυτό είναι από το Ζορμπά του Μίκη.
- Εντάξει δεν πειράζει, μου λέει. Παίχτο, παίχτο (γέλια).
Και το έπαιξα. Δική του ευθύνη, δεν είχα εγώ κανένα λόγο να πούμε. Και έτσι υπάρχει και στου Γιάννη αυτό το θέμα.

Επί Χούντας βγήκατε έξω για συναυλίες;
Όχι, επί Χούντας δε βγήκα εγώ έξω. Δε βγήκα γιατί το ’66 αγόρασα αυτό το σπίτι εδώ που μένω. Μόλις είχε γεννηθεί και η πρώτη μου κόρη. Όταν έγινε η Χούντα δουλεύαμε στο «Τζάκι», στο Μουραμπά πίσω από τα ανάκτορα, στη Ρηγίλλης εκεί σε ένα μαγαζί. Εγώ μπουζούκι, ο Γιάννης Διδίλης πιάνο και ο Βαγγέλης ο Παπαγγελίδης μπάσο. Και τραγουδιστές ήτανε η Φαραντούρη, η Μαρίζα Κοχ και ο Αντώνης ο Καλογιάννης που τραγούδαγε για πρώτη φορά πλέον. Γιατί η πρώτη του φορά του Καλογιάννη ήτανε που τον πήραμε και τον πήγαμε στη Ρωσία με τον Μίκη. Και κάναμε 44-45 μέρες περιοδεία.

Δηλαδή περίπου το ’65;
Ναι το ’65. Να φανταστείς τότε κάναμε τις πρόβες με τον Αντώνη, για να μάθει τα τραγούδια, μέσα στο καράβι, μέσα στον κόσμο. Βγάλαμε τα όργανα μες το σαλόνι και παίζαμε. Και ήταν κόσμος από διάφορες χώρες εκεί, γιατί ξεκινήσαμε με το καράβι από τον Πειραιά και πήγαμε Οδησσό. Και από Οδησσό με αεροπλάνο κατευθείαν Μόσχα. Και η πρώτη συναυλία ήταν στην αίθουσα «Τσαϊκόφσκι». Φαντάσου τώρα τον Αντώνη που δεν είχε τραγουδήσει ποτέ στην ζωή του σαν επαγγελματίας, βρέθηκε να τραγουδάει στην αίθουσα «Τσαϊκόφσκι». Και ήτανε σπουδαίο αυτό και για τον Αντώνη αλλά και για μας βέβαια. Πραγματικά ήτανε φανταστικές περιοδείες αυτές. Πήγαμε σε διάφορα μέρη της Σοβιετικής Ένωσης...
Λοιπόν όταν έγινε η δικτατορία, θυμάμαι, εμείς είχαμε συμβόλαιο να πάμε να παίξουμε στην Θεσσαλονίκη. Το γκρουπ όπως ήμασταν στην μπουάτ. Και βέβαια, μόλις έγινε η δικτατορία, μας λέει αυτός που είχε το μαγαζί, ο Ναζιρίδης ο Δημήτρης: «Παιδιά δε γίνεται τίποτα».

Τι τραγούδια παίζατε με το σχήμα;
Θεοδωράκη παίζαμε. Λοιπόν και μας λέει ο Ναζιρίδης: «Παιδιά δεν γίνεται να παίξουμε». Ακόμα όμως δεν είχε απαγορευτεί ο Μίκης. Τα βράδια όμως κυκλοφορούσαν έξω στην Θεσσαλονίκη στρατιώτες φρουροί. Και του λέμε του Ναζιρίδη, να πάμε να παίξουμε και αν δεν πάει καλά να μην πάρουμε φράγκο. Να μη μας δώσει τίποτα. Αν πάει έχει καλώς. Δέκα μέρες θα παίζαμε στο κάτω-κάτω. Και τελικά συμφώνησε και πήγαμε. Πραγματικά τη βγάλαμε δέκα μέρες εκεί, παίζοντας και «Επιτάφιο» και ό,τι θέλαμε του Μίκη. Δε μας πείραξε κανείς. Και ήρθε και κόσμος. Παρόλο που απ’ έξω οι στρατιώτες με τα όπλα κάνανε τις βόλτες τους σε όλη την Θεσσαλονίκη και τους γύρω δρόμους. Φρέσκα τα πράγματα όλα. Μόλις γυρίσαμε όμως έγινε η απαγόρευση.
Και τότε έρχεται ο Διδίλης με ένα μικρό χαρτάκι, που δεν ξέρω ποιος του το έδωσε, με την υπογραφή του Μίκη και κάτι λόγια, να φύγουμε έξω εμείς. Να πάμε στη Γαλλία. Το Μίκη δεν τον είχανε πιάσει ακόμα. Έρχεται λοιπόν ο Διδίλης και μου λέει:
- Τη γνωρίζεις την υπογραφή;.
Ε εμείς την ξέραμε την υπογραφή από αυτόγραφα που έδινε ο Μίκης.
- Λέει να πάμε έξω, μου λέει.
Δίνουμε λοιπόν ένα ραντεβού στου Αντώνη το σπίτι, μαζευόμαστε όλοι και καθόμαστε να δούμε πώς θα πάμε έξω. Λέω εγώ:
- Πώς θα πάμε έξω; Έχουμε κάποιο συμβόλαιο; Θα έχουμε κάποια δουλειά ή απλώς φεύγουμε και όποιος θέλει εκεί μας μανατζάρει; Ή θα μας αφήσουν έξω και δε θα ξέρουμε τι μας γίνεται; Σαν την καλαμιά στον κάμπο;
Δεν υπάρχει ούτε συμβόλαιο ούτε είχαμε εγγύηση από κανέναν αν θα παίξουμε. Αλλά ο Μίκης λέει να πάμε. Λέω και γω στα παιδιά, στον Καλογιάννη, στη Φαραντούρη, στον Παπαγγελίδη και στο Διδίλη. Λέω, ο Διδίλης ήταν παντρεμένος, είχε και ένα κορίτσι εδώ, η Φαραντούρη νέα κοπέλα, ελεύθερη χωρίς υποχρεώσεις. Της λέω, εσύ Μαρία ίσως να είναι καλά που θα πας στη Γαλλία. Νέα κοπέλα είσαι, η Γαλλία είναι μια ελεύθερη χώρα, θα σε ενδιαφέρει να γνωρίσεις τον κόσμο. Εσύ Καλογιάννη του λέω, είσαι νέος τραγουδιστής, είχε και κάτι συγγενείς ο Καλογιάννης εκεί στο Παρίσι και σένα σ’ ενδιαφέρει, του λέω, να πας έξω, με ένα όνομα Θεοδωράκη πίσω σου, για να κάνεις κάτι. Και συ Βαγγέλη Παπαγγελίδη -χωρισμένος ο Βαγγέλης με τη γυναίκα του- και σένα, του λέω, δε σε πολυενδιαφέρει αν είσαι δω ή στη Γαλλία. Εγώ όμως λέω δεν μπορώ να έρθω έτσι. Στο ξεκάρφωτο. Γιατί έχω μια γυναίκα και ένα μωρό παιδί και δεν μπορώ να πω τους αφήνω και φεύγω.
 
Βέβαια για αγωνιστές ανθρώπους που δώσανε τη ζωή τους για ιδέες και τέτοια, δε μέτρησε ποτέ η οικογένειά τους. Όταν λέω δε μέτρησε, όχι με την κακή έννοια. Βέβαια μέτρησε. Απλά η ιδεολογία τους ήτανε πιο δυνατή και από την οικογένεια ακόμη. Δηλαδή πολλοί άνθρωποι θυσιάσανε την οικογένειά τους και βρεθήκανε στα ξερονήσια κι από δω κι από κει, χωρίς να σκεφτούνε αν θα έχει να φάει ή όχι. Αυτό δεν το κάνανε γιατί δεν αγαπούσανε την οικογένεια. Σίγουρα την αγαπούσανε και θέλανε να ήτανε όλα εντάξει. Αλλά κάνανε τη θυσία αυτή. Εγώ, δεν ξέρω πως το είδα, δεν μπόρεσα να κάνω αυτή τη θυσία. Να αφήσω το μωρό παιδί και τη γυναίκα μου για να πάω στο Παρίσι και να κάνω συναυλίες. Και χωρίς εγγύηση κιόλας αν θα κάνουμε συναυλίες ή όχι. Και έτσι δεν πήγα. Αλλά αργότερα που το ξεσκόνισα και μες το μυαλό μου όλο αυτό το θέμα, δεν ήτανε και εύκολο μετά από μία συνεργασία με το Μίκη να μείνεις κι εδώ. Έτσι; Ορισμένοι κιόλας μπορεί να σε βλέπανε και σαν πουλημένο ή δεν ξέρω τι. Δε μ’ ενδιέφερε καθόλου βέβαια πώς το είδε ο καθένας. Εγώ έπρεπε να κάνω την επιλογή μου. Και η επιλογή μου ήταν αυτή. Να μείνω με την οικογένειά μου. Έμεινα κι από δουλειά έξω μια-δυο σεζόν, γιατί μου κάνανε κάποιες προτάσεις και δε συμφώνησα στο μεροκάματο. Μετά άρχισα να δουλεύω. Άρχισα να δουλεύω ξανά. Και στα «Δειλινά» με Μπιθικώτση, Κόκοτα, Μοσχολιού και ο Κώστας μαζί, αλλά και χωρίς τον Κώστα στο ίδιο μαγαζί με Μοσχολιού, Ξανθόπουλο και Κόκοτα. Στα παλιά «Δειλινά» στην Κέας. Μετά στο μαγαζί «13» με τον Κόκοτα, μέσ’ στη χούντα όλα αυτά.
Μετά από τη Χούντα, στα μεγάλα μαγαζιά το κλίμα άρχισε να γίνεται λίγο αλλιώς και μένα δεν μου άρεσε αυτό. Ερχόντουσαν οι πελάτες, σπάζανε πιάτα και γενικά επικρατούσε ένας χαμός να πούμε. Δηλαδή αισθανόσουνα ότι δε σε ακούει κανένας. Έλεγες: Τώρα τι κάνω εγώ εδώ;


Με τον Φιντέλ Κάστρο σε γιορτή γενεθλίων του Μίκη, στην Κούβα
Με τον Φιντέλ Κάστρο σε γιορτή γενεθλίων του Μίκη, στην Κούβα
Αυτό γύρω στο ’70 δηλαδή;
Όχι, όχι και πριν το ’70. Λοιπόν κι έτσι δεν είχε νόημα που παίζαμε να πούμε. Εντάξει, έπαιρνα κάποια λεφτά, έπρεπε να ζήσω, αλλά είχε φύγει όλη σου η χαρά γι’ αυτό που έκανες. Μιλάμε τώρα να σπάνε πιάτα, καρέκλες, τραπέζια, τα έβαζαν ανάποδα, τα καίγανε, όλα αυτά να πούμε. Και κάποια στιγμή είχα βαρεθεί και ο Τάκης ο Λαμπρόπουλος, επειδή εγώ κάπου τη χάλαγα την δουλειά με τα μαγαζιά, μου είπε να πάω σ’ ένα μικρό μαγαζί στην Πλάκα. Σε μπουάτ. Εμένα μου άρεσε το μπουατικό στυλ, γιατί τότε οι μπουάτ με το νέο κύμα είχαν δημιουργήσει ένα όμορφο κλίμα. Δηλαδή πήγαιναν νέοι και μεγάλοι και το χαιρόντουσαν. Γιατί πήγαινες για παράδειγμα και άκουγες το Σαββόπουλο με μία κιθαρίτσα μόνο -χωρίς μικρόφωνο, φυσικά όλα- και να σου τα λέει. Και το χαιρόσουνα. Και το άκουσμα και αυτά που λέγανε. Όπως και ο Λάκης ο Παππάς. Και μου άρεσε το κλίμα αυτό. Και λέω, ρε γαμώτο είναι ωραία να παίζεις έτσι. Να είναι το μαγαζί μικρό και να παίζεις και να σε ακούνε οι άλλοι. Δε χρειάζεται να τα σπάνε κι όλα αυτά.

Και έτσι βρέθηκα στο «Zoom» με το Μανώλη το Μητσιά. Μόλις ξεκίναγε ο Μανώλης τότε. Βέβαια είχε ξεκινήσει από τη Θεσσαλονίκη, αλλά δεν τον ήξερε κανείς. Ήτανε σε ένα μαγαζί που αν θυμάμαι καλά το λέγανε «Απανεμιά». Οπότε ο Λαμπρόπουλος παίρνει το Μανώλη τον Μητσιά, του κάνει ένα δίσκο ο Μούτσης και τα παίζω εγώ τα τραγούδια. Και του κάνει και ο Κηλαϊδόνης την «Πόλη μας», όπου παίζω μαζί με τον Κώστα εκεί. Και έχουμε και τη Γαλάνη, που ήδη την είχαμε από τα «Δειλινά». Τη Γαλάνη την είχε φέρει ο Μούτσης στην Columbia και της παίζω εγώ για να γίνει ακρόαση, να την ακούσουνε πώς τραγουδάει. Και την πήρανε στην Columbia. Και μετά τη βάλανε και στα «Δειλινά». Της είχε δώσει ο Μούτσης κάποια τραγούδια. Επίσης τραγούδησε και στο «Χρυσάφι της Γης» η Γαλάνη. Του Χατζηδάκι, όπου παίζω κι εκεί μαζί με τον Κώστα.
Και στην Μπουάτ είμαι τώρα μόνος μου μπουζούκι, είναι ο Αντώνης ο Βαρδής κιθάρα, πολύ καλός κιθαρίστας και καλό παιδί και καλός καλλιτέχνης. Ντράμερ ήτανε ο Τάκης ο Γκοβόστης, μπάσο ήτανε ένας Νίκος αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ το επίθετό του και πιάνο ο Θόδωρος ο Γραμματικόπουλος. Και δουλειά Μούτση εκεί πλέον. Παίζουμε Μούτση γιατί απαγορεύεται πλέον Θεοδωράκης. Αυτή η ιστορία τώρα μιλάμε το ’70. Τελειώνω δηλαδή τη δουλειά με τον Κόκοτα από το «13» και βρίσκομαι στην πλάκα στην μπουάτ.

Τέρμα για σας πλέον τα νυχτερινά κέντρα, οι πίστες;
Τέρμα ναι. Εκεί τελείωσα με τα νυχτερινά κέντρα.

Μάνο Λοΐζο παίξατε καθόλου;
Με Λοΐζο όχι. Ούτε σε δισκογραφία ούτε σε δουλειά. Αλλά το Λοΐζο τον γνωρίζω εγώ πριν ακόμα κάνει δισκογραφία. Όταν κάναμε με το Μίκη την «Όμορφη πόλη» στο θέατρο, είχανε μια χορωδία εκεί, γιατί είχανε ήδη κάνει το Σύλλογο των φίλων της μουσικής με τα πανεπιστήμια κι όλα αυτά. Κι αυτός και ο Λεοντής και δε θυμάμαι και ποιος άλλος. Λοιπόν και θυμάμαι που ερχόντουσαν τότε σε κάτι δουλειές και τραγούδησαν σαν χορωδία. Μόνο έτσι. Δε δούλεψα ποτέ μαζί του.

Με τη μεταπολίτευση; Ακολουθείτε το Θεοδωράκη;
Το τελείωμα της Χούντας με βρίσκει στο «Zoom». Με το Μητσιά ήμουνα. Και το Πολυτεχνείο με βρήκε εκεί. Όταν έγινε το Πολυτεχνείο, αμέσως μετά που απαγορευόταν κιόλας ο Μίκης, μου λέει αυτός που έχει ακόμη και σήμερα το «Zoom», ο Γιάννης ο Χρονόπουλος, να κάνω πρόβες και να βάλω Θεοδωράκη. Από πού πήρε την εντολή και το σήμα δεν ξέρω. Και πραγματικά ξεκινάμε τις πρόβες. Τα νέα όμως παιδιά δεν ξέρανε Θεοδωράκη. Γιατί στην 7ετία, που λέμε, δεν ακούγανε Θεοδωράκη. Οπότε μόλις αρχίσαμε να κάνουμε πρόβες, λέγανε «αυτό το τραγούδι μοιάζει με του Μούτση» (γέλια). Λέω «όχι αυτό μοιάζει με του Θεοδωράκη» (γέλια). Ή μάλλον του Μούτση μοιάζει με του Θεοδωράκη. Γιατί ο Μούτσης είναι σχολή Θεοδωράκη και Χατζιδάκι. Εμένα μου άρεσε ο Μούτσης. Σαν μουσικός και σαν συνθέτης μου άρεσε πολύ. Ήξερε τι ήθελε κι αυτός από τη δουλειά. Γιατί ήταν και καλός βιολίστας. Ο Μούτσης πήρε υποτροφία για να πάει στο Παρίσι και να συνεχίσει τις σπουδές με το βιολί και κει τον τρακάρισε ο Λαμπρόπουλος την περίοδο επί χούντας και έτσι άρχισε να γράφει τραγούδια. Και έγραψε το «Σιγά-σιγά» και όλα αυτά που έγραψε. Σε όλα τα πρώτα του τραγούδια είμαι μέσα.

Μετά κάνατε συναυλίες;
Μετά, μόλις έρχεται και ο Μίκης απ’ έξω, αρχίζουμε να την ψάχνουμε, να πάμε σε μπουάτ, όλο το γκρουπ. Η Φαραντούρη δεν δεχότανε να πάει να δουλέψει σε μαγαζί με τίποτα. Και το κράτησε μέχρι και τώρα. Κι ας της δίνανε και καλά λεφτά. Και τελικά είμαστε μαζί με όλους τους άλλους, με Διδίλη κλπ. και μπαίνει και ο Μητσιάς στο σχήμα και ξεκινάμε στο « Zoom» σαν ορχήστρα Θεοδωράκη. Ήταν να είναι και ο Κώστας μαζί μας. Αλλά ο Κώστας ήθελε να πάμε σε ένα άλλο μαγαζί που το είχε κάποιος Κώστας Τρίχας. «Διαγώνιος» λεγότανε το μαγαζί. Ένας λαχανέμπορος ήτανε, είχε στην αγορά πόστα. Λοιπόν ο Κώστας ήθελε να μας πάει από κει. Εμείς θέλαμε να πάμε στο «Zoom», γιατί αυτός που το είχε το μαγαζί, ο Γιάννης ο Χρονόπουλος, ήτανε και δραστήριο παιδί. Δηλαδή την κυνήγαγε τη δουλειά. Ο άλλος είχε τα λεφτά μόνο και… εντάξει… την έβλεπε κάπως διαφορετικά. Καλός άνθρωπος, θαυμάσιος, αλλά σκεφτότανε διαφορετικά. Ενώ ο Γιάννης ο Χρονόπουλος ήτανε μέσα με τους καλλιτέχνες να μιλήσει, να κάνει, να δείξει. Κι έτσι, κάπου σκαλώνουμε με τον Κώστα, δε συμφωνήσαμε σε όλα μαζί και του λέμε ότι θα πάμε στο «Zoom». Και ο Κώστας δεν ξέρω πώς την πήρε την δουλειά και λέει: «Εντάξει εγώ δε θα έρθω». Και έμεινε στην «Διαγώνιο». Και έτσι χωρίζουμε με τον Κώστα. Και πάμε μείς, με Πέτρο Πανδή, με Τσανακλίδου και Μητσιά. Ξεκινάμε τη δουλειά και πάμε καλά στην αρχή. Μετά άρχισε να κάνει κάποια κοιλιά το μαγαζί και λέει ο Γιάννης ο Χρονόπουλος στο Διδίλη:
- Γιάννη νομίζω ότι πρέπει να τη βγάλω την ταμπέλα απ’ έξω, το «Θεοδωράκης», γιατί με το όνομα δεν έρχεται ο κόσμος. Του λέει ο Διδίλης:
- Αν τυχόν βγάλεις το Θεοδωράκη από την ταμπέλα, φεύγω κι εγώ, δεν κάθομαι.

Ορχήστρα Θεοδωράκη;
Ναι έτσι πήγαμε, σαν ορχήστρα Θεοδωράκη. Ο Γιάννης, με τον οποίο έχουμε ακόμα και τώρα φιλίες, έρχεται με πιάνει και μένα και μου λέει τα ίδια που είπε και στο Διδίλη. Του λέω «Γιάννη αυτή τη φορά ήρθα στο μαγαζί σου με το όνομα «Μίκης Θεοδωράκης». Λοιπόν αν θα βγει το όνομα από κει θα πρέπει να φύγω κι εγώ» του λέω. Και έφυγα και εγώ και ο Διδίλης. Δεν ξέρω αν έφυγε και κάποιος άλλος. Πήγαμε στο Μίκη του τα είπαμε. Στεναχωρήθηκε και θύμωσε τόσο πολύ και μας λέει: «Kαλά. Θα οργανώσουμε μία περιοδεία εξωτερικό». Και πραγματικά κάνουμε μια περιοδεία δύο μήνες. Γυρνούσαμε όλη την Ευρώπη. Τη Γαλλία τη σαρώσαμε από πάνω μέχρι κάτω, με σουξέ και επιτυχία να χαλάει ο κόσμος!

Χωρίς Παπαδόπουλο;
Χωρίς Παπαδόπουλο, μόνος μου... Γερμανία, Ισπανία, Ελβετία... και πού δε φτάσαμε τότε! Δύο μήνες γυρνάγαμε την Ευρώπη με πούλμαν και αεροπλάνα .Τη Γερμανία τη γυρίσαμε ολόκληρη. Πραγματικά! Και περάσαμε καλά και μεγάλη επιτυχία και για το Μίκη ήτανε καλές αυτές οι συναυλίες. Γυρίσαμε και μετά αρχίσαμε στα στάδια τις συναυλίες. Ό,τι και να πούμε, ο Μίκης -για μένα, δεν ξέρω πώς το βλέπει ο καθένας- σε παγκόσμια κλίμακα μέσα στο χώρο της μουσικής ανήκει στους μεγάλους δημιουργούς. Κάτι ακόμα που θέλω να πω για το Μίκη: Η λέξη «συνθέτης» τού ανήκει ολοκληρωτικά, γιατί πραγματικά λειτούργησε ακριβώς όπως πρέπει να είναι ένας συνθέτης, για να λέγεται συνθέτης.

Έδωσε νόημα στη λέξη...
Έτσι! Λοιπόν εντάξει και εγώ έχω γράψει κάποια τραγουδάκια και άλλοι έχουν γράψει. Μπορεί να έγιναν και μερικά σουξέ από αυτά, αλλά δεν είναι το ίδιο όπως ο Μίκης. Ο Μίκης μπήκε μπροστά. Έκανε τραγούδι και ερωτικό και επαναστατικό και όλα. Τα ξέρουμε, δε χρειάζεται να τα λέμε. Οπότε η λέξη συνθέτης ανήκει στο Μίκη με όλα της τα γράμματα.

Στη Νορβηγία πώς βρεθήκατε;

Ήταν ο Μίκης στη Γαλλία με κάποιο Νορβηγό, ο οποίος έκανε μεταφράσεις στο εθνικό θέατρο στη Νορβηγία. Με παίρνει λοιπόν τηλέφωνο και μου λέει ότι θα κάνανε ένα θεατρικό έργο, το οποίο θα διαρκούσε τρεις μήνες, στο Berged. Αυτή η ιστορία το ’80. Και μου λέει να πάω γιατί θέλανε ένα μπουζούκι. Τα τραγούδια του Μίκη θα ήτανε όλα μεταφρασμένα στα Νορβηγικά, κάπου 30 ήτανε, και οι ηθοποιοί Νορβηγοί κι αυτοί. Εγώ τότε μόλις είχα χωρίσει με τη γυναίκα μου και ήμουνα ψυχολογικά βαρύς. Και του λέω ότι θα πάω. Έτσι μου ήρθε να πούμε τότε. Και πάω για τρεις μήνες στη Νορβηγία. Το έργο μεγάλη επιτυχία και συνάμα κάνω και ένα δίσκο με τους ίδιους ηθοποιούς. Τελειώνουν οι τρεις μήνες, γυρίζω Ελλάδα, είναι καλοκαιράκι Ιούνιος και με ξανακαλούνε για ένα μήνα ακόμη. Και ξαναπήγα. Πέρασα τότε πολύ ωραία. Και επειδή βγήκα τότε από την Ελλάδα, άρχισα να μαθαίνω και Εγγλέζικα. Πήρα κάτι βιβλία και άρχισα να διαβάζω. Και έτσι άρχισα να μιλάω και λίγο Εγγλέζικα.
Μετά από δυο χρόνια με παίρνουν από το Όσλο τηλέφωνο και θέλουνε να κάνουνε αυτή τη δουλειά και στο Νορβηγικό θέατρο. Πάλι του Μίκη τη δουλειά. Το λέω στο Μίκη και μου είπε να πάω χωρίς αυτόν, γιατί έγραφε τότε, δεν κουνιότανε από Ελλάδα. Και έτσι πάω και στο Όσλο το 1982, με άλλους ηθοποιούς αλλά το ίδιο σκηνικό. Εκεί γνωρίζω και τη γυναίκα μου τη δεύτερη, η οποία είναι από τη Νορβηγία Κι ενώ είχαμε τρεις μήνες συμβόλαιο και πήγανε όλα καλά με επιτυχία μεγάλη, μου ζητάνε οι Νορβηγοί και άλλους τρεις μήνες συμβόλαιο.

Η γυναίκα σας ήτανε της δουλειάς;
Ναι, στο θέατρο δούλευε. Και τώρα εργάζεται στο θέατρο.

Σαν ηθοποιός;
Όχι. Είναι γραμματέας. Πολύ καλή δουλειά και όλοι μέσα στο θέατρο με ξέρουν και τους ξέρω, με σέβονται και τους σέβομαι. Όταν λοιπόν γνώρισα τη γυναίκα μου μιλάγαμε με το λεξικό, γιατί δεν είχα μεγάλο ...ρεπερτόριο από λεξιλόγιο (γέλια). Και ο λόγος που γινότανε αυτό ήταν γιατί υπήρχε αγάπη μεταξύ μας. Δεν μπορείς τώρα να συνεννοείσαι με ένα λεξικό χωρίς να υπάρχει ενδιαφέρον. Κι έτσι ταιριάξαμε. Γνώρισε τα παιδιά μου, της εξήγησα πώς είναι η ζωή μου στην Ελλάδα, της είπα να έρθει να δει πώς ζω εκεί, γιατί πλέον είχαμε σχέση σοβαρή να πούμε. Και τελικά ήρθε σαν διακοπές και της άρεσε. Μείναμε στο σπίτι μου. Μάλιστα τον καιρό εκείνο μένει και έγκυος. Έχω μια κόρη μαζί της 24 χρονών. Τότε κανονίζει να πάρει ένα χρόνο άδεια από τη δουλειά της στη Νορβηγία χωρίς αποδοχές, έτσι ώστε γυρίζοντας να έχει πάλι τη δουλειά της. Και μείναμε εδώ. Τελικά μείναμε τρία χρόνια εδώ. Τότε δούλεψα στη «Νεράιδα» με Κόκοτα και Σακελλαρίου και με τον Κώστα. Τότε γεννήθηκε και η κόρη μου, το ’84.

Άλλη δουλειά κάνατε τότε, στα τρία χρόνια που μείνατε Ελλάδα;
Στα τρία χρόνια που μείναμε εδώ έκανα μια δουλειά με το Σταύρο Ξαρχάκο στο μαγαζί του Μίμη του Δομάζου. Κάναμε δυο μήνες πρόβα και μάλιστα χωρίς τον Ξαρχάκο, γιατί κάπου ήθελε να πάει. Με άφησε υπεύθυνο να περάσουμε τα τραγούδια, αλλά ο Ξαρχάκος άργησε να έρθει. Τα παιδιά είχανε ανάγκη ν’ αρχίσουμε να παίζουμε. Οικονομική ανάγκη. Κι αναστενάζανε και ρωτάγανε συνέχεια πότε θα αρχίσουμε. Δημιουργήθηκαν έτσι προβλήματα από την αρχή. Τελικά έρχεται και ο Σταύρος κάποια στιγμή κι αρχίζουμε τις πρόβες. Κι ενώ τα είχαμε περάσει όλα τα κομμάτια, αρχίζει ο Σταύρος και τα τουμπάρει όλα. Τα κάνει όπως θέλει αυτός… «Εκεί παίξε μισή εισαγωγή, εκεί βάλε διπλή εισαγωγή…» κλπ. Και από κει που τα είχαμε μάθει… φτου κι απ’ την αρχή να ετοιμάσεις καινούριες καταστάσεις. Και πήγε αυτή η ιστορία κανα δίμηνο πάλι. Ήτανε και ο συγχωρεμένος ο Μπίνης μαζί και η Ελένη Βιτάλη. Έρχεται λοιπόν η μέρα της πρεμιέρας. Εμείς ήμασταν πέντε μπουζούκια: Ο Ψαρρός, εγώ, ο Μάκης που έπαιζε με το Νικολόπουλο (δε θυμάμαι το επώνυμο τώρα) και κάτι άλλα παιδιά που είχα βρει εγώ. Κάνουνε λοιπόν διαφήμιση στην εφημερίδα ότι αύριο ανοίγουμε. Δεν υπάρχει το όνομά μου εκεί. Εγώ δεν έχω δουλέψει ποτέ σε μαγαζί που να μη μου έχουνε βάλει το όνομα έξω. Πάντα επώνυμα δούλευα.

Ούτε τους άλλους μπουζουξήδες είχαν στη διαφήμιση;
Όχι, ούτε τους άλλους μπουζουξήδες. Κανέναν! Που θα έπρεπε κανονικά να μας βάλουν όλους. Αλλά έστω και μένα που ήμουνα και πιο γνωστός τότε. Εγώ ανώνυμα δε δούλεψα ποτέ. Ούτε εγώ ούτε ο Κώστας. Βλέπω λοιπόν και στο μαγαζί… ούτε εκεί υπάρχω ούτε στην ρεκλάμα. Και λέω γιατί μου ξηγιούνται έτσι; Τι να κάνω τώρα; Να πάω να παραπονεθώ; Το βρήκα λίγο φτηνό. Γιατί δηλαδή μου ξηγούνται έτσι; Ξένος είμαι εγώ; Δε με ξέρει ο Δομάζος, λέω, που έχω δουλέψει και με τη γυναίκα του στα «Δειλινά»; Δε με ξέρουν που δούλευα στο «Zoom» απέναντι; Γιατί δηλαδή; Και παίρνω την απόφαση, μιλάω και με τη γυναίκα μου και λέω: «Μάλλον θα φύγουμε για Νορβηγία». Πάω στο μαγαζί, είχανε 11 το βράδυ πρόβα πρεμιέρας. Την άλλη μέρα θα ξεκινάγαμε. Δε λέω ούτε καλησπέρα. Μπαίνω στο καμαρίνι, παίρνω το μπουζούκι και φεύγω. Φεύγοντας με συναντάει στα σκαλοπάτια του μαγαζιού ο Τσίγκος που τραγουδάει στο «Ρεμπέτικο» και μου λέει:
- Λάκη πού πας;
Εγώ δε μίλησα σε κανένα. Πήρα το μπουζούκι κι έφυγα. Τι να παραπονεθώ; Για τ’ όνομά μου; Γιατί δε με βάλανε; Δεν έχει νόημα να πούμε. Αυτό δεν το έχω συζητήσει ποτέ πουθενά! Δουλεύω τόσα χρόνια με ένα Θεοδωράκη, που έχει ένα όνομα τεράστιο και πάντα όπου δουλεύαμε το όνομά μου θα υπήρχε! Λοιπόν του λέω του Τσίγκου ότι πάω σπίτι μου, φεύγω. Μετά με πλακώσανε στα τηλέφωνα στο σπίτι, με έπαιρνε ο Χρήστος ο Ψαρρός για να ξαναγυρίσω και του λέω ότι δεν έχει νόημα να ξαναγυρίσω. Και ένας που θα έπρεπε να πάρει τηλέφωνο, πρώτος-πρώτος, ήταν ο Ξαρχάκος. Και αυτός ούτε με πήρε να με ρωτήσει. Με πήρε μόνο ο Δομάζος και του λέω:
- Τι με ρωτάς ρε Δομάζε; Γιατί έφυγα; Δεν ξέρεις γιατί έφυγα;
Κι έμαθα από το Χρήστο τον Ψαρρό ότι είπε κάποια στιγμή ο Ξαρχάκος στο Δομάζο: «Άστον να φύγει». Τελικά την επόμενη δεν κάνανε πρεμιέρα, γιατί έφυγα και τα παιδιά είχαν μάθει ο καθένας τα μέρη του. Δεν γίνεται ξαφνικά να παίξεις τα μέρη του άλλου. Θέλει δουλειά. Και μου λέει ο Ψαρρός:
- Λάκη αν σε πάρει ο Ξαρχάκος τηλέφωνο θα έρθεις;
Και του λέω ότι τώρα είναι αργά! Έπρεπε να το είχε κάνει πιο πριν.
Κι έτσι τελείωσε. Παίρνω τη γυναίκα μου και το παιδί μου με το αυτοκίνητο και πάω Νορβηγία.

Από τότε εκεί;
Ναι. Από τότε Νορβηγία!!

Καλύτερα;
Κοίταξε, για μένα αισθάνθηκα καλύτερα. Γιατί βρήκα τον εαυτό μου σε πολλά πράγματα. Καταρχήν πήγα σε μια ταβέρνα, «Ζορμπά» τη λέγανε, έκανα ένα γκρουπάκι, εγώ, κιθάρα κι ένα μπάσο. Έκανα ένα ρεπερτόριο και άνοιξα το στόμα μου να τραγουδάω! Δεν είχα ξανατραγουδήσει ποτέ! Και ούτε και σήμερα μπορώ να πω ότι είμαι τραγουδιστής. Αλλά εντάξει το λαϊκό τραγούδι είναι αυτό! Βγάζεις την ψυχή σου και ό,τι βγει. Και αυτό έκανα. Και αν ήμουνα εδώ δε θα το είχα κάνει ποτέ. Νομίζω ότι κέρδισα κάτι από κει. Για τον εαυτό μου. Δεν ξέρω ο κόσμος τι λέει και τι κάνει. Επίσης έκανα και ένα cd που τραγουδάω. Έβαλα 12 τραγούδια μέσα σε εφτά ώρες, να τα παίξω και να τα τραγουδήσω. Εφτά ώρες να τα παίξεις και να τα τραγουδήσεις δεν είναι αστεία να πούμε, που όταν τραγουδιστές-ονόματα μπαίνουν μέσα στο studio να γράψουνε τραγούδια και μπορεί να κάνουνε για ένα τραγούδι και 3 και 4 και 5 ώρες. Και για όλη τη δουλειά μπορεί να διαθέσουνε και 500 ώρες. Κι εγώ μέσα σε 7 ώρες έκανα αυτή τη δουλειά.

Σας αγκάλιασε εκεί ο κόσμος;
Βέβαια! Γιατί με ξέρανε από το θέατρο. Με ξέρανε και από το 1977 που είχα πάει και με το Μίκη για πρώτη φορά, μαζί με τη Φαραντούρη και τον Πέτρο Πανδή!
Και έτσι λοιπόν βρέθηκα στη Νορβηγία, να ζω εκεί και τελικά δημιούργησα μια τέτοια κατάσταση που μου αρέσει. Έχω μια ηρεμία, τώρα είμαι και συνταξιούχος (γέλια).

Βγήκε από εδώ η σύνταξη ή από κει την πήρατε;
Και από δω και από κει.

Είχατε κι από εδώ ένσημα...
Ναι κι από δω.

Το ρωτάω αυτό γιατί όλοι οι παλιοί είχανε πρόβλημα με τα ένσημα...

Ναι, όλοι είχανε πρόβλημα, όντως. Ας είναι καλά (δεν ξέρω αν ζει ή αν πέθανε) ο Βολτάνης ο Στέφανος. Όταν πρωτοπήγα να παίξω στου «Τζίμη του Χοντρού», αυτός μου έβγαλε το πρώτο βιβλιάριο να κολλάω ένσημα. Το 1956 προς ’57.

Οι περισσότεροι δεξιοτέχνες μπουζουξήδες, εκτός λίγων εξαιρέσεων, γράψανε ελάχιστα τραγούδια.

Ο Κώστας νομίζω γράφει κάπου στο βιβλίο του, ότι η εταιρίες δε μας προώθησαν για συνθέτες, γιατί μας ήθελαν για εκτελεστές. Και αυτό δεν είναι σωστό! Η ευθύνη είναι καθαρά δική μας. Και μένα και του Κώστα. Δηλαδή δεν ασχοληθήκαμε να κάνουμε τραγούδια. Ή δεν είχαμε αυτό το μικρόβιο. Γιατί μπορούσαμε να παίξουμε οτιδήποτε. Τώρα να πιάσω το μπουζούκι, να σου βγάλω ένα ζεϊμπέκικο. Τώρα, αυτόματα να πούμε. Κι έτσι δεν το σκεφτήκαμε πολύ να κάνουμε τραγούδια. Και τη λέω αυτή την ιστορία με τον Κώστα γιατί λέει ότι έφταιγε η εταιρία, η Columbia για παράδειγμα. Δεν είναι έτσι. Ο Διονύσης ο Μηλιόπουλος μας παρακάλαγε μια φορά. Και μένα και τον Κώστα. «Φέρτε μας τραγούδια», μας έλεγε. Βέβαια η αλήθεια είναι πότε να κάτσουμε να γράψουμε τραγούδια; Δεν προλαβαίναμε. Όταν είμαστε όλη τη νύχτα στη δουλειά και την άλλη μέρα στην Columbia, πού να βρεις χρόνο; Μας δίνανε και ορισμένοι και στίχους, αλλά δεν ήμασταν στο κλίμα αυτό. Και απ’ την άλλη όταν έχεις παίξει όλη αυτή την ιστορία των τραγουδιών, από τα λαϊκά και φτάνοντας σε ένα Θεοδωράκη, με ποίηση και με όλα αυτά, τι να γράψεις;

Τα σύγχρονα τραγούδια τα ακούτε; Τελευταίας 10ετίας ας πούμε. Σας ενδιαφέρει τίποτα από αυτά που βγαίνουν;
Κοίτα, δεν έχω ακούσει και πάρα πολλά σύγχρονα τραγούδια, γιατί εκεί που είμαι δεν έχω τη δυνατότητα αυτή. Αλλά έχω να πω το εξής πάνω σε αυτό: Σε όλες τις εποχές υπάρχουν καλά και κακά τραγούδια. Πάντα ίσχυε αυτό. Καμιά φορά, δεν ξέρω και αν οι εταιρίες το δημιουργούν αυτό, η φορά των πραγμάτων είναι έτσι, που το καλό έρχεται κει και ξαφνικά έρχεται και το κακό και σκεπάζει το καλό. Εγώ θυμάμαι επί εποχής που κυριαρχούσε η «Μαντουβάλα», η «Ζιγκουάλα» και όλα αυτά να πούμε, το ινδικό τραγούδι που κυριάρχησε μια περίοδο, ο Τσιτσάνης ο συγχωρεμένος έλεγε: «Tι γίνεται ρε γαμώτο; Γράφω ένα σωρό τραγούδια και δεν μπορώ να κάνω σουξέ»! Και ωραία τραγούδια! Ζεϊμπέκικα κλπ. Και έτσι δεν άντεξε και έγραψε κι αυτός κάτι ινδικά. Αλλά είχε δίκιο όμως! Κυριαρχούσε τότε εκείνο το είδος. Υπήρχε όμως και το καλό από κάτω. Και δεν είναι τυχαίο που κάποια στιγμή βγήκε όλο το κείμενο ας πούμε, του Μίκη και του Χατζηδάκη και όλων των παιδιών πίσω από το Μίκη, Μούτσης, Ξαρχάκος, Λεοντής, Μαρκόπουλος και όλων αυτών. Γιατί όλοι αυτοί έρχονται μετά. Σε όλες τις εποχές λοιπόν θα βρεις και καλά τραγούδια και κακά...

...όπως και με τους ανθρώπους. Αλήθεια, σε όλα αυτά τα χρόνια, είχατε άσχημες στιγμές με ανθρώπους του χώρου σας;
Πάντα υπάρχουν και τέτοιες στιγμές. Θυμάμαι τότε που είχαμε αρχίσει με τον Κώστα ν’ ανεβαίνουμε στου Μάριου, Ίωνος που ήτανε. Ήταν δύο μαγαζιά, του Μάριου και από δίπλα του Γιάννη του Χαριτόπουλου. Το λέγανε «μπαράκι» το ένα «του Μάριου» το άλλο. Και είχαμε αρχίσει με τον Κώστα να πηγαίνουμε εκεί γιατί γνωρίζαμε από εκεί. Βλέπαμε τον Τσιτσάνη, ερχόταν ο Χιώτης, ο Μητσάκης, η Μπέλλου, άλλες τραγουδίστριες... Ανεβαίναν εκεί την ημέρα γιατί από κει βγαίναν δουλειές σε πανηγύρια και δουλειές σε ταβέρνες, σε μαγαζιά. Ήταν ένας τύπος εκεί, το όνομά του είναι Θόδωρος Πολίτης. Το αναφέρω αυτό γιατί πραγματικά δε λέω εύκολα για άνθρωπο «αυτός είναι κακός άνθρωπος», αλλά νομίζω ότι αυτός ήτανε κακός άνθρωπος. Και γιατί το λέω αυτό; Έβλεπε δύο νέα παιδιά εκεί, εμένα και τον Κώστα, που καθόμασταν στο μπαράκι… Πώς κατάλαβε ότι παίζαμε μπουζούκι ούτε ξέρω, σου λέω ούτε καν τον ήξερα και έρχεται και μου λέει:
- Κωλόπαιδο πας και χαλάς τις δουλειές, πας με μικρά μεροκάματα.
Τη λέω τη λέξη έτσι όπως είναι δεν έχει σημασία.

Μουσικός ήτανε;
Μπουζούκι έπαιζε... και τον είχε η Γκρέυ εκεί τότε στον Αστέρα. Εγώ έπαθα, τι να σου πω. Τι του έκανα και μου μιλάει έτσι; Του λέω:
- Τι θες να πεις;
- Που πάτε με μικρά μεροκάματα και χαλάτε τις δουλειές, μου λέει.
Ε, παιδιά ήμασταν. Εμάς η κάψα μας ήτανε να παίξουμε μπουζούκι. Το μεροκάματο ήταν δεύτερο για μας. Θέλαμε να μπούμε μέσα σ’ αυτούς τους ανθρώπους που ήταν κάπως ονόματα, να δουλέψουμε, να παίξουμε μπουζούκι. Αυτή ήταν η ιστορία για εμένα και τον Κώστα και αν έβγαινε και κανένα φράγκο, ευχαρίστως να έβγαινε. Έπαθα σοκ. Όταν ήρθε ο Στέλιος να μου πει για την Γκρέυ, εγώ ήξερα ότι αυτός ήταν εκεί πάνω, έπαιζε μαζί της. Του λέω του Στέλιου:
- Αφού έχετε μπουζούκι, έχετε κάποιο Θόδωρο Πολίτη.
Μου λέει:
- Αυτός έφυγε.
Φαίνεται πώς δεν είχε φύγει, τον διώξανε. Λέω:
- Αν έφυγε θα ‘ρθω. Αν όμως είναι αυτός εκεί δεν έρχομαι.
Μου λέει:
- Όχι, έχει φύγει είναι σίγουρο. Θα έρθεις εσύ.
Και ήμουνα μόνο εγώ μπουζούκι με την Γκρέυ. Πήγα και έτσι ξεκινάω με την Γκρέυ.

Με τον Παπαδόπουλο εκεί;
Όχι, μόνος μου. Ο Κώστας δε θυμάμαι αν ήταν με το Στέλιο τότε ή κάπου αλλού γιατί έπαιξε και στο Στελλάκη τότε μια περίοδο, στα Κουνέλια που είναι στο Χαϊδάρι. Μια άλλη φορά πετυχαίνω αυτόν, το Θόδωρο τον Πολίτη. Μου κάνει άλλη πλάκα τότε... Κάθομαι πίνω τον καφέ μου εκεί, πρωινές ώρες. Μου λέει:
- Ρε συ ο Χιώτης θα πάει σ’ ένα πανηγύρι και θέλει ένα μπουζούκι. Θέλεις να πας μαζί του γιατί εγώ δεν μπορώ; μου λέει και καλά.
Πάλι αθώος εγώ. Ξέρεις, όταν είσαι νέος είσαι και αθώος και μπορούν να σε πιάσουν εύκολα κορόιδο ορισμένοι τύποι.
- Ναι του λέω γιατί όχι, να πάω.
- Έλα εδώ στις 5 η ώρα το απόγευμα, μου λέει.
Και πάω και φυσικά ούτε Χιώτης υπήρχε ούτε αυτός υπήρχε ούτε κανένας. Ε, από τότε τον έβαλα έτσι σε μια μαύρη λίστα αυτόν τον άνθρωπο και γι’ αυτό τη λέω αυτή την ιστορία, γιατί είναι αληθινή ιστορία, δεν κρύβω τίποτα. Και λυπάμαι που πρέπει να το πω, αλλά νομίζω καμιά φορά πρέπει να τα λέμε, άμα μας συμβαίνει κάτι που σε πικραίνει κάποιος τόσο πολύ, γιατί πραγματικά ήτανε πίκρα. Χωρίς να σου ’χω κάνει τίποτα να μου κάνεις τέτοιες πλάκες; Γιατί δηλαδή; Κακία σκέτη. Το αποτέλεσμα; Ούτε υπάρχει αυτός. Δεν έγινε και τίποτα στη ζωή του γιατί δεν ήταν και κανας σπουδαίος παίκτης. Τον συνάντησα μετά από χρόνια στην Columbia (γέλια). Μια φορά, τότε που ήμασταν με τα μπούνια με τον Κώστα μέσα στην Columbia, όπως έχουμε βγει να πιούμε καφέ, όπως γράφαμε μέσα, βγαίνει μπροστά μου. Μου λέει:
- Ρε με θυμάσαι;
Του λέω:
- Δεν σε ξέρω. Ούτε σε θυμάμαι ούτε σε ξέρω.
Τα φύλαγα, τά 'χα απωθημένα, γι’ αυτό τη λέω αυτή την ιστορία. Τέλος πάντων. Ας είναι καλά αν ζει, ούτε το κακό του θέλω ούτε τίποτα, αλλά λέω την πίκρα μου τότε σαν νέο παιδί και γω, που ξεκίναγα να μπω σε ορισμένα πράγματα και υπήρχαν άνθρωποι σαν κι αυτόν που σου χαλάγανε όλη τη διάθεση.

Να πιάσουμε κι ένα τελευταίο θέμα. Από κατασκευαστές μπουζουκιών ποιους προτιμάτε;
Κοίταξε, το πρώτο μου μπουζούκι το έφτιαξε ο Νικ Τσακιριάν. Αρμένης ήτανε, ο οποίος είχε το εργαστήριό του στην Κοκκινιά και μετά μεταφέρθηκε στο Περιβολάκι. Και τη δεύτερη κιθάρα μού την είχε κάνει αυτός. Το πρώτο μου μπουζούκι λοιπόν που έφτιαξα σε αυτόν, μου το έκλεψαν στο μπαράκι της «Τριάνας του Χειλά». Μου λέει τότε Γιώργος ο Δούσης ότι θα με πάει αυτός σε έναν κατασκευαστή. Τότε εγώ δούλευα με τον Καζαντζίδη στο «Ροσινιόλ», μαζί με τον Τσιμπίδη. Και με πάει στην οδό Αθηνάς. Ήτανε κάποιος Μπαρμπαγιάννης που φτιάχνανε μπουζούκια. Μου φτιάχνει ένα μπουζούκι το οποίο το πλήρωσα τότε 1000 δραχμές. Την έβγαλα με αυτό το μπουζούκι αρκετά.

Επώνυμο δε θυμάστε;
Δε θυμάμαι. Το εργαστήριο το είχε κοντά στο καφενείο των δημοτικών. Οι δημοτικοί συχνάζανε σε αυτό το καφενείο στην οδό Αθηνάς. Εμείς οι λαϊκοί συχνάζαμε στου Μάριου.

Ήτανε δηλαδή κοντά στην αγορά.
Ναι, στην αγορά. Και μάλιστα εκεί με πήγανε για να βγάλω ταυτότητα μουσικού. Στην «Αλληλοβοήθεια». Μετά από αυτά τα μπουζούκια μάς φτιάχνει ο Άκης ο Πάνου. Κάπου προς το ’62 ήτανε. Μας φτιάχνει δυο μπουζούκια, εμένα και του Κώστα, τα οποία ήτανε πολύ ωραία. Τα χαρήκαμε αυτά τα μπουζούκια. Και φεύγουμε στην Αμερική. Και παράλληλα μας ετοιμάζει και άλλα δύο, τα οποία τα πήραμε όταν γυρίσαμε. Μετά εγώ αγόρασα και ένα τρίτο από τον Άκη, το οποίο δεν το έφτιαξε για μένα. Το είχε για τον εαυτό του. Και επειδή μου άρεσε το οργανάκι αυτό, το σκάλιζα όταν πήγαινα στο σπίτι του, του λέω: Δε μου το δίνεις εμένα ρε Άκη; Τότε αυτό το όργανο τού το είχε ζητήσει και ο συγχωρεμένος ο Γενίτσαρης. Και μου το έδωσε. Και δεν πλήρωσα τίποτα! Κι έτσι έμεινα με τρία μπουζούκια του Άκη.

Τα έχετε ακόμα αυτά;

Ναι, τα έχω ακόμα. Δεν άλλαξα μπουζούκι. Και αυτό το καλό μπουζούκι μού έπεσε μια φορά σε συναυλία που ήμουνα, από μια καρέκλα, και έσπασε από μέσα το καμάρι. Και το κόλλησα όπως-όπως εγώ να πούμε.

Το καπάκι γλίτωσε;
Γλίτωσε, αλλά έχασε. Εκείνη την ψυχή που είχε την έχασε. Το είπα στον Άκη και μου είπε να μην το πειράξουμε. Να το αφήσουμε όπως είναι. Πρόσφατα έφτιαξα κι ένα μπουζούκι στο γιο του Νίκου του Τσακιριάν. Πήγα εκεί και του είπα θέλω ένα απλό οργανάκι, να μη μου βάλει ούτε πολλά μπιχλιμπίδια ούτε τίποτα. Απλά να είναι γερό ήθελα. Αυτό πριν 3 με 4 χρόνια. Αυτό βγήκε ωραίο σε φωνή. Καμπάνα. Αλλά είναι λίγο μεγάλο. Το έχω φέρει και μαζί μου τώρα, γιατί μου γλιστρά ο καβαλάρης και θέλω να πάω να το δει.
Επίσης έχω ένα φίλο που είναι έτσι «άρρωστος» με τα μπουζούκια, ο Δημήτρης ο Τσιλίκης, πολύ καλό παιδί, ο οποίος έχει ένα σωρό μπουζούκια. Και με παίρνει τηλέφωνο και μου λέει ότι έχει έναν καινούριο μάστορα που είναι καταπληκτικός. Θέλεις λέει να σου φτιάξει ένα μπουζούκι; Και του λέω: Άντε φτιάξε. Και μου έφτιαξε κι αυτός ένα μπουζούκι.

Πώς τον λένε;
Γιώργο τον λένε, αλλά δεν ξέρω το επώνυμο, γιατί δε μου έχει βάλει ούτε ετικέτα μέσα στο μπουζούκι. Αυτό είναι ένα μπουζούκι πραγματικά με ωραία φωνή, αλλά μου έχει λεπτύνει πολύ το μάνικο προς τα πάνω, ενώ θα έπρεπε όσο πάχος έχει κάτω τόσο να είναι και πάνω. Έτσι θα το προτιμούσα να πούμε. Αλλά αυτό το όργανο είναι το πιο σωστό που είχα ποτέ! Το κουρδίζεις ρε, ρε και λα, λα και τελείωσε. Πολύ σωστό όργανο αυτό.

Κύριε Καρνέζη, σας ευχαριστούμε πολύ για όλη αυτή τη συζήτηση.
Χαρά μου, νά 'στε καλά.
 

ΠΗΓΗ
Διαδικτυακό περιοδικό για το λαικό τραγούδι  " Η Κλίκα"

Δεν υπάρχουν σχόλια: