Δευτέρα, 12 Απριλίου 2010

ΤΕΤΟΣ (Θεόδοτος) ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ....

Δημητριάδης Τέτος


Ο Τέτος (Θεόδοτος) Δημητριάδης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Ήταν γόνος ιστορικής οικογένειας της Πόλης και αδελφός του γνωστού σκιτσογράφου Φωκίωνα Δημητριάδη. Σταδιοδρόμησε ως τραγουδιστής, κιθαρίστας, συνθέτης, στιχουργός στην Αμερική του μεσοπολέμου ενώ μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο επικεντρώθηκε στην παραγωγή δίσκων γραμμοφώνου με δική του εταιρεία. Ξεκίνησε τις πρώτες του ως τραγουδιστής ηχογραφήσεις την άνοιξη του 1922 για την Columbia και τη Victor και συνεχίζει μέχρι το 1927 να ηχογραφεί και για τις δυο εταιρείες. Μετά το 1927 ηχογραφεί αποκλειστικά για τη Victor. Μαζί με την αδελφή του Τασία κατέγραψαν σε δίσκους και διέσωσαν μεγάλο αριθμό από ελληνικά επιθεωρησιακά "σουξέ" και δεκάδες επιθεωρησιακά ντοκουμέντα. Σε πολλές από τις ηχογραφήσεις του (κυρίως τις ελαφρού ύφους) ο Τέτος Δημητριάδης συνοδευόταν είτε από την ορχήστρα του Nathaniel Shilkert (γνωστού από τη συμμετοχή της ορχήστρας του σε όλες σχεδόν τις ταινίες του Χοντρού και του Λιγνού), είτε από την ορχήστρα της Victor. Σύμφωνα με τον Richard Spottswood, στο έργο του «Ethnic Music on records. Volume ΙΙΙ. Easter Europe, 1893-1942» ο Δημητριάδης ηχογράφησε για πρώτη φορά τον Ιούλιο του 1927 στη Νέα Υόρκη τη «Μισιρλού» (δίσκος Columbia 56073-F / W-205625) και όχι ο Νικ Ρουμπάνης, που το 1941 παρουσίασε ως δική του σύνθεση τη τζαζ εκδοχή της Μισιρλούς. Στους δίσκους ο Τέτος Δημητριάδης εμφανίζεται με το όνομά του αλλά και με διάφορα ψευδώνυμα όπως Νώντας Σγουρός ή Τάκης Νικολάου ή Tendi.
Αξίζει να αναφερθεί μια ακόμη όψη του πολύπλευρου ταλέντου του Τέτου Δημητριάδη: Η πρώτη Ελληνική ομιλούσα ταινία που γυρίστηκε στην Αμερική και έκανε πρεμιέρα στην Αθήνα το Μάη του 1930, ήταν «Η γροθιά του σακάτη» σε σκηνοθεσία και παραγωγή Τέτου Δημητριάδη και με πρωταγωνιστές τον ίδιο, το Νίκο Δενδραμή και τη Λένα Φούλη. Στα 1931 γυρίζει ακόμη μια ταινία με τίτλο «Αυτή είναι η ζωή» με τους: Ρίτα Καρμή, Άρη Λούκα, Γεράσιμο Κουρούκλη, Λόλα Παπαδοπούλου και Λάμπη Βασιλάκη.
Μετά την εξαγορά της Victor από την RCA στα 1929, αναλαμβάνει υπεύθυνος (κατ’ άλλους, -πχ. Steve Frangos: Early Greek Love Songs in Commercial Records, Εθνικός Κήρυξ 18 Φεβρουαρίου 2006- αντιπρόεδρος του τμήματος) ξένου ρεπερτορίου της συγχωνευμένης RCA Victor. Μεταξύ 1929 και 1935 κάνει αρκετά ταξίδια στην Ελλάδα (και πιθανώς και στην Τουρκία) όπου για λογαριασμό της RCA ηχογραφεί αρκετούς σημαντικούς καλλιτέχνες (του ρεμπέτικου αλλά και του ελαφρού τραγουδιού) της εποχής. Φαίνεται πως σε κάποιο από τα πρώτα του ταξίδια στην Αθήνα γνωρίζει μέσω του αδελφού του και τον Κώστα Μπέζο, τον οποίο πείθει να γράψει και να ηχογραφήσει μερικά κομμάτια ρεμπέτικου ύφους υπό το ψευδώνυμο Α. Κωστής. Όλες αυτές οι ηχογραφήσεις κυκλοφόρησαν στην Αμερική στη σειρά V-5800 της RCA Victor και τη σειρά S της Orthophonic. Η Orthophonic ήταν θυγατρική της RCA Victor (αν και αλλού πχ Folk Music and Modern Sound: William Ferris, Mary Hart αναφέρεται ως ιδιοκτησία του ίδιου του Τέτου Δημητριάδη), με την ετικέτα της οποίας κυκλοφόρησαν στην Αμερική δίσκοι Ελληνικού και Τούρκικου ρεπερτορίου.
Η μελέτη των ετικετών της Orthophonic, επιτρέπει την εξαγωγή κάποιων συμπερασμάτων:
Στην πλειονότητα των δίσκων της Orthophonic στην ετικέτα διαβάζουμε: «Manufactured by RCA Manufacturing Co. Inc. Camden N.J. U.S.A. for STANDARD PHONO COMPANY».
Δηλαδή, η παραγωγή των δίσκων έγινε από την RCA, αλλά για λογαριασμό της STANDARD PHONO COMPANY, μιας δισκογραφικής εταιρείας που ίδρυσε στα 1932 ή λίγο νωρίτερα ο Τέτος Δημητριάδης.

Υπάρχει βέβαια και μικρότερος αριθμός δίσκων της Orthophonic στους οποίους δεν αναγράφεται το «for STANDARD PHONO COMPANY», ενώ σε άλλες περιπτώσεις για τον ίδια δίσκο εντοπίστηκαν και τα δύο είδη ετικέτας. Αυτό σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η RCA Victor στη σειρά RCA 26-8000 ανατύπωσε πολλούς δίσκους της Orthophonic, δείχνει πως η RCA διατηρούσε τα δικαιώματα επί των ηχογραφήσεων.

Στο Billboard (2 Φεβρουαρίου 1946 και 30 Μάρτη 1946) αναφέρεται ότι η STANDARD για πολλά χρόνια διένειμε τους δίσκους ξένου ρεπερτορίου της Victor.
Τα παραπάνω, οδηγούν στο συμπέρασμα πως αρχικά η STANDARD δεν έκανε δικές της ηχογραφήσεις, αλλά είχε αναλάβει τη διανομή των δίσκων ξένου ρεπερτορίου της RCA Victor.
Δε γνωρίζουμε πότε ακριβώς η STANDARD PHONO COMPANY, αρχίζει να παράγει δίσκους με τη δική της ετικέτα, όμως από διαφήμισή της στο περιοδικό Billboard της 26 Δεκέμβρη 1942, όπου αναγράφεται «Γιορτάζουμε την 4η επέτειο…» για τη μεγάλη επιτυχία Beer Barrel Polka της ορχήστρας Glahe Musette’s δίσκος Victor V-710 - διανομή από τη STANDARD.

Για τη μεγάλη αυτή επιτυχία της εποχής (4 εκατομμύρια δίσκοι μέχρι το 1943), πρέπει να αναφέρουμε κάτι ακόμη. Η μελωδία αυτή ήταν γνωστή στην Ευρώπη με διάφορα ονόματα (πχ. Modranska Polka, Skoda Laska, Rasamunde κ.ά.), ενώ στην Αμερική, σύμφωνα με τον Victor R. Greene στο βιβλίο του «A Passion for Polka: Old Time Ethnic Music in America» απόκτησε αγγλικό τίτλο και στίχους από τους Lew Brown και Vladimir Timm. Vladimir Timm, πάντα σύμφωνα με τον Victor R. Greene, είναι ένα ακόμη από τα ψευδώνυμα που χρησιμοποίησε ο Τέτος Δημητριάδης.
Σε άλλες διαφημίσεις και πάλι στο Billboard (π.χ. 14 Φεβρουαρίου 1942) βλέπουμε αφ’ ενός νέες κυκλοφορίες με την ετικέτα της STANDARD στις σειρές Τ-1000 και Τ-2000 και αφετέρου πίνακα επιτυχιών (Hit Parade) της.

Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το ότι στις ετικέτες των δίσκων της STANDARD δεν εμφανίζεται το «Manufactured by RCA…» μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως μετά το 1939 η εταιρεία είχε σταδιακά αποδεσμευτεί από την RCA όσον αφορά τον τομέα της ηχογράφησης, συνέχιζε όμως τη διανομή δίσκων της RCA, όπως φαίνεται και από την ακόλουθη διαφήμιση (Billboard 29 Μάη 1943).

Η αποδέσμευση της STANDARD από την RCA ήταν το αποτέλεσμα της δημιουργίας ιδιόκτητου εργοστασίου κοπής δίσκων στη φάρμα που διατηρούσε ο Τέτος Δημητριάδης στο New Brunswick του New Jersey (Billboard 10 Ιούνη 1950) αφενός και αφετέρου συμφωνιών με τη Universal Record Manufacturing Company και την International Plastic Corporation έτσι ώστε η STANDARD απέκτησε παραγωγή και στις δύο ακτές των Η.Π.Α. (Billboard 30 Μάρτη 1946).
Εκτός από την εταιρεία ηχογραφήσεων STANTARD, o Δημητριάδης ιδρύει και την Colonial Music Publishing Company (που η ορχήστρα της συμμετέχει σε μερικές ηχογραφήσεις) για τη διαχείριση των δικαιωμάτων των δημιουργών για τις ηχογραφήσεις της Standard (Billboard ετήσια έκδοση 1944). Με αυτό τον τρόπο ο Δημητριάδης διαχειριζόταν όλα τα δικαιώματα επί των ηχογραφήσεων της STANDARD.
Μέχρι το 1945 ο Δημητριάδης συνεχίζει να κρατάει τη θέση του υπευθύνου διεθνούς ρεπερτορίου της RCA. Μεταξύ των συνεργατών του στην RCA είναι και ο Γαλλο-Γερμανικής καταγωγής μαέστρος Henri René ο οποίος την ίδια εποχή κάνει και κάποιες ηχογραφήσεις με την ορχήστρα του (Henri René Musette’s) για λογαριασμό της STANDARD.

Στη φωτογραφία (Billboard 3 Ιανουαρίου 1942), αριστερά είναι ο Τέτος Δημητριάδης και δεξιά ο Henri René.
Στα 1945 ο Δημητριάδης εγκαταλείπει το πόστο του στην RCA και αρχίζει να ασχολείται πλέον αποκλειστικά με τη δική του εταιρεία. Αυτό αποτυπώνεται και στις διαφημιστικές καταχωρήσεις στον τύπο. Έτσι σε δισκογραφικό κατάλογο της εταιρείας που δημοσιεύεται στο Billboard το Δεκέμβρη του 1945, διαβάζουμε: «ALL RECORDINGS MADE UNDER THE PERSONAL SUPERVISION OF TETOS DEMETRIADES» και συνεχίζουμε να συναντάμε την ίδια πρόταση στις διαφημίσεις της STANDARD ακόμη και μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ‘50. Ο ίδιος κατάλογος μας προσφέρει σημαντικές πληροφορίες για τους καλλιτέχνες π ου ηχογραφούσαν την εποχή αυτή στη STANDARD. Συναντάμε ονόματα όπως: René Musette Orch., Bernie Wyte’s Orch., Walt Leopold’s Orch., Nordic Instrumental Quartet, Scandinavian Ambassadors, Barry Sisters, Alfredo Mendez, Alberto Iznaga, κ.ά..


Την 1η Φεβρουαρίου του 1946 μια νέα σειρά δίσκων υπό τη νέα ετικέτα STANDARD INTERNATIONAL ανακοινώνεται από τον Τέτο Δημητριάδη (Billboard 2 Φεβρουαρίου 1946).
Με την καινούρια σειρά F επεκτείνεται ο προσανατολισμός της εταιρείας στο ξένο (μη αγγλόφωνο) ρεπερτόριο, έτσι ώστε μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’40 η STANTARD να κυκλοφορεί 10 – 15 δίσκους το μήνα σε σε 21 διαφορετικές γλώσσες και αναδιοργανώνεται ο κατάλογος της εταιρείας, ως εξής:
F-100 : Διεθνή (International novelties)
F-1000 : Μουσικά Διαμάντα (Musical Gems)
F-2000 : Ρωσικά
F-3000 : Πολωνικά
F-4000 : Λατινο-Αμερικάνικα
F-5000 : Σκανδιναβικά
F-6000 : Ιταλικά
F-7000 : Τσέχικα - Βοημικά
F-8000 : Εβραϊκά
F-9000 : Ελληνικά
F-11000 : Γερμανικά
F-12000 : Σερβο-Κροατικά
F-13000 : Γαλλο-Καναδικά
F-14000 : Ιρλανδικά
F-15000 : Ουγγρικά
F-16000 : Σλοβακικά

Στις ελληνικού ενδιαφέροντος ηχογραφήσεις, συναντάμε καλλιτέχνες όπως: Μιχ. Θωμάκος, Μαν. Διαμαντής, Ιωάν. Δεγαΐτας, Α. Καλύβας, Γ. Κατσαρός, τον ίδιο το Δημητριάδη, το Δ. Μπενέτο, τη Δανάη, το Μαν. Χιώτη, τη Μπέτυ Δασκαλάκη τον Αντ. Σακελλαρίου, τον Πέτρο Κυριακό, τον Κ. Γκαντίνη, τη Ρόζα Εσκενάζυ, τον Κ. Ρούκουνα και πολλούς άλλους. Οι ηχογραφήσεις αυτές έγιναν όχι μόνο στην Αμερική αλλά και στην Ελλάδα.
Στα 1948 ο Δημητριάδης προχωράει στην κυκλοφορία δίσκων υπό τη νέα ετικέτα GRAND, κάνοντας μια μικρή επιτυχία με το δίσκο G-2510 «You, you, you are the one» με τον John Eagar, φαίνεται όμως πως σύντομα εγκατέλειψε αυτή την προσπάθεια.
Την ίδια χρονιά (1948) η STANDARD έρχεται σε συμφωνία με τη Βελγική Disco Trade of Brussels (Billboard 16 Μάρτη 1948) σε μια προσπάθεια να αποκτήσει πρόσβαση στις ευρωπαϊκές αγορές, ενώ την επόμενη χρονιά (1949) αρχίζει να ηχογραφεί σε NON BREAKABLE - «άθραυστους σε κανονική χρήση» δίσκους βινυλίου (Billboard 10 Σεπτέμβρη 1949) ενώ τον Απρίλη του 1950 παρουσιάζει τους δέκα πρώτους δίσκους 45 στροφών.

Η πενταετία 1945 – 1950 είναι ίσως η πλέον παραγωγική για τη STANDARD PHONO COMPANY η οποία καθίσταται μεταξύ των σημαντικότερων Αμερικάνικων δισκογραφικών εταιρειών που ειδικεύονται στο ξένο ρεπερτόριο. Είναι χαρακτηριστικό το άρθρο που δημοσιεύεται στο Billboard της 15 Απρίλη 1950, όπου πλέκεται το εγκώμιο του Τέτου Δημητριάδη για την «ασυνήθιστη» επιχειρηματική τακτική του, η οποία στηρίχτηκε κατά πρώτον στη συνεργασία του με καλλιτέχνες που δεν ήταν τα «πρώτα» ονόματα – οι «φίρμες» στο χώρο του ξένου ρεπερτορίου αφού κάτι τέτοιο θα επιβάρυνε σημαντικά τον προϋπολογισμό του, και κατά δεύτερον σε μια στρατηγική πωλήσεων που δεν απέβλεπε στο μεγάλο αριθμό πωλήσεων σε σύντομο χρονικό διάστημα (πραγματικότητα αυτό στην ποπ μουσική της Αμερικής του ’50), αλλά στις σε βάθος μερικών χρόνων αυξανόμενες πωλήσεις του δίσκου. Μια ακόμη πτυχή της επιχειρηματικής τακτικής του Δημητριάδη είναι πως δεν ακολουθούσε την πάγια τακτική των άλλων εταιρειών που χορηγούσαν δωρεάν δίσκους σε ραδιοφωνικούς σταθμούς ή παραγωγούς ραδιοφώνου αν και είχε αρκετά καλή συνεργασία με πολλούς ραδιοφωνικούς σταθμούς για την προώθηση των δίσκων της εταιρείας του.
Στα χρόνια που ακολουθούν η STANDARD περνάει σταδιακά από τις 78 στροφές στις 45 και τις 33 στροφές και τυπώνοντας δίσκους κάθε 6 εβδομάδες (Billboard 10 Ιανουαρίου 1953) συνεχίζει να έχει σημαντικές πωλήσεις κυρίως με δίσκους Ελληνικού, Ιταλικού, Γερμανικού και Σκανδιναβικού ρεπερτορίου (αξίζει να αναφερθεί εδώ η συνεργασία του Δημητριάδη με τη Φιλανδή ακορντεονίστρια Viola Turpeinen που σε κάποιες από τις ηχογραφήσεις της ο Δημητριάδης φαίνεται ως συνδημιουργός), η πορεία όμως της εταιρείας όπως αντικατοπτρίζεται και από τη διαφημιστική τας καμπάνια και παρ’ ότι σε διαφήμιση στο Billboard της 26 Οκτώβρη 1959 βλέπουμε κατάλογό της με 70 περίπου LP, είναι φθίνουσα. Έναν ιδιαίτερου ενδιαφέροντος δίσκο LP (Colonial LP-198) κυκλοφορεί το 1961 με τίτλο: SING ALONG IN GREEK WITH TETOS DEMETRIADES AND HIS FRIENDS με είκοσι επτά ελληνικές επιτυχίες της εποχής αλλά και παλιότερες. Στη φωτογραφία του εξωφύλλου του δίσκου ο Τέτος Δημητριάδης ποζάρει με τα μέλη της χορωδίας που τραγουδάει στο δίσκο.

To 1967 η εταιρεία RecordWagon Corp. του Cecil Steen εξαγοράζει την STANNDARD PHONO RECORD που είχε συμπληρώσει 35 χρόνια διαρκούς δραστηριότητας. Η εταιρεία μετονομάστηκε σε Standard Phono Corp., a Massachusetts corporation πρόεδρός της έγινε ο Bob Levinson (Billboard 1 Ιουλίου1967).
ΠΗΓΗ
ΡΕΜΠΕΤΟΣΕΛΙΔΑ
http://rebetiko.sealabs.net/forum/viewtopic.php?t=3282

Δευτέρα, 5 Απριλίου 2010

ΚΩΣΤΑΣ ΝΟΥΡΟΣ--βιογραφία απο "ELKIBRA-REBETIKO"

Σάββατο, 06 Δεκεμβρίου 2008




Ψάχνοντας και τακτοποιώντας - Βιογραφικό του Νούρου (Nouros) (1)

Παρακάτω ξεδιπλώνεται μιά προσπάθεια σύνταξης ενός βιογραφικού γιά τον Κώστα Μασσέλο (Νούρο). Προς το παρόν υπάρχουν κάποια άλλα βιογραφικά του, εδώ κι εκεί, της τάξης μερικών γραμμών. Δυό αναφορές με κάπως περισσότερα βρίσκουμε στο http://www.rembetiko.gr/forums/archive/index.php/t-15973.html, γραμένα από τον Κ. Φέρρη και στο λογοτεχνικό περιοδικό Οδός Πανός, τεύχος 140, σελ. 233-34, από τον Πάνο Σαββόπουλο. Δεν έχω καινούρια πράγματα να προσθέσω. Αυτό που έκανα ήταν, με βάση τους δύο παραπάνω (σημειώνοντας από ποιόν δανείζομαι τι), να κοιτάξω προσεκτικά μέσα στο κονφούζιο των φωτογραφιών στα "Ρεμπέτικα τραγούδια" του Ηλ. Πετρόπουλου (εννοώ την έκδοση-ντουλάπα), να βοηθηθώ από την τάξη που επικρατεί στο http://www.rebetiko.gr/ και να προχωρήσω. Έκανα συνδυασμούς, αριθμητικές προσθέσεις και αφαιρέσεις και ανάτρεξα στα: "Τα χαϊρια μας εδώ", τους 4 τόμους του Σχορέλη, τη Ρεμπέτικη Ιστορία 1 του Κ. Χατζηδουλή, το "Ελλήνων Μούσα Λαϊκή, Τριλογία της Μουσικής 1,΄του Ηλία Βολιότη-Καπετανάκη και την αυτοβιογραφία του Μάρκου. Με τα θραύσματα που βρήκα μέσα, έφτιαξα το παρακάτω. Eίναι αυτονόητο πως συμπληρώματα και διορθώσεις είναι ευπρόσδεκτες. Λένε πως το τελευταίο που πεθαίνει στον άνθρωπο είναι η ελπίδα, αυτή που κατάφερε η Πανδώρα να την εμποδίσει να πετάξει έξω απ΄το πιθάρι, μέσα σ΄αυτό τον μισογυνικό μύθο. Ελπίζω πως όποιος/α χρησιμοποιήσει ή αναδημοσιεύσει την προσπάθειά μου, θα σημειώσει από που την πήρε, όπως έκανα κι εγώ με ότι δανείστηκα. ('Οτι δανείστηκα το μεταφέρω με κόκκινους χαρακτήρες)
1892. Bλέπει γιά πρώτη φορά το φως του ήλιου στην ενορία Νταραγάτσι που ξεκινούσε από την Πούντα κι έφτανε ως το Χαλκά Μπουνάρ (Σμύρνη). H Η μάνα του, Ευαγγελία Γαβριηλίδη, κρατούσε καταγωγή από τη Σύρο. Πατέρας του ήταν ο Γιαννακός Μασσέλος (πιο γνωστός με τα ψευδώνυμα Τρίγωνης και Νούρος), που γεννήθηκε στο Τσιρίγο των Κυθήρων και εγκαταστάθηκε με τους γονείς του από μωρό στη Σμύρνη.(στοιχεία Κουνάδη). Υπήρχε κι ένας αδερφός που τον αναφέρει η Αγγέλα Παπάζογλου. Στα 1894, όταν ήταν δύο μόλις χρονών πεθαίνει η μητέρα του, ίσως από τύφο που μάστιζε τους φτωχούς εργάτες της περιοχής Πούντα εκείνα τα χρόνια. "Τον αναλαμβάνει η νεοκόρισσα του νεκροταφείου, η Χατζη-Αθανασώ, νεοκόρισσα του νεκροταφείου, απέναντι απ΄το σπίτι τους"Ο πατέρας του δε ξαναπαντρεύτηκε. Άπό μικρός αρχίζει να ψέλνει στην εκκλησία των Ταξιαρχών" (στοιχεία Π.Κουνάδη)και στην Αγ. Φωτεινή.
"Τελειώνει το Δημοτικό και βγαίνει στη βιοπάλη. Δουλεύει εργάτης σε διάφορα εργοστάσια, μέχρι τα 18 του" (Κ. Φέρρης). Σύμφωνα με την Αγγέλα Παπάζογλου, είχε δουλέψει σε κλωστήριο. Αναφέρει επίσης ότι και ο αδερφός του Νούρου δούλευε στο πιό μεγάλο κλωστήριο της Σμύρνης.
191o-11 "Με τη βοήθεια και τις συστάσεις του Αρχιμανδρίτη Αγάπιου"(Γιώργος Παπαδάκης)φεύγει στο Αγιονόρος, στη Μονή Βατοπεδίου, γιά να μονάσει. Αυτό δίνει κάποια σήματα γιά την, ως τότε, ψυχοσύνθεσή του. Δεν άντεξε (;) (το ερωτηματικό είναι σα στάχτη στα μάτια. Πιθανότατα, κάτι του συνέβη εκεί. Βάλτε τη φαντασία σας σε λειτουργία...) και γυρίζει, σύμφωνα με τον Π. Κουνάδη, μετά από μερικές μέρες, πίσω στη Σμύρνη.
1911. Σύμφωνα με τον Σχορέλη (τόμος Β΄), αρχίζει να τραγουδάει σε ηλικία 19 χρονών, "στο κέντρο-ταβέρνα του Γεραλέξη στην Πούντα, πλάι στον Παναγιώτη Φούντα ή Τάταρη (στοιχεία Π. Κουνάδη) (βλ. φωτο.) νυν Αλσαντζάκ. (Υπάρχει κάποια αναφορά γιά την τραγουδίστρια γκιουζέλ Κατίνα από τη Σύρα που ήταν δασκάλα του Νούρου, αλλά δεν έχω περισσότερα στοιχεία).
"Μετά την επιτυχία του εκεί, τραγούδησε στα καλύτερα μαγαζιά της Σμύρνης, στην "Τερψιθέα", δίπλα στου Χατζηφράγκου, στο "Ασανσέρ, στο Καρατάσι, στον "Νικόλα του Τζίτζικα έξω απ΄τη Σμύρνη, στου "Μιχάλη του Χαβούτη" και αλλού" (στοιχεία Π. Κουνάδη).
"Σε περιοδεία στο Αϊδίνι το 1911 παντρεύεται την πρώτη του γυναίκα, την Καλλιόπη Σιντιρλάλα που πέθανε όμως μετά από τρία χρόνια (1914) , εικοσιενός μόλις ετών" (Π. Κουνάδης).
"Στις 15 Οκτωβρίου του 1915 παντρεύεται τη δεύτερη γυναίκα του, τη Μαρία Καστανά από το Κερατοχώρι.


1926. - ΠΕΙΡΑΙΑΣ "Αρχίζει τις πρώτες του ηχογραφήσεις, ενώ ταυτόχρονα δουλεύει σε καμπαρέ και μαγαζιά"(K. Φέρρης). Στον "Αδαμάκο" στην Κοκκινιά, με την Αγγέλα Παπάζογλου, τον Στελλάκη και τον Βαγγέλη Μαργαρώνη, στο καφεζυθοπωλείο ο "Νέος Κόσμος" το 1930.
Η κάτωθι φωτογραφία είναι του 1928. Λεπτομέρειά της υπάρχει στην αρχή του blog. Είναι η μόνη, απ΄τις υπάρχουσες, που βλέπουμε το Νούρο ευτυχισμένο. Το πρόσωπό του είναι απόλυτα ήρεμο, η στάση του χαλαρή. Τα πράγματα του πάνε καλά. (απ΄αριστερά, ο Νίκος Συρίγος ο σαντορινιός (βιολί), ο Μιχάλης Σκουλούδης (μαντολίνο), ο Γιώργος Πετρίδης (τσίμπαλο), o Νούρος με το υποπόδιο και ο Στελλάκης Περπινιάδης (μπασοκιθάρα)
Eγγραφή του στα Μητρώα Αρρένων την 1-3-1928, με αριθμ. 324 http://(Ας τον ακούσουμε στο "Τρελοκόριτσο" του φίλου του Γιάννη Δραγάτση - Ογδοντάκη)www.fileden.com/files/2008/6/6/1947074/Trelokoritso%20%2880as%29%281929%29.mp3 "Ήταν παλικάρι και καλό παιδί, παρά το ελάττωμά του" (Αγγέλα Παπάζογλου, Ρεμπέτικη Ανθολογία Τάσου Σχορέλη, τόμος Γ, σελ.56)
1933-1934. - ΠΕΙΡΑΙΑΣ - Μάντρα του Σαραντόπουλου ( Aυτός που μ΄ενδιαφέρει είναι ο Νούρος. Όλ΄αυτά με τη μάντρα του Σαραντόπουλου και την πρώτη εμφάνιση της τετράδας έχουν γραφτεί και ξαναγραφτεί. Αν πληκτρολογήσετε "Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς" στο Google, θα εμφανιστούν μιά μακριά σειρά από πανομοιότυπες διθυραμβικές περιγραφές του "κοσμοϊστορικού" αυτού γεγονότος. Δεν υποτιμώ τη σημασία του, ούτε τους άξιους και αγαπημένους συντελεστές της τετράδας. Απλά, "το πολύ το Κύριε ελέησον, το βαριέται κι ο παπάς"... Αν κάνω κι εγώ το ίδιο είναι γιά να μεταφέρω την ατμόσφαιρα που υπήρξε εκεί και να την διαφορίσω από τον κόσμο των Μικρασιατών)
H "Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς" - Δεύτερη σειρά: Μάρκος Βαμβακάρης και Ανέστος Δελιάς. Πρώτη σειρά: Στράτος Παγιουμιτζής και Μπάτης
" Κάποιο καλοκαιρινό βράδυ του 1934, στην Ανάσταση του Πειραιά, στου Σαραντόπουλου τη μάντρα, ένα περιφραγμένο οικόπεδο με μιά παράγκα, με ξύλινους πάγκους και τραπέζια, χαλάει κόσμο η "Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς", όπως αναφέρεται σε διαφημιστικές αφίσες της εποχής... Σύμφωνα με τις αφηγήσεις των πρωταγωνιστών, η "Τετράς η ξακουστή" αντικαθιστά την σμυρνέικου ύφους ορχήστρα που είχε το μαγαζί. Καθημερινά γεμίζει ασφυκτικά μετά την αλλαγή του προγράμματος. Μέσα-έξω ο κόσμος, πουτάνες από τα γειτονικά μπουρδέλα των Βούρλων, αγαπητικοί, προαγωγοί, κουτσαβάκια, μαχαιροβγάλτες, κάθε λογής παράνομοι, μεροκαματιάρηδες και άνεργοι από τις γύρω φτωχογειτονιές αλλά και οι πρώτοι "περίεργοι" από επιφανέστερα κοινωνικά διαμερίσματα, συνωστίζονται γιά να μη μείνουν "εκτός νυμφώνος". Στην ημερήσια διάταξη καβγάδες, πιστολιές και μαχαιριές...λίγες μέρες μετά την εμφάνιση της "πειραιώτικης κομπανίας", όπως ονομάστηκε αργότερα ή, κατ΄άλλους, την επόμενη χρονιά στον ίδιο χώρο, στο μαγαζί του Σαραντόπουλου, συνυπάρχουν κάποιο βράδυ ή μιά ολόκληρη βδομάδα και παίζουν διαδοχικά, η ρεμπέτικη ορχήστρα και τα σαντουρόβιολα. Μάρκος, Αρτέμης, Στράτος, Μπάτης...εναντίον Γιώργου Κάβουρα, Στελλάκη Περπινιάδη, Κώστα Νούρου... Σύμφωνα με άλλες εκδοχές, η "τετράδα" παίζει μόνο γιά λίγες μέρες του 1934 στου Σαραντόπουλου, ο Δελιάς διαφωνεί γιά τη "χαρτούρα", αποχωρεί και οι υπόλοιποι, μαζί με τον Στέλιο Κερομύτη, μεταφέρονται στου Μήτσου Κερατζάκη (σημ. 300 μ., περίπου, πιό πέρα). Στο διπλανό μαγαζί παίζουν οι Κάβουρας, Νούρος, Περπινιάδης..." (ΗΛΙΑΣ ΒΟΛΙΟΤΗΣ-ΚΑΠΕΤΑΝΆΚΗΣ, EΛΛΗΝΩΝ ΜΟΥΣΑ ΛΑΪΚΗ, τόμος 1, σελ. 207, 208)

Ας δούμε και μιά άλλη περιγραφή που τη δημοσίευσε ο Κώστας Χατζηδουλής στη "Ρεμπέτικη Ιστορία 1, σελ. 59: "...Η δεύτερη μαρτυρία οφείλεται στον Β.Χ.Α., ο οποίος την εποχή εκείνη ήταν ο πρώτος σερβιτόρος (πρώτους σερβιτόρους έλεγαν εκείνους που εκτελούσαν και καθήκοντα μπράβων), στο μαγαζί του Σαραντόπουλου. Ο σερβιτόρος αυτός...λέει τα ακόλουθα: "...Γιά να είχες μαγαζί τέτοιο, από το 1930 μέχρι το ΄38, έπρεπε να μην λογάριαζες τη ζωή σου. Στο μαγαζί του Σαραντόπουλου ερχόντουσαν όλα τα αποβράσματα της κοινωνίας. Κάθε μάπα και μούτρο της σαπίλας και της βρωμιάς του υποκόσμου. Οικογενειάρχης, δεν πάτησε το πόδι του στο μαγαζί, από τότε που βάλαμε μπουζούκια και άρχισε να μαζεύεται αυτός ο κόσμος. Γιατί πιό μπροστά το είχαμε ταβέρνα, με τον Παναγή, που έπαιζε σαντουράκι, τον Ψευτο-Νούρο που τραγούδαγε, και έναν Αρμένη που έπαιζε βιολί. Τότε ήταν ήσυχα, βγάζαμε καλούτσικο μεροκάματο, μέχρι που ο Σαραντόπουλος βάλθηκε να βάλει μπουζούκια. Ο Μπάτης τον παρακίνησε. Πήραμε τον Μπάτη, το Μάρκο, το Στράτο και τον Ανέστο, που ήταν γιός του Παναγή - που σου είπα ότι έπαιζε σαντουράκι. Μόλις ήρθανε, έγινε το σώσε. Άρχισαν να μαζεύονται όλα τα παλιοτόμαρα του υποκόσμου. Τα μπουρδέλα των Βούρλων ήτανε δυό βήματα, και ερχόντουσαν οι πουτάνες με τους αγαπητικούς, και μαχαιροβγάλτες, αγριόμαγκες και κουτσαβάκια, που όλοι τους είχανε από 2-3 εγκλήματα ο καθένας και με πολλά χρόνια στη φυλακή. Κάθε βράδι έπεφταν πιστολιές και μαχαιριές - χώρια τα άλλα. Όλοι οι σερβιτόροι και ο Σαραντόπουλος, οπλοφορούσαμε, ενώ ήρθε καιρός που μέσα στο μαγαζί υπήρχανε πάνω από δεκαπέντε πιστόλια. Αν, χωρίς να το θέλεις, γύριζες το κεφάλι σου και κοίταζες κάποιον, μπορούσε να γίνει σε δυό λεπτά φονικό άγριο. Οι γείτονες έκαναν παράπονα κάθε μέρα στην αστυνομία, αλλά ο Σαραντόπουλος το χαβά του. Δεν μπορώ να σου πω τι ήτανε ο Σαραντόπουλος και ποιοί και γιατί τον υποστήριζαν (σημ. γράφ. ο Σαραντόπουλος, σύμφωνα με εκατοντάδες μαρτυρίες που έχω καταγράψει, ήταν μπράβος του Λαϊκού Κόμματος, με δεκάδες τρομακτικές ενέργειες στη Δραπετσώνα), αλλά θα σου πω μόνο, ότι κάποιος τον αβαντάριζε πολύ και του τά΄παιρνε με το έτσι θέλω. Αυτός μετά, έγινε μεγάλος αξιωματικός (σημ. γραφ. μου αποκάλυψε το όνομά του) και σήμερα ζει..."
Διατηρώ πάντα μιά έντονη επιφύλαξη γιά τις μαρτυρίες. Ο Κώστας Χατζηδουλής είναι ένας άνθρωπος που έχει κάνει σημαντική δουλιά (με ιώτα) και έχει άπειρο υλικό που το βγάζει με το σταγονόμετρο, αλλά "κρατώ μικρό καλάθι" όταν διαβάζω τα γραφτά του. Αφενός, μ΄"ανησυχεί" το ότι ο ίδιος γοητεύεται και νιώθει τέτοιο δέος γι αυτά που έχει ακούσει, ώστε τα δραματοποιεί υπέρ το δέον και αφετέρου, δε ξέρω σε ποιό βαθμό έχει "επέμβει" ο ίδιος στις μαρτυρίες των άλλων, ούτε και θα το μάθουμε ποτέ.Όπως και νάχει το πράγμα, η παραπάνω μαρτυρία προέρχεται από έναν πρώην μπράβο. Οι μπράβοι δεν ήταν τυχαία πρόσωπα, ούτε αρκούσε μόνο η σωματική διάπλαση και ο γενικότερος όγκος τους. Οι εκφράσεις και οι λέξεις που χρησιμοποιεί γιά τον υπόκοσμο μου θυμίζουν λίγο "νοικοκύρη" ή άνθρωπο που μικροαστικοποιήθηκε με τα χρόνια και ξεπλένει τον εαυτό του από το περιβάλλον στο οποίο δούλεψε. Δεν αποκλείω το να ήταν Μικρασιάτης ο ίδιος, αν κρίνω από τον κάθετο τρόπο που εκφράζεται γιά τους "άλλους".
Tώρα όμως είπαμε πολλά. Κάντε κλικ αμέσως παρακάτω, κλείστε τα μάτια και μπείτε στην ατμόσφαιρα που μας περίγραψαν, ακούγοντας το τραγούδι "Αντιλαλούν οι φυλακές" που ο Μάρκος το λάνσαρε μέσα στο μαγαζί του Σαραντόπουλου.
Κάπου στη διάρκεια του 1934, ο Νούρος σταματάει να χτυπάει δίσκους. Ή τον κάναν πέρα μετά την επέλαση των μπουζουκομπαγλαμάδων που πουλούσαν, ή αγρίεψε το μάτι του απ΄αυτά που είδε, κατάλαβε πως δε θα τραβιόντουσαν πιά οι δίσκοι του και περιορίστηκε στα μαγαζιά που πήγαινε άλλος κόσμος, αυτοί που δεν είχαν διάθεση να βγουν απ΄το μαγαζί οριζοντιωμένοι...
1937. Πεθαίνει η κόρη του, μόλις 17 χρονών από καλπάζουσα φυματίωση και σε σαράντα μέρες η γυναίκα του. Φεύγει γιά τη Σάμο όπου είχε συγγενείς.
1938. Αθήνα. 36 χρονών. Αναμνηστική φωτογραφία με φίλο του. Το πρόσωπο του Νούρου σοβαρό και πικραμένο. Είναι 46 χρονών. Προσέξτε το πρόσωπο του φίλου του, τα πέτρινα μάτια του, και σκεφθείτε: θα εμπιστευόσαστε ένα τέτοιο άτομο;
O Hλ. Πετρόπουλος σημειώνει γιά την παρακάτω φωτογραφία ότι είναι του 1940. Το βρίσκω μάλλον απίθανό να άλλαξε τόσο πολύ μέσα σε δύο χρόνια, αλλά το αφήνω έτσι.
1940. 48 χρονών. Μένει στην Κοκκινιά. "Στρατεύεται γιά την ψυχαγωγία των στρατιωτών στο μέτωπο και γιά τον ελληνικό στρατό στη Μ. Ανατολή" (Κ. Φέρρης)
1943. - Ξανά στη Σάμο. "Στους βομβαρδισμούς περνά με τις βάρκες στο Κουσάντασι... πρόσφυγας και μόνος ξανά στη ζωή του. Κατεβαίνει στην Παλαιστίνη κι από κει στη Γάζα, όπου αρχίζει να τραγουδάει σε διάφορες ψυχαγωγικές εκδηλώσεις του Στρατού" (Κ. Φέρρης)
1945. Βρίσκεται στο Κάϊρο.
1946. Tη φωτογραφία αυτή με το στρατιωτικό πουκάμισο τη χρησιμοποιεί στο εκλογικό του βιβλιάριο, αμέσως από κάτω.
Η διεύθυνσή του είναι, Κυθήρων 46, ενορία Αγ. Νικολάου Νίκαιας. Είναι τότε 54 χρονών. Τα μαλλιά του φαίνονται σα βαμένα.
1949. Στην παρακάτω Δήλωση φαίνεται να κατοικεί μαζί με τον Βλάχο Δημήτριο του Κυριάκου, ετών 39, γεωργό, και τον γιό του Κυριάκο, ετών 15 μαθητή, στην οδό Γρεβενών 33 στη Νίκαια όπου, σύμφωνα με τον Ηλ. Πετρόπουλο, έζησε τα τελευταία 25 χρόνια της ζωής του.


Η φωτογραφία με τον συγκάτοικό του βρέθηκε από τον Πάνο Σαββόπουλο και πρωτοδημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό "Οδός Πανός", τχ. 140, απρίλιος-ιούνιος 2008. Ο Νούρος είναι, όπως πάντα, πολύ σοβαρός αλλά, φαίνεται σε πολύ καλή κατάσταση και ίσως η φωτογραφία να τραβήχτηκε πολύ πιό πριν.
1950 (;) Δυό φωτογραφίες τραβηγμένες στην Πόλη, προφανώς στη διάρκεια του ίδιου ταξιδιού, ίσως και την ίδια μέρα.

1951. Στο δελτίο ταυτότητάς του που εκδίδεται στις 6-6-51 βάζει μιά φωτογραφία του από το 1930 που του θυμίζει και την αγαπάει.. Η διεύθυνση που δηλώνεται είναι Ανδρομάχης 1, ΝΙΚΑΙΑ, άγαμος, μέλη οικογενείας(...) 1... ανάμεσα στο 1952 και 1958 (;)
1959 (;) Αν αληθεύει η ημερομηνία που σημειώνει, με ερωτηματικό, ο Ηλ. Πετρόπουλος, εκείνο το βράδυ που εικονίζεται με το λαϊκό συγκρότημα Βαγγέλη Περπινιάδη (παρών και ο νέος Στράτος Διονυσίου), ο Νούρος που φαίνεται στο βάθος, σα να είναι και να μην είναι παρών, βρίσκεται στην ηλικία των 67 χρονών.

Κάπου εκεί σταματάει να τραγουδάει. Έχει κουραστεί, δεν υπάρχει νόημα πιά... Αποσύρεται πικραμένος και ξεχασμένος από γνωστούς και φίλους, στο τελευταίο του σπίτι.
"Το 1962 αποφάσισε να σταματήσει το τραγούδι και να πάρει τη σύνταξή του. Ήταν πικραμένος κι ένιωθε αδικημένος γιατί τα χρήματα της σύνταξής του δεν έφταναν γιά να ζήσει. Η φωτογραφία με τις πιτζάμες είναι τραβηγμένη στο Καρλόβασι Σάμου, σε κάποιο του ταξίδι, εκείνη περίπου την εποχή.
Τα υπόλοιπα 10 χρόνια θα τα περάσει μεταξύ σπιτιού και του "καφενείου των Φιλάθλων"
(Νίκαια).

Αφήνει την τελευταία του πνοή στις 26 Μαϊου 1972, σε ηλικία 80 χρονών. Το σπιτάκι στην οδό Γρεβενών 33 στη Νίκαια, (δηλαδή στην Κοκκινιά) όπου τελείωσε η ζωή του...











ΤΑΚΗΣ ΜΠΙΝΗΣ ( Ριζοσπάστης 12/2/2006)

ΤΑΚΗΣ ΜΠΙΝΗΣ
Μια ζωή ταγμένη στο λαϊκό τραγούδι
Ο Τάκης Μπίνης μαζί με άλλους ερμηνευτές στη «Στοά Αθανάτων»
Ευτύχησε να βρίσκεται ανάμεσα στους μεγάλους του λαϊκού μας τραγουδιού, το οποίο υπηρέτησε για έξι και πλέον δεκαετίες προσφέροντάς μας μοναδικές ερμηνείες, που νίκησαν το χρόνο. Ο Τάκης Μπίνης, ο μεγάλος λαϊκός τραγουδιστής και δημιουργός, που έφυγε από τη ζωή τον περασμένο Δεκέμβρη, μέχρι το τέλος στάθηκε αγέρωχος υπερασπιστής του ανόθευτου λαϊκού μας τραγουδιού δίνοντας πνοή σε σπουδαία τραγούδια των Τσιτσάνη, Μητσάκη, Χιώτη, Καπλάνη, κ.ά. Ο αυθεντικός καλλιτέχνης, που υπήρξε ένας από τους λίγους «γεννήτορες» των πρωτότυπων τραγουδιών του ρεμπέτικου και ακούραστος εργάτης μέχρι την τελευταία στιγμή του λαϊκού πάλκου, είχε και την ατυχία να δει το λαϊκό τραγούδι να παρακμάζει, να ευτελίζεται. «Πού είναι σήμερα το ελληνικό, το λαϊκό τραγούδι;» αναρωτιόταν συχνά τις τελευταίες δεκαετίες. Η απορία του συνοδευόταν με την πίκρα και την αγανάκτηση για όλους όσοι (κράτος, συνθέτες, δισκογραφικές εταιρίες, κ.ά.) θα μπορούσαν να το βοηθήσουν ώστε να μη φτάσει σ' αυτό το σημείο και δεν το έκαναν.
Τραγούδια - βιώματα
Ο Τάκης Μπίνης γεννήθηκε το 1923 στον Αγιο Δημήτριο Θεσσαλονίκης. «Οι γονείς μου ήταν πρόσφυγες από το Αϊβαλί και μας έστειλαν σε μια παράγκα στην Τούμπα. Εκεί μεγάλωσα», έλεγε στο «Ριζοσπάστη» (28/2/1993). Μαθητής ακόμη της Ε΄ Γυμνασίου αρνείται να φορέσει τη στολή της ΕΟΝ και εντάσσεται στη ΜΕΝΤ (Μορφωτική Ενωση Νεολαίας Τούμπας). Αυτό είχε ως συνέπεια να τον οδηγήσουν στην Ασφάλεια και να τον υποβάλουν σε φοβερές δοκιμασίες, ανάμεσα στις οποίες ήταν και το ρετσινόλαδο. Οταν αποφυλακίστηκε, η μόνη δουλιά που έμαθε από παιδί ήταν να παίζει μπουζούκι. «Βγαίνοντας από το στρατόπεδο δεν είχα περιθώρια επιλογής. Αναγκάστηκα και πήγα στα συνοικιακά μαγαζάκια της Θεσσαλονίκης κι έπιασα δουλιά», έλεγε. Στη Θεσσαλονίκη γνωρίζεται με τον Παπαϊωάννου και τον Τσιτσάνη, ο οποίος υπηρετούσε τη θητεία του στο Τάγμα Τηλεγραφητών και στις εξόδους του τον έπαιρνε μαζί του στου Κερκύρα, το ξακουστό κέντρο της πόλης, όπου μαζεύονταν «όλοι οι μουσικοί και όλοι οι Τρικαλινοί μπουζουξήδες».

Στην Κατοχή «με το μπουζούκι στη μασχάλη» περιπλανιέται από χωριό σε χωριό. «Δυο χρόνια περιπλάνηση σε Ηπειρο, Θράκη μέχρι την Κομοτηνή για μια μπουκιά ψωμί». Το '42 επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη και δουλεύει σ' ένα μαγαζί που το είχε ο Κώστας Βουρλιώτης, ο μετέπειτα αντάρτης Καπετάν Τρομάρας. Μετά τη σύλληψή του για σαμποτάζ, ο Τ. Μπίνης κλείνεται στο στρατόπεδο «Παύλος Μελάς» και ύστερα από ένα διάστημα φρικτών βασανιστηρίων δραπετεύει. Μετά από πολύμηνη περιπλάνηση καταλήγει το 1944 στον Πειραιά, όπου δουλεύει σε μικρομάγαζα και τεκέδες στην Τρούμπα και αργότερα στις Τζιτζιφιές. Από το 1946 τραγούδησε σε όλα τα γνωστά κέντρα της Αθήνας με όλους τους συνθέτες της εποχής: Παπαϊωάννου, Βαμβακάρη, Τσιτσάνη, Μπαγιαντέρα, Χατζηχρήστο, Κλουβάτο, Μπακάλη, Τατασόπουλο, Καπλάνη, Χιώτη, κ.ά. Από τα πρώτα τραγούδια που γραμμοφώνησε, έκανε μεγάλες και κλασικές επιτυχίες, όπως «Για στάσου χάρε να σου μιλήσω», «Το κουρασμένο βήμα σου» (Μπάμπη Μπακάλη), «Ομορφη Πειραιώτισσα», «Ενας αλήτης πέθανε» (Κώστα Καπλάνη), «Τα καβουράκια», «Θα κάνω ντου βρε πονηρή» (Βασίλη Τσιτσάνη), «Καρδιά Παραπονιάρα» (Απόστολου Χατζηχρήστου), «Οσο βαριά είν' τα σίδερα» (Γιώργου Μητσάκη). Η συνεργασία του με τον Μανώλη Χιώτη πρόσφερε τα «Σύρτε και φέρτε τον παπά», «Τι θέλεις μάνα δυστυχισμένη», «Τάκα τάκα τα πεταλάκια», «Κάτσε καλά», κ.ά.
Είκοσι τρία χρόνια ξενιτιάς
Το 1958 φεύγει για την Αμερική και τον Καναδά αναζητώντας, όπως τόσοι άλλοι μουσικοί της γενιάς του, μια καλύτερη τύχη. Επιστρέφει μετά από 23 χρόνια, το 1981! Ο ίδιος έλεγε για την απόφασή του να ξενιτευτεί: «Ο,τι κι αν κάναμε εδώ δεν είχε ζωή, δεν υπήρχε προοπτική. Πολλά τα βάσανα, ταλαιπωρία, φυλακές, πείνα. Μπουζουξήδες και τραγουδιστές πήραμε των ομματιών μας και φύγαμε για την Αμερική. Εφυγα νέος και γύρισα γέρος. Είκοσι τρία χρόνια ξενιτιά. Οι περισσότεροι από μας πέθαναν εκεί. Ντρέπομαι που το λέω, αλλά είναι κακιά μάνα η Ελλάδα. Μας έδιωξε, αυτή είναι η αλήθεια». Δύο χρόνια μετά την επιστροφή του, το 1983, ηχογραφεί ένα δίσκο-σταθμό για το ελληνικό τραγούδι, το «Ρεμπέτικο», των Σταύρου Ξαρχάκου και Νίκου Γκάτσου (από την ομώνυμη ταινία του Κώστα Φέρρη). Στις αθάνατες επιτυχίες του θα προστεθούν τώρα τραγούδια όπως το «Δίχτυ», «Στου Θωμά», «Στη Σαλαμίνα», «Στην Αμφιάλη», «Της αμύνης τα παιδιά». Εκτοτε δούλεψε, παίζοντας μπουζούκι και μπαγλαμαδάκι και τραγουδώντας, σε πολλά νυχτερινά μαγαζιά, με τελευταία τη «Στοά των Αθανάτων». Τα τελευταία χρόνια, ο Τάκης Μπίνης συμμετείχε σε Φεστιβάλ της ΚΝΕ και του «Οδηγητή», στηρίζοντας τη διαφορετική πολιτιστική πρόταση της Οργάνωσης.
«Κυριαρχούν εμπορίσκοι»
Παρότι η ζωή του υπήρξε γεμάτη βάσανα και αγωνία, ο ίδιος δήλωνε: «Στάθηκα τυχερός. Τραγούδησα εκατοντάδες τραγούδια, πολλά από τα οποία έμειναν κλασικά: "Καρδιά παραπονιάρα", "Ενας αλήτης πέθανε", "Θα κάνω ντου βρε πονηρή", "Αντιλαλούνε τα βουνά", "Πότε κοιμάται ο δυστυχής", "Τα καβουράκια", κ.ά. (...) Αυτό που μένει είναι το αυθεντικό, το πραγματικά λαϊκό. Τα τραγούδια μου νίκησαν το χρόνο γιατί ρίζωσαν στις ψυχές των ανθρώπων». Και το λαϊκό για τον Τ. Μπίνη ήταν «αυτό που δημιούργησαν οι άνθρωποι που έζησαν την ανισότητα της ζωής, τη διαφορά μεταξύ Δραπετσώνας και Κολωνακίου, βιοπαλαιστή και προύχοντα. Είναι το τραγούδι της Θεσσαλονίκης, του Πειραιά, της Αθήνας, των μεγαλουπόλεων. Των ανθρώπων που ζούσαν στις παράγκες, στα καταγώγια, με τους κοριούς, τους ψύλλους, την υγρασία...».
«Με πρωτοπόρους τον Μάρκο, τον Στράτο δημιουργήσαμε το "επαναστατικό" λαϊκό τραγούδι που ήδη πάει να εκλείψει, να σβήσει», έλεγε στη συνέντευξη που μας είχε παραχωρήσει ο μεγάλος τραγουδιστής στις 28/2/1993. «Σήμερα υπάρχει το μάρκετινγκ. Κυριαρχούν εμπορίσκοι, που γράφουν φτηνές μελωδίες και σαχλαμάρες λόγια μόνο και μόνο για το χρήμα. Εμείς δουλεύαμε με μεράκι. Κάναμε αυτή τη δουλιά νηστικοί, από νταλκά να παίξουμε μπουζούκι, να τραγουδάμε, να φτιάχνουμε τραγούδια-βιώματα, περιστατικά. Τώρα πώς να γράψουν λαϊκό τραγούδι; Με ποια βιώματα;». Ο ίδιος πάντως αναγνώριζε ότι «σήμερα υπάρχουν πολύ μεγαλύτερα προβλήματα απ' ό,τι στα χρόνια μου. Και τα προβλήματα είναι θέματα για να γραφτούν στίχοι. Προβλήματα υπάρχουν τεράστια, αλλά το μάρκετινγκ υπαγορεύει "έρωτα"...».
ΠΗΓΗ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 12/2/2006
Ρουμπίνη Σούλη

Σάββατο, 3 Απριλίου 2010

ΣΥΝΕΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΝΩΛΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΝΑΚΗ...

ΟΜανώλης Δημητριανάκης είναι πια ένας απ’ τους παλιότερους εν ενεργεία μουσικούς και τραγουδιστές του ρεμπέτικου. Ξεκίνησε απ’ τη δεκαετία του ’60 στα λαϊκά πάλκα, ενώ στη δισκογραφία μπήκε το 1974 με τον πρώτο δίσκο της «Ρεμπέτικης Κομπανίας», της οποίας ήταν ιδρυτικό μέλος. Σήμερα συνεχίζει να δουλεύει ακόμη στα λαϊκά πάλκα και θεωρείται σαν ένας απ’ τους λίγους γνήσιους εκφραστές του κλασσικού και ιδιαίτερα του πειραιώτικου ρεμπέτικου. Η συζήτηση μαζί του είχε μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς ο Μανώλης Δημητριανάκης είχε την τύχη να γνωρίσει από κοντά το Μάρκο, αλλά και πολλούς άλλους θρύλους της λαϊκής μας μουσικής.
Κύριε Δημητριανάκη, συνηθίζουν να σας παρουσιάζουν ως μαθητή του Μάρκου. Από πού ξεκινάει αυτή η ιστορία;
Καταρχήν να σου πω ότι όταν ήρθα στην Αθήνα να σπουδάσω, το 1963, έπαιζα μαντολίνο, γιατί πολλοί στο σπίτι μου έπαιζαν, αλλά από μπουζούκια είχα μεσάνυχτα. Δεν ήξερα καν τι ήταν τα μπουζούκια, αφού στην Κρήτη δεν υπήρχαν. Μια φορά θυμάμαι είχαν έρθει κάποιοι μπουζουξήδες, αλλά μας απαγόρεψαν τότε από το Γυμνάσιο να πάμε να τους ακούσουμε γιατί ήταν, λέει, αλήτες... οι αντιλήψεις τότε της επαρχίας. Όταν ήρθα λοιπόν στην Αθήνα, πήγα μια φορά στην Πλάκα, το ’64 θα ήταν, στο «Τετράδιο», όπου έπαιζε πιάνο ο Λίνος Κόκκοτος και τραγούδαγε ο Αλέκος Σταματέλης που ήταν ξυλογλύπτης. Μια μπάσα φωνή, καταπληκτική για τα τραγούδια του Μάρκου. Εκεί πρωτάκουσα Μάρκο και με εξέπληξε γιατί δεν ήταν ο ήχος που ήξερα, απ’ τα λαϊκά του Καζαντζίδη, του Αγγελόπουλου που είχα ακούσει απ’ τα ψαράδικα στην Ιεράπετρα, όταν πήγαινα στο Γυμνάσιο. Επαθα πλάκα! Στέλνω του πατέρα μου ένα γράμμα και του λέω «στείλε μου λεφτά να πάρω ένα μπουζούκι». Μου απαντάει «δε σου στέλνω γιατί δεν πρόκειται να σπουδάσεις» και του ξαναγράφω «αν δε μου στείλεις θα τα παρατήσω και θά ’ρθω κάτω». Επειδή λοιπόν ήμουν μοναχοπαίδι, αλλά και ο τελευταίος απ’ την οικογένεια, καθώς όλα τα αδέρφια του πατέρα μου τους είχαν σκοτώσει οι Γερμανοί στην Κατοχή, μου έστειλε λεφτά κι αγόρασα μπουζούκι.

Με τον ίδιο το Μάρκο πώς γνωριστήκατε;
Γνώρισα στο Πανεπιστήμιο το Νέαρχο Γεωργιάδη, ο οποίος γνώριζε το Μάρκο Βαμβακάρη και μάλιστα είχε γράψει τότε ένα άρθρο γι’ αυτόν στην «Πανσπουδαστική». Με πήγε λοιπόν μια μέρα στο Μάρκο. Τον βρήκαμε να κάθεται σ’ ένα καφενείο απέναντι απ’ το σπίτι του στα Άσπρα Χώματα. Είχαν τότε ξεκινήσει να καταγράφουν αφηγήσεις του Μάρκου, ο Νέαρχος και η Κική Καλαμαρά. Είπε λοιπόν ο Νέαρχος στο Μάρκο ότι εγώ παίζω μπουζούκι. «Για παίξε ρε» μου λέει ο Μάρκος… Τι να παίξω εγώ; Τρέμανε τα πόδια, τα χέρια μου, είχα …κατουρηθεί που λένε! Έπαιξα λίγο και μου λέει ο Μάρκος: «Δεν είσαι καλός, δεν ξέρεις να παίζεις αλλά έχεις «προοδευτικά» δάχτυλα». Εγώ από τότε, χωρίς να ξέρω, έβαζα σωστά τα δάχτυλά μου στο μπουζούκι. Αρχίσαμε λοιπόν να πηγαίνουμε συχνά και στο σπίτι του. Του πηγαίναμε πάντα γαρίφαλα που του άρεσαν, καθώς και σπόρια για τα πουλιά. Είχε γεμάτο το σπίτι με ένα σωρό πουλιά. Μια φορά, ένα καλοκαίρι, ήρθα απ’ την Κρήτη απ’ τις διακοπές με πολλά μαλλιά και φαβορίτες -ήταν της μόδας τότε- και πάω στο σπίτι του μόνος μου - ο Νέαρχος δεν είχε γυρίσει ακόμη απ’ την Κύπρο. Μπαίνω μέσα, «γεια σου μπάρμπα-Μάρκο» λέω… Με το που με βλέπει μου λέει: «Χίπης είσαι ρε; Μαλλιά είναι αυτά; Να κουρευτείς και να ξανάρθεις»! Πήγα κουρεύτηκα και ξαναγύρισα… Μια άλλη φορά ξέχασα να του φέρω γαρίφαλα και όλο το βράδυ δε μου μίλησε!

Ο Μάρκος, στα μέσα της δεκαετίας του ’60 που τον γνωρίσατε, έπαιζε μπουζούκι;

Βέβαια, έπαιζε. Τον είχα μάλιστα μαγνητοφωνήσει σε μια μπομπίνα να παίζει σόλα, ταξίμια και δυστυχώς την έχασα όταν πήγα φαντάρος, κάποιος την πήρε! Έπαιζε πάρα πολύ καλά ταξίμια ο Μάρκος. Να σου πω και κάτι που δεν το ξέρουν πολλοί: Οι περισσότεροι μπουζουξήδες όταν τραγουδούν δεν παίζουν. Αντίθετα, ο Μάρκος δεν μπορούσε να τραγουδήσει αν δεν έπαιζε. Γι’ αυτό, αν ακούσετε τις τελευταίες του εκτελέσεις, π.χ. στην «Άτακτη», ανάμεσα στα ηλεκτρικά μπουζούκια υπάρχει ένα μπουζούκι σκέτο, που παίζει διακριτικά. Του Μάρκου το μπουζούκι. Δεν παίζει για να δείξει ότι παίζει στο δίσκο, αλλά γιατί δεν μπορούσε να τραγουδήσει αλλιώς!

Άλλους παλιούς λαϊκούς ακούγατε τότε;
Τότε ήμασταν πολύ «ορθόδοξοι». Τότε δε μ’ άρεσε ο Τσιτσάνης, ένα φεγγάρι δε μ’ άρεσε κι ο Καζαντζίδης… Ακούγαμε μόνο Μάρκο, Δελιά, δεν αναγνωρίζαμε τίποτ’ άλλο. Σκληροπυρηνικοί! Ήταν το ’65 που είχε βγει η «Άτακτη» κι εγώ προσπαθούσα να μιμηθώ το Μάρκο στο τραγούδι, να τραγουδάω όπως ο Μάρκος, τέτοια πράγματα.

Ακόμα τον μιμούνται στη φωνή…
Ναι, το κάνουν ακόμα και είναι ανοησία, όπως ήταν και δική μου τότε…

Τι διαφορετικό βλέπατε στα τραγούδια του Μάρκου;
Αυτό το «αυστηρό» ύφος τους και το πάρα πολύ εκφραστικό παίξιμο. Ήταν απλές, ας πούμε, οι νότες του Μάρκου ή του Δελιά και είναι πάρα πολύ εύκολο να τις παίξεις. Να παίξεις καλά είναι δύσκολο. Όλοι η πειραιώτικη σχολή έχουν έναν τρόπο που παίζουν. Αν δεν το αγαπήσεις αυτό το πράγμα, αν δεν μπεις στο πετσί του, αν δεν το νιώσεις πολύ βαθιά δεν μπορείς να παίξεις πειραιώτικα. Να σου πω ένα παράδειγμα: Το 1959-60, όταν ο Τσιτσάνης ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής στην Κολούμπια, έκανε αυτές τις επανεκτελέσεις των ρεμπέτικων τραγουδιών στα οποία παίζουν μεγάλοι μπουζουξήδες, ο Καρανικόλας, ο Μακρυδάκης, ο Ανέστος Αθανασίου, ο Παπαδόπουλος κ.ά. Εξαιρετικές εκτελέσεις, πάρα πολύ ωραίες. Δεν είναι σαν αυτές του Μάρκου. Είναι εκτελέσεις που τις θαυμάζεις, αλλά όχι από αυτές που γουστάρεις, που «στη δίνουν».

Υπήρχε τότε η κόντρα «Βαμβακαρικών - Τσιτσανικών»;
Εμείς είχαμε κάνει αυτούς τους διαχωρισμούς. Στο χώρο των παλιών μπορεί να υπήρχαν ζήλιες ή δεν ξέρω εγώ τι άλλο, αλλά τέτοιος διαχωρισμός δεν υπήρχε. Αυτόν τον κάναμε εμείς οι νεότεροι. Και οι λεγόμενοι ρεμπετολόγοι έχουνε προωθήσει αυτές τις απόψεις, οι οποίες δεν έκαναν κανένα καλό, στο λαϊκό τραγούδι. Δεν είναι τόσο πολύπλοκα τα πράγματα. Καταρχήν πρέπει να σου πω ότι ο μεγαλύτερος θαυμαστής του Μάρκου ήταν ο Τσιτσάνης! Εγώ και η παρέα μου είχαμε την τύχη να ακούσουμε πολλές φορές τον Τσιτσάνη με τον Παπαϊωάννου στο μαγαζί που δούλευαν και να τους γνωρίσουμε από κοντά. Το μισό πρόγραμμα ήταν Μάρκος! Εκεί άκουσα τραγούδια του Μάρκου που δεν είχαν ακόμη ανακαλυφθεί απ’ τους 78άρηδες. Εκεί άκουσα το «Για σένα ρούσα και ξανθή», το «Μάνα μου με σκοτώσανε», το «Αντιλαλούν οι φυλακές» με την παλιά εκτέλεση, παρά το ότι ο Τσιτσάνης είναι αυτός που έχει κάνει τη διασκευή του ’60. Και όταν κάποτε στο σπίτι του Τσιτσάνη στη Γλυφάδα ήρθε η κουβέντα για το Μάρκο, μου λέει ο Τσιτσάνης:
«Ποιος δεν ήξερε μπουζούκι; Ο Μάρκος; Δεν ξέρουν τι λένε. Μπορεί κανείς τα παίξει τα τραγούδια του Μάρκου όπως τα έπαιζε ο Μάρκος; Τέτοιο παίξιμο μπορεί να το κάνει κανείς; Όλους εμάς μπορεί κάποιος καλός μπουζουξής να μας μιμηθεί. Το Μάρκο κανείς!».

Έγραφε τραγούδια ο Μάρκος εκείνη την εποχή;
Έγραφε αλλά είχε και στο μπαούλο. Μια φορά με το Νέαρχο βρήκαμε κάτι στιχάκια που έγραφε πίσω απ’ τα πακέτα των τσιγάρων και σε διάφορα άλλα χαρτάκια. Είχε το «Τι μ’ ωφελούν οι άνοιξες». Ο Νέαρχος τον έψησε να του βάλει μουσική και να το ηχογραφήσει πίσω απ’ το «Μια μικροπαντρεμένη».

Είχε πολλά τραγούδια έτοιμα;
Πολλά, αλλά συνέχιζε να παίζει και να γράφει. Στο καφενείο καθόταν σε μια γωνία κι έγραφε πάνω σε πακέτα από τσιγάρα. Ο ίδιος δεν κάπνιζε γιατί του το είχαν απαγορέψει για λόγους υγείας. Δεν άφηνε κι εμάς να καπνίζουμε. Τον ενοχλούσε.

Ήταν πολύ άρρωστος τότε;
Είχε διάφορα προβλήματα, αλλά δεν τηρούσε τις θεραπείες που του έδιναν οι γιατροί. Έπαιρνε ένα χάπι και είχε την απαίτηση να γίνει καλά! Αφού με το ένα χάπι δεν έβλεπε καλυτέρευση, σταμάταγε τη θεραπεία και δεν έπαιρνε άλλα! Έλεγε: «Μια χαρά είμαι εγώ. Ο Στράτος που έχει την καρδιά του είναι άσχημα». Ένα βράδυ εγώ, ο Γιώργος Κρεμμυδάς, ο συγχωρεμένος ο δημοσιογράφος κι ο Αντρέας Κρόκος, ο ξάδερφός μου, καθόμαστε στο «Χάραμα» με τον Παπαϊωάννου και κουβεντιάζουμε. Κάποια στιγμή έρχεται ο Μίλτος, ο μαιτρ και λέει του Παπαϊωάννου ότι έχει τηλέφωνο από Αμερική. Του είπανε: «πέθανε ο Στράτος». Ήπιε τόσο πολύ εκείνο το βράδυ ο Παπαϊωάννου που θυμάμαι το ουίσκι να τρέχει απ’ το στόμα του…

Από τους άλλους ρεμπέτες ποιους γούσταρε ο Μάρκος;
Του Μάρκου άρεσαν πολύ ο Κάβουρας και ο Νταλγκάς. Μια φορά μας είπε: «Τον Κάβουρα δεν έτυχε να τον ακούσω ζωντανά. Αλλά είχε ρε παιδί μου μια φωνή ...τέτοια» και άνοιξε φαρδιά-πλατιά τα χέρια του. Πάντως ο Μάρκος γενικά δεν ήταν πολύ ομιλητικός άνθρωπος και ακόμη πιο φειδωλός ήταν στις κρίσεις του. Απέφευγε να μιλάει για άλλους. Έχω την αίσθηση ότι αγαπούσε πάρα πολύ τον Κερομύτη, τον Τσιτσάνη, τον Παπαϊωάννου, το Χατζηχρήστο και ιδιαίτερα τους Πειραιώτες. Αλλά όταν τον ρώταγες απέφευγε να απαντήσει, δεν ήθελε.
Τα έγχορδα του Μ. Δημητριανάκη σε ...παράταξη
Τα έγχορδα του Μ. Δημητριανάκη σε ...παράταξη
Μετά από τόσα χρόνια ενασχόλησης τι συμπεράσματα βγάζετε απ’ το έργο του Μάρκου;
Έχω την αίσθηση ότι ξέρω όλα τα τραγούδια του Μάρκου ή τουλάχιστον τα έχω ακούσει όλα. Ανάμεσά τους λοιπόν δεν υπάρχει ούτε ένα τσιφτετέλι. Όταν του το επισημαίναμε έλεγε: «Μα τσιφτετέλι με το μπουζούκι βρε παιδιά; Αυτά τα παίζουν τα βιολιά και τα σαντούρια. Να πάτε να βρείτε τους Σμυρνιούς… Ο Ανεστάκος είχε κάνει ένα τσιφτετέλι αλλά ήταν …βαρύ». Χωρίς να το παίξω μουσικολόγος -που άλλωστε δε θα ήθελα να είμαι- ο Μάρκος έπαιξε κατ’ εξοχήν ελληνικά τραγούδια. Δηλαδή σε ευρωπαϊκή κλίμακα, με ευρωπαϊκό τρόπο έπαιξε ελληνικά τραγούδια. Ο Μάρκος ήταν αυτό που λέω, ότι εμείς δεν είμαστε ούτε Ανατολίτες ούτε Ευρωπαίοι. Είμαστε Έλληνες. Το μπουζούκι βέβαια είναι ευρωπαϊκό όργανο, αφού η κλίμακά του είναι συγκερασμένη ευρωπαϊκά. Ο Μάρκος όμως έπαιξε με έναν δικό του τρόπο, όπως όλοι αυτοί οι μπουζουξήδες. Γι‘ αυτό και θα δεις για παράδειγμα ότι όταν παίζει τα Ουσάκ από Re, τη μια έχουν Mi φυσικό και την άλλη έχουν Mi ύφεση. Γιατί στο Ουσάκ το ανατολίτικο η νότα Mi είναι ανάμεσα στο δικό μας Mi ύφεση και στο Mi φυσικό. Κι επειδή δεν του «έβγαινε» καλά του Μάρκου στην ευρωπαϊκή κλίμακα, το ανέβασμα το έπαιζε Mi φυσικό και το κατέβασμα Mi ύφεση. Η μεγάλη προσφορά του Μάρκου κατά τη γνώμη μου είναι αυτή: Έπαιξε ελληνικά τραγούδια. Διαμόρφωσε το λαϊκό τραγούδι. Κι όλα αυτά βέβαια πέρα απ’ την προσφορά του ότι αυτός πρωτόπαιξε μπουζούκι στους δίσκους, εκτοπίζοντας τα σαντουροβιόλια, τα μαντολίνα κλπ.

Σήμερα κάποιοι επανέρχονται σ’ αυτά τα όργανα…
Σήμερα γίνεται ένα άλλο πράγμα. Αφού απέτυχαν να περάσουν στους Έλληνες τα δυτικά, αυτά τα ντίσκο κλπ., το γυρίσανε τώρα στα δήθεν παραδοσιακά, στα βυζαντινά… Αυτά που λένε περί βυζαντινής μουσικής είναι μπούρδες. Η βυζαντινή μουσική, που λένε ότι είναι η δημοτική μας κι ότι ο Μάρκος εκεί βασίστηκε... Δεν ξέρουμε πώς ήταν η ελληνική λαϊκή μουσική την εποχή του Βυζαντίου, δεδομένου ότι την εποχή που το Βυζάντιο ήκμαζε, ήταν υπό διωγμόν η μουσική και τα τραγούδια. Από τον Ιουστινιανό μέχρι την πτώση της Κωνσταντινούπολης υπήρχε το αδίκημα «επί ελληνισμού»! Δηλαδή αν έλεγες ότι είσαι Έλληνας σ’ εκτελούσαν! Η τελευταία θανατική ποινή που αναφέρεται στο Βυζάντιο είναι επί Κωνσταντίνου Παλαιολόγου με το αδίκημα «επί ελληνισμού»... Η βυζαντινή μουσική είναι η «λόγια» μουσική της βυζαντινής αυτοκρατορίας, η μόνη επιτρεπτή μουσική. Οι Έλληνες εκείνης της εποχής δεν ξέρουμε με τι μουσική γλεντούσαν. Η δημοτική μας μουσική δεν μπορεί να είναι συνέχεια της εκκλησιαστικής μουσικής. Δεν υπάρχει κανένα δημοτικό τραγούδι για την εκκλησία και τους παπάδες. Μόνο κάποια που τους βρίζουν υπάρχουν.

Τα τραγούδια του Μάρκου γιατί είναι διαχρονικά; Εκφράζουν σήμερα;
Πάρα πολλά τραγούδια του Μάρκου εκφράζουν και τη σημερινή εποχή. Π.χ. «Τα ματόκλαδά σου γέρνεις, νου και λογισμό μου παίρνεις». Εκατό χιλιάδες σύγχρονοι ποιητές δεν μπορούν να γράψουν τέτοιο ερωτικό στίχο! Δεν εκφράζει σήμερα αυτός ο στίχος; Μπορεί απ’ τα χασικλίδικα μερικοί στίχοι να μοιάζουν «ξένοι» σήμερα γιατί είναι άλλες οι κοινωνικές συνθήκες, αλλά κι αυτά μας αρέσουν γιατί η μουσική τους είναι οικεία. Μπορεί να είναι διαφορετικό το κοινωνικό περιβάλλον, π.χ. οι πόλεις να γέμισαν πολυκατοικίες και να μη μιλάμε στον απέναντι, αλλά η μουσική αυτών των τραγουδιών είναι μέσα μας.

Μπορεί να γραφτεί αντίστοιχο τραγούδι σήμερα;
Λαϊκό τραγούδι μπορεί να γραφτεί και γράφονται μερικά καλά λαϊκά τραγούδια, τα οποία όμως χάνονται μέσα σ’ αυτό το χάος και την αμερικανοκρατία. Σήμερα έχουμε πιάσει πάτο ή σχεδόν πάτο. Προσωπικά πιστεύω ότι αυτό το πράγμα λειτουργεί με πρόγραμμα. Δεν είναι τυχαίο, δεν είναι απλά η «εύκολη λύση». Στα μαγαζιά για παράδειγμα που δουλεύω, χορεύουν ζεϊμπέκικο -όσοι μπορούν να χορέψουν- κι από κάτω τους χτυπάνε παλαμάκια σε χασάπικο, σε δύο τέταρτα. Σιγά-σιγά θα πάψουμε να χορεύουμε ζεϊμπέκικο! Ο ελληνικός πολιτισμός, ο Διόνυσος, δηλαδή το γλέντι, είναι ο αρχαιότατος εννεάσιμος ρυθμός, τα εννέα όγδοα και πάνε να τον εξαφανίσουν. Έχουν ξεκινήσει από παλιά, από τους ηλίθιους χορούς που χόρευαν στα μιούζικαλ του ελληνικού κινηματογράφου, τα οποία πέρα απ’ τα χορευτικά τους τα βλέπω και μ’ αρέσουν. Σήμερα τα νέα παιδιά χορεύουν ένα ζεϊμπέκικο… Πώς να στο πω… Έχω δει να κάνουν μπλονζόν την ώρα που χορεύουν, σαν τερματοφύλακες, σαν το Χιώτη - μιας και είμαι ΑΕΚτζής! Μ’ αυτή την έννοια κινδυνεύουμε να χαθούμε και σαν λαός.

Χάθηκε το παλιό λαϊκό τραγούδι;
Το λαϊκό τραγούδι του Μάρκου και των άλλων δε χάθηκε. Δε βγήκαν κάποιοι νεότεροι να το εξαφανίσουν. Είναι ένα πράγμα που εξελίσσεται. Π.χ. ο Τσιτσάνης από το «Σ’ έναν τεκέ σκαρώσανε» μέχρι την «Αρχόντισσα», μέσα σε δυο-τρία χρόνια, είναι «άλλος» Τσιτσάνης, το εξέλιξε. Αλλά είναι η φυσική του εξέλιξη, η φυσική ροή. Δεν αποκόπηκε απ’ το ένα να πάει στο άλλο. Απόδειξη αυτό που είπαμε και πριν, ότι ο Τσιτσάνης στο μαγαζί έλεγε τραγούδια του Μάρκου, του Δελιά, χασικλίδικα και απ’ όλα, μέχρι που πέθανε. Ειδικά το δεύτερο μέρος του προγράμματος του Τσιτσάνη ήταν σχεδόν όλο Μάρκος. Δεν πέθανε λοιπόν αυτό το πράγμα. Εξελίχθηκε. Μέχρι που φτάσαμε σήμερα μ’ αυτούς τους τραγουδιστές… Σήμερα για να γίνεις τραγουδιστής δεν πρέπει να ’χεις καλή φωνή. Πρέπει να έχεις ωραίο κορμί! Ύστερα είναι η τηλεόραση. Όλα τα πορνίδια τα βάζουν και γδύνονται για να γίνουν …τραγουδίστριες. Και τα στέλνουν και οι γονείς τους! Τέτοια χυδαία ιδιωτική τηλεόραση δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο! Μπορεί κι αλλού να έχουν παρόμοια ή και χειρότερα κανάλια, αλλά να είναι όλα τα ιδιωτικά κανάλια σ’ αυτό το χάλι, αυτό δεν υπάρχει πουθενά.

Τελικά, τι είναι ο Μάρκος με δυο κουβέντες;
Να το πω …μεγαλόστομα, όπως λένε αυτοί που κάνουν τους ρεμπετολόγους. Το ρεμπέτικο τραγούδι έχει δυο κολώνες, δυο βάσεις: Το Μάρκο και τον Τσιτσάνη. Αν έλειπε ο ένας ή ο άλλος, δεν ξέρω πώς θα ήταν σήμερα. Ο Τσιτσάνης είναι αυτός που το εξέλιξε, το ξεπέταξε και το ’μαθε όλος ο κόσμος. Ο Μάρκος είναι αυτός που έχτισε τα θεμέλια, αυτός που έσκαψε τους λάκκους για να μπουν τα δυο «πέδιλα», το δικό του αλλά και του Τσιτσάνη. Οι άλλοι είναι τα στολίσματα. Καταπληκτικός κι ο Παπαϊωάννου, κι ο Μητσάκης, και όλοι. Όμως Τσιτσάνης και Μάρκος δεν είναι κανείς άλλος. Τα ίδια που σου λέω έλεγε κι ο Τσιτσάνης, αλλά βγάζοντας τον εαυτό του απέξω. Μου έλεγε: «Αν δεν υπήρχε ρε ο Μάρκος, θα υπήρχε λαϊκό τραγούδι;».
ΠΗΓΗ
ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ  "η Κλίκα"
ΑΡΗΣ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ 

Παρασκευή, 2 Απριλίου 2010




ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 
                   30/7/2000
«... να σου παίξω μπουζουκάκι, μ' όμορφη διπλοπενιά.»
Είκοσι εννέα χρόνια συμπληρώνονται στις 3/8 από το θάνατο του μεγάλου λαϊκού συνθέτη Γιάννη Παπαϊωάννου
Στο «Φαληρικό», στις Τζιτζιφιές με τον Βασίλη Τσιτσάνη
«Τα τραγούδια μου είναι τα παθήματά μου, οι αγώνες μου, το μεροκάματο για τη φασολάδα, τα όνειρά μου, οι καντάδες μου, η ζωή μου ολόκληρη και η ζωή του φτωχού κοσμάκη...», έλεγε ο Γιάννης Παπαϊωάννου, ο συνθέτης με την τεράστια προσφορά στο ανόθευτο λαϊκό τραγούδι. Ο δημιουργός αθάνατων τραγουδιών, όπως τα «Φαληριώτισσα», «Ανδρέας Ζέπος», «Πριν το χάραμα», «Ανοιξε γιατί δεν αντέχω», «Κάνε κουράγιο», «Βαδίζω και παραμιλώ», «Χθες το βράδυ σε μια βάρκα», «Σβήσε το φως» και εκατοντάδων ακόμη. Την ερχόμενη Πέμπτη, 3 Αυγούστου, συμπληρώνονται 29 χρόνια από το θάνατο του αυθεντικού, πηγαίου καλλιτέχνη, που έμελλε να φύγει νωρίς από τη ζωή, σε ηλικία 58 χρόνων (σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα το 1972).
Από την Κίο στη «Φαληριώτισσα»
Ξεχωριστή μορφή του λαϊκού τραγουδιού, με εντελώς προσωπικό ύφος, και άνθρωπος με μεγάλη καρδιά και σπάνιο ήθος, ο Γιάννης Παπαϊωάννου γεννήθηκε στην Κίο της Μ. Ασίας το 1914. Με την καταστροφή του 1922, έφυγε με τη μητέρα και τη γιαγιά του στην Ελλάδα. Αρχικά, εγκαταστάθηκαν στις Τζιτζιφιές και από μικρό παιδί δούλεψε σκληρά. Από νεαρή ηλικία ασχολήθηκε με τη μουσική. Στην αρχή με το μαντολίνο, λίγο αργότερα με την κιθάρα και στη συνέχεια με τον παντοτινό σύντροφο της ζωής του, το μπουζούκι. Ο ίδιος ο συνθέτης μιλά για την πρώτη του «γνωριμία» με το λαϊκό όργανο στην αυτοβιογραφία του με τίτλο «Ντόμπρα και σταράτα», που επιμελήθηκε ο Κώστας Χατζηδουλής (εκδόσεις «Κάκτος»). Ηταν η εποχή που δούλευε στις οικοδομές και μοιραζόταν όνειρα και ευαισθησίες με την κιθάρα του. Ενα μεσημέρι στην ταβέρνα του Γκινόπουλου, στις Τζιτζιφιές, όπου πήγαινε μετά τη δουλιά, άκουσε το «Μινόρε του Τεκέ», που είχε ηχογραφήσει ο Γιάννης Χαλκιάς στην Αμερική. Και συγκλονίστηκε... «Τρέλα!! Τέτοιο πράμα, τέτοιο σόλο δεν πρόκειται να ξαναγεννήσει η φύση. Αυτό είναι το σύμβολο... Αμέσως είπα θα πάρω μπουζούκι». Η απόφασή του φέρνει θύελλα στο σπίτι, καθώς η μητέρα του αρνείται να δεχτεί το μπουζούκι, «λες και ήταν φονικό όργανο». Κι έτσι, το φυγαδεύει στο σπίτι ενός φίλου του, όπου πήγαινε και μελετούσε. Και γράφει το πρώτο του τραγούδι, τη «Φαληριώτισσα», την «πιο μεγάλη καντάδα εκείνης της εποχής στις Τζιτζιφιές και στο Φάληρο» . Λίγο αργότερα, το τραγούδι ηχογραφείται στην «Οντεόν». «Οταν με ειδοποίησαν να πάω για γραμμοφώνηση ήμουνα με τα ρούχα της δουλιάς, όλο ασβέστες!», αφηγείται ο συνθέτης. «Εγραψα τη "Φαληριώτισσα" κι ένα σέρβικο. Παίζω εγώ, ο Περιστέρης κι ο Κωνσταντινίδης, ο λεγόμενος Μακαρόνας. Μετά από λίγο έβγαλα τη "Μοδιστρούλα", το "Ραντεβού" και τα άλλα. Με τη "Φαληριώτισσα" έγινε λαϊκό προσκύνημα, χάλασε ο κόσμος. Δεν προλαβαίνανε να βγάζουν δίσκους».
«Ποιος πέρασε από τις Τζιτζιφιές και τις ξέχασε;»
Γιάννης Παπαϊωάννου
Αργότερα ντύνεται στο χακί και το 1937 φεύγει για τη Θεσσαλονίκη με την κομπανία που είχαν φτιάξει μαζί με τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Μπάτη, τον Κερομύτη και άλλους, με τους οποίους συνεργάστηκε αργότερα στην Αθήνα. Την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά, το μπουζούκι διώκεται και η λογοκρισία βασιλεύει. «Το μπουζούκι είχε απαγορευτεί κι ο Μανιαδάκης με τους έτσι, τους δικούς του, γύρναγαν και μάζευαν τους δίσκους από τα μαγαζιά κι από τους δρόμους, από τα γραμμόφωνα. Ρεζιλίκια πράματα! Κι αμέσως λογοκρισία στα τραγούδια. Οποιο τραγούδι έβγαινε, ή μάλλον όποιο τραγούδι θέλανε να βάλουμε, το 'παιζε κάποιος στην επιτροπή και πέρναγε. `Η, αν όχι, άμα δεν τους άρεσε το 'κοβαν... Δεν τους ένοιαζε για τους καλλιτέχνες του λαϊκού τραγουδιού, ποιοι ήτανε και τι κάνανε. Δε δίνανε δυάρα και μην ακούτε τι λένε. Αλλο τους ένοιαζε. Μόνο το τραγούδι το λαϊκό τους ένοιαζε.... Και αυτό το τραγούδι θέλανε να το βάλουνε εκεί που ήθελαν αυτοί και το 'χανε βάλει σε καλούπια... Γιατί αυτό ήτανε στην καρδιά του λαού, γιατί αυτό καταλάβαινε και όχι όλα τα άλλα». Ο συνθέτης, μάλιστα, φτάνει στο σημείο να πάει στον Μεταξά, για να του ζητήσει να πάρει πίσω την απαγόρευση.Μεταπολεμικά δούλεψε στις Τζιτζιφιές, την εποχή της μεγάλης ακμής των λαϊκών κέντρων στην περιοχή. «Στο μαγαζί του κουμπάρου μου του Καλαματιανού», αναφέρει χρόνια αργότερα, «ήτανε η μεγαλύτερη ορχήστρα, το μεγαλύτερο συγκρότημα. Εγώ, ο Μάρκος, ο Χατζηχρήστος, ο Κερομύτης, ο Μητσάκης, ο Αργύρης, ο Κοριός, ο Ροβερτάκης, ο Περιστέρης, ο Ρούκουνας, ο Ποτοσίδης, ο Μαρσέλος, ο Μοσχονάς και άλλοι». Και αργότερα, πάλι στις Τζιτζιφιές, «με τον Τσιτσάνη, την Μπέλλου, τη Νίνου, τον Χιώτη, τη Σεβάς Χανούμ, τη Χρυσάφη, την Ντάλια και βάλε. Ιστορίες ολόκληρες. Πώς να τις θυμάσαι; Από πού ν' αρχίσεις και πού να τελειώσεις; Ποιος πέρασε από τις Τζιτζιφιές και τις ξέχασε;». Είναι η εποχή των μεγάλων επιτυχιών. Δεκάδες τα τραγούδια που γράφει και ερμηνεύουν οι Μοσχονάς, Καλλέργης, Παγιουμτζής, Νίνου, Τσαουσάκης, Χασκίλ, Γεωργακοπούλου, Περδικόπουλος και πολλοί άλλοι.
Σαράντα χρόνια στο πάλκο
Ο Γ. Παπαϊωάννου ήταν ο πρώτος λαϊκός συνθέτης που πήγε στην Αμερική (1953), βγάζοντας το μπουζούκι εκτός Ελλάδας. Ο άνθρωπος, που αφιέρωσε όλη του τη ζωή στο λαϊκό τραγούδι, έφτασε ν' αναρωτιέται αργότερα, όταν άλλοι (δισκογραφικές εταιρίες και νεόκοποι καλλιτέχνες) «θέριζαν» αυτά που η γενιά του είχε «σπείρει»: «Τόσα χρόνια στο πάλκο εμείς τι κάναμε; Σαράντα χρόνια εγώ ξενύχτια, αγώνες. Ενα σπίτι έκανα με τρεις Αμερικές λεφτά. Τρεις φορές μόνο πήγα στην Αμερική. Ξέρετε τι είναι τρεις φορές Αμερική; Τρεις φορές ο Γολγοθάς του Χριστού! Ενα σπίτι όλο κι όλο κι αυτό με αίμα, τίποτε άλλο! Κι ο Τσιτσάνης τα ίδια. Τόσες επιτυχίες, τόσα σουξέ, χιλιάδες δίσκοι, τόσα λεφτά στο πάλκο, περιουσίες ολόκληρες. Λεφτά που τα πήρανε αυτοί με τις εταιρίες και αυτοί που δεν έχουνε ούτε όσιο, ούτε ιερό. Από κει που σου κάνουνε υποκλίσεις όταν μπαίνεις στα γραφεία τους, εκεί δε σε ξέρουνε και δε σε αφήνουνε να περάσεις ούτε τα σκαλοπάτια τους».
«Το λαϊκό τραγούδι σήμερα έχει πέσει σε χέρια άσχημα», διαπίστωνε με πόνο ψυχής, τα χρόνια της παρακμής του είδους. «Ζούγκλα οι εταιρίες, ζούγκλα», έλεγε και έδινε μια εικόνα της ζοφερής, εμπορικής πλέον, πραγματικότητας: « Το τραγούδι δεν είναι σούπα να βάλουμε την κουτάλα μέσα στο καζάνι. Ξέρω τραγουδιστή που τον θάψανε, γιατί είπε μια κουβέντα σε κάποιο κουμανταδόρο μιας εταιρίας. Εσβησε μια καριέρα, για ένα πείσμα... Ξέρω άλλονε, που θάφτηκε γιατί δεν έκανε τα γούστα σε κάποιον απ' αυτούς και έναν άλλον που έγινε φίρμα γιατί τους έκανε τα γούστα. Βρωμιά για να κρατάς τη μύτη σου. Ενας τόλμησε να ζητήσει λεφτά, κάτι ποσοστά λίγα, ίσα - ίσα για να ζήσει και τόνε στείλανε από κει που ήρθε. Δεν πρέπει να ζητάς από τις εταιρίες, παρά μόνο να παίρνεις τα ψίχουλα που σου δίνουνε. Οποιος τολμήσει και ανοίξει το στόμα του για να απαιτήσει κάτι, θα το μετανιώσει. Να το ξέρετε αυτό. Γιατί, αυτοί που είναι στις εταιρίες, όταν σηκώσεις κεφάλι δε στο συχωράνε ποτέ. Οποιος και να 'σαι!».
Εχοντας την πεποίθηση ότι οι εταιρίες, στυγνά και αποκλειστικά απέβλεπαν στο κέρδος, χωρίς να ενδιαφέρονται για το λαϊκό τραγούδι, τόνιζε την ανάγκη ίδρυσης Σχολής Λαϊκής Μουσικής. «Για να βγούνε σωστοί», έλεγε , «με γνώσεις για δουλιά όλοι οι νέοι που θ' αντικαταστήσουνε όλους εμάς τους παλιούς... εκεί να μάθουνε τα Λαϊκά Οργανα και την τέχνη τους. Τα μυστικά τους». Αυτή την έννοια, την αγωνία του, όπως και τόσων άλλων ομότεχνών του, δυστυχώς, δεν τη συμμερίστηκε το ελληνικό κράτος, που παρά το πέρασμα δεκαετιών δεν έκανε το παραμικρό για να στηρίξει το αυθεντικό λαϊκό τραγούδι. Ούτε καν μπήκε στον κόπο να δημιουργήσει ένα Αρχείο για το ελληνικό τραγούδι και τους ανθρώπους του.
ΡΟΥΜΠΙΝΗ ΣΟΥΛΗ

Κυριακή, 28 Μαρτίου 2010

ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ--βιογραφία και τραγούδια...

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΡΟ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ




Ο Μάρκος Βαμβακάρης γεννήθηκε στη Σύρο και συγκεκριμένα στο Σκαλί της ¶ νω Χώρας, στις 10 Μαΐου του 1905, ημέρα Τετάρτη, στις τρεις η ώρα το πρωί. Ήταν ο πρώτος από τα έξι παιδιά του Δομένικου και της Ελπίδας Βαμβακάρη. Τα άλλα παιδιά ήτανε με τη σειρά ο Λεονάρδος, ο Φραγκίσκος, η Γκράτσια, ο Αργύρης και η Ρόζα.



Ο Δομένικος, ο πατέρας του Μάρκου, ήταν γιος του Μάρκου του Ρόκου και είχε άλλα δύο αδέρφια, τον Αντώνη και το Μορφίνη. Και τα τρία αδέρφια έπαιζαν γκάιντα. Ο Δομένικος έκανε διάφορες δουλειές για να ζήσει την οικογένειά του. ¶ λλοτε δούλευε καρβουνιάρης, άλλοτε έπλεκε καλάθια, πότε-πότε πήγαινε στα χωράφια ως σκαφτιάς. Η Ελπίδα Βαμβακάρη, ήταν ένα από τα έξη παιδιά του Λεονάρδου Προβελέγγιου, ο οποίος ήταν ράφτης στο επάγγελμα. Όπως θυμάται ο Μάρκος:



«Η μάνα ήτανε όμορφη και χαρούμενη. Αστειευόταν, τραγουδούσε όμορφα, όλο ζωή ... ».



Το 1909 ο Μάρκος πρωτοπήγε στο σχολείο, ενώ το 1912, πριν να τελειώσει την τετάρτη δημοτικού, αναγκάστηκε να διακόψει διότι πήραν τον πατέρα του στο στρατό. Η μητέρα του Ελπίδα μαζί με το Μάρκο έπιασαν δουλειά στο κλωστήριο του Δεληγιάννη. Εκείνη την εποχή γεννήθηκε η Γκράτσια, η πρώτη αδερφή του Μάρκου. Ο Μάρκος όμως δεν μπορούσε να χωρέσει στο εργοστάσιο. Η μητέρα του είδε κι απόειδε και τον έδωσε παραγιό σ 'έναν ξάδερφό της με το παρατσούκλι ο Μούγιας, που διατηρούσε μπακάλικο στην πόλη της Σύρας. Κάτι όμως η θεία του η στρίγγλα, κάτι ο θείος του ο Μούγιας, έφυγε και από εκεί. Μετά από μία γερή πνευμονία κατέβηκε στην πόλη της Σύρου, όπου πήγε να δουλέψει ως χασάπης. Δούλεψε σε δύο χασάπικα και στη συνέχεια έπιασε δουλειά ως εφημεριδοπώλης. Η δουλειά αυτή τον έσπρωχνε προς την αλητεία και αποφάσισε να αλλάξει και να δουλέψει σε οπωροπωλείο. ¶ λλαξε δύο οπωροπωλεία, ώσπου κατέληξε και πάλι εφημεριδοπώλης στο πρακτορείο των Αθηναϊκών εφημερίδων, ενώ το βράδυ δούλευε ως λούστρος. Όλα αυτά μέχρι το 1917, δώδεκα χρονών στα δεκατρία, ώσπου μία μέρα κύλησε ένα μεγάλο βράχο σε μία κατηφόρα και αυτός πήγε και έπεσε μέσα σε ένα σπίτι. Τον έψαχνε η αστυνομία και ο Μάρκος από το φόβο του μπήκε λαθρεπιβάτης σε ένα καράβι για τον Πειραιά.





ΠΟΛΥΤΕΧΝΙΤΗΣ ΚΙ ΕΡΗΜΟΣΠΙΤΗΣ



Τα πρώτα χρόνια στον Πειραιά ήτανε δύσκολα για το Μάρκο. Έμενε στα Ταμπούρια και αρχικά δούλεψε ως γαιανθρακεργάτης.



«... Πότε βγάζαμε το κάρβουνο όξω από τα φορτηγά που ξεφορτώναμε. Πότε πηγαίναμε κάτω στο λιμάνι, πιάναμε μια μαούνα εξήντα, εβδομήντα τόνους, δέκα νοματαίοι, δώδεκα, την οποία έπρεπε να την αδειάσουμε στον Κάνθαρο, μέσα εκεί που είχανε τις αποθήκες του κάρβουνου οι μεγάλοι εφοπλιστές ... ».



Ήρθε κάποια στιγμή και όλη η οικογένειά του στον Πειραιά και αυτός με τον πατέρα του ζούσαν την οικογένεια δουλεύοντας στο κάρβουνο. Αφού δούλεψε τέσσερα χρόνια στη σκληρή αυτή δουλειά, πήγε στη χαμαλίκα και ξεφόρτωνε εμπορεύματα στη Ζέα, στο τελωνείο του Μαργιολή, όπου έμεινε δύο-τρία χρόνια. Στην περίοδο αυτή παντρεύτηκε με τη Ζιγκοάλα, την πρώτη του γυναίκα, την οποία καθώς έλεγε μίσησε στο τέλος όσο καμία άλλη γυναίκα στον κόσμο. Ο έρωτας του Μάρκου με τη Ζιγκοάλα ήταν κεραυνοβόλος, αλλά η κατάληξη άσχημη.



«... Δεκαεννιά χρονών έγινα αγαπητικός στο μπορντέλο μιας Ειρήνης από τη Σύμη. Ήτανε στο δεύτερο διαμέρισμα των Βούρλων, η πρώτη μου ερωτική επαφή. Μεγαλύτερη είκοσι εφτά, είκοσι οκτώ χρονών, δινε και λεφτά και μου 'κουστούμια. Αγάπησα την άλλη, τη Μανιάτισσα, τη Ζιγκοάλα, και την απαράτησα ... ».



Εκείνη την περίοδο άρχισε να πηγαίνει στους τεκέδες. Δεκαοχτώ χρονών ξεκίνησε τη μαστούρα. Ήταν η εποχή που ο Μάρκος αλήτευε στους τεκέδες και άρχισε να έχει νταραβέρια με την αστυνομία. Το πρωί στη δουλειά, το βράδυ στον τεκέ. Για εννιά μήνες περίπου δούλεψε με τον πατέρα της Ζιγκοάλα, χαμαλίκι πάλι στο τελωνείο. Κατά το 1922-'23 έφυγε από λιμενεργάτης και πήγε εκδορέας στα σφαγεία του Πειραιά. Σιγά-σιγά έγινε δεινός εργάτης στα σφαγεία, άριστος εκδορέας. Περίπου ένα χρόνο μετά ο Μάρκος μυήθηκε στο μπουζούκι, το όργανο που του άλλαξε τη ζωή:



«... Λίγο πριν πάω στρατιώτης, το 1924 ή αρχή το '25, άκουσα κατά τύχη τον μπάρμπα Νίκο τον Αϊβαλιώτη να παίζει το μπουζούκι, το οποίον τόσο πολύ μου άρεσε, ώστε έκανα όρκο ότι αν δεν μάθω μπουζούκι θα κόψω τα χέρια μου με την τσατίρα που σπάνε τα κόκαλα στο μαγαζί ... ».





ΤΕΤΡΑΣ, Η ΞΑΚΟΥΣΤΗ, ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ



Φαντάρος πήγε για δεκατέσσερις μήνες, όταν έγινε είκοσι χρονών. Δεκατέσσερα χρόνια θα ήτανε μαζί με τις φυλακές που είχε φάει, αλλά τα κατάφερε και απολύθηκε. Γύρισε στο σπίτι του, αλλά λίγο-λίγο άρχισε να μην πηγαίνει στη δουλειά. Ο πατέρας του και η μάνα του μαραζώνανε γιατί τον βλέπανε να μη δουλεύει, να γυρίζει στους τεκέδες συνεχώς μαστούρης. Ο Μάρκος είχε συνεχώς στο μυαλό του το μπουζούκι, αυτό τον είχε συνεπάρει, αλλά είχε πέσει και στην αλήτικη ζωή με τους τεκέδες και τη μαστούρα σε καθημερινή βάση. Το 1930 ο Δομένικος, ο πατέρας του Μάρκου, πέθανε χωρίς να προφτάσει να δει το γιο του στα πάλκα και στα γραμμόφωνα.

Ο Μάρκος είχε αρχίσει να γράφει δικά του τραγούδια. Παιζε με το μπουζούκι του και τα θυμότανε χωρίς να πάει σε κάποιον μουσικό να του βάλει Μέχρι το '33 είχε γράψει περίπου 50 τραγούδια και τα «νότες.

Με το Γιώργο το Μπάτη, τον Ανέστη το Δελιά και το Στράτο τον Παγιουμτζή είχαν γνωριστεί στους τεκέδες και γυρνάγανε μαζί και παίζανε, τραγουδάγανε και πίνανε και διασκέδαζαν τους μάγκες για το κέφι τους.

Το 1934 ο Μάρκος, ο Μπάτης, ο Στράτος και ο Δελιάς φτιάξανε την ξακουστή τετράδα του Πειραιώς και άρχισαν να παίζουν στη μάντρα του Σαραντόπουλου στην Ανάσταση του Πειραιώς, κοντά στον ¶ γιο Διονύση. Ο Μάρκος ήτανε ακόμα εκδορεύς και όποτε πήγαινε για δουλειά πληρωνόταν καλά. Όμως το μπουζούκι τον τραβούσε περισσότερο. Στου Σαραντόπουλου έπαιξαν για πέντε-έξι μήνες. Στη συνέχεια ο Μάρκος άνοιξε το δικό του μαγαζί στα ¶ σπρα Χώματα. Στην κομπανία προστέθηκε και ο Σκαρβέλης, ο λεγόμενος Παστουρμάς. Η αστυνομία όμως δεν του άδεια έδωσε-αφού ο Μάρκος δε δέχτηκε να «πάει με τα νερά τους» - και έτσι αναγκάστηκε να το κλείσει. Μετά τα ¶ σπρα Χώματα αποφάσισε να ταξιδέψει στη Σύρα, για πρώτη φορά μετά από 20 χρόνια. Ένα μαγαζί της παραλίας για περίπου δύο Πήρε τον Μπάτη, τον αδερφό του το μικρό τον Αργύρη και το Ροβερτάκη και έπαιξε σ 'μήνες. Όταν γύρισε στον Πειραιά έγραψε τη Φραγκοσυριανή.





Η ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ Η ΔΟΞΑ



Στη δισκογραφία μπήκε το 1933. Στην Odeon γραμμοφώνησε τον πρώτο δίσκο που από τη μία μεριά είχε το «Καραντουζένι» (Έπρεπε να 'ρχόσουνα μάγκα μες στον τεκέ μας) και από την άλλη μεριά το «» Αράπ (ένα σόλο ζεϊμπέκικο).



Ρχόσουνα μάγκα μες στον τεκέ μας «Μα έτσι, μα αλλιώς, επί τέλους με βάλανε και ετραγούδησα για πρώτη φορά το« Έπρεπε να ' ». Μόλις το ετραγούδησα εμείνανε άναυδοι. Εγώ δεν πίστευα ότι είχα καλή φωνή γιατί όταν επήγαινα σχολείο, στην ωδική με είχανε στη δεύτερη φωνή. Δεν ήμουνα στην πρώτη φωνή. Τέλος πάντων, δεν ήξερα ότι και η δεύτερη φωνή έχει αξία. Δεν το ήξερα. Και έβλεπα εδώ που ήταν οι τενόροι, ενώ η δική μου φωνή έπιανε μπάσα. Αλλά ήτανε αυτή η φωνή που ζητάγανε αυτοί ... ».



Τα τραγούδια έβγαιναν σε δίσκους και ο Μάρκος άρχισε να γίνεται περιζήτητος. Την εποχή εκείνη είχε βουίξει όλος ο ντουνιάς με τα νταραβέρια της Ζιγκοάλα με έναν φίλο του Μάρκου. Ο Μάρκος αγαπούσε πολύ τη γυναίκα του αλλά και ντρεπόταν συνάμα, γιατί όλοι οι μάγκες στους τεκέδες γνωρίζανε τα καμώματά της. Με τον αδερφό του, το Φραγκίσκο, αυτό είχανε μαλώσει άγρια γι 'το θέμα. Ο ένας φοβόταν τον άλλο, μίσος απερίγραπτο. Τελικά ο Μάρκος χώρισε τη Ζιγκοάλα και έφυγε από κοντά της. Η γυναίκα αυτή τον κυνήγησε και ζήτησε δικαιώματα από τα τραγούδια του αλλά ο Μάρκος δεν της έδωσε δεκάρα, γράφοντας τα τραγούδια του με το ψευδώνυμο Ρόκος, (το όνομα του παππού του). Με τη δισκογραφία άρχισαν και οι περιοδείες και η δόξα. Τρεις φορές πήγε στη Θεσσαλονίκη. Πήγε ακόμα στο Βόλο, στη Λάρισα, στα Τρίκαλα, σε πολλές πόλεις. Για κάθε πόλη που πήγαινε είχε και μία ιστορία για να διηγηθεί.



Μετά τις περιοδείες άρχισε να δουλεύει στου Αντώνη του Βλάχου, στο Βοτανικό που είχε ένα μαγαζί-μπαρ στις γραμμές του σιδηροδρόμου. Μαζί του είχε το Γιάννη τον Παπαιωάννου, τον Κώστα τον Καρίπη, το Στέλιο τον Κερομύτη και κάποιον Στέλιο με ένα σαντούρι. Αργότερα προστέθηκε στο σχήμα και η Στέλλα Χασκίλ καθώς και άλλες τραγουδίστριες. Τα σχήματα αυτά γνώρισαν μεγάλη επιτυχία μέχρι τη μέρα που κηρύχτηκε ο πόλεμος.





Ο ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ



O Βοτανικός έκλεισε με την έναρξη του πολέμου. Ο Μάρκος άρχισε να παίζει στο μαγαζί του Μάριου Δαλέζιου στην οδό Ίωνος 6, μαζί με τον Κερομύτη, τον Παπαϊωάννου, τον Περιστέρη, τον Καρίπη και άλλους. Τα χρόνια ήταν δύσκολα και η Κατοχή σκληρή. Το '41 πέθανε ο αδερφός του ο Λεονάρδος και το '42 πέθανε και η μητέρα του Ελπίδα. Ο Μάρκος έμεινε με τα δύο μικρά του αδέρφια, τη Ρόζα και τον Αργύρη. Η Κατοχή κράταγε ακόμη. Εκείνη την εποχή, η μεγάλη του αδερφή, η Γκράτσια τον παρακίνησε να παντρευτεί με τη Βαγγελιώ, τη γυναίκα που έμελλε να είναι η τελευταία νόμιμη σύντροφός του. Ο Μάρκος μετά τη συμφορά που είχε πάθε με την πρώτη του γυναίκα, τη Ζιγκοάλα, δεν έπαιρνε την απόφαση. Τελικά μία Κυριακή του '42 έγιναν οι ορθόδοξοι γάμοι του Μάρκου με τη Βαγγελιώ. Για το γεγονός αυτό αφορίστηκε από την καθολική εκκλησία και μόλις το 1966 του δόθηκε και πάλι η κοινωνία των Καθολικών. Τα δύο πρώτα παιδιά του Μάρκου και της Βαγγελιώς χάθηκαν πρόωρα. Το 1944 η Βαγγελιώ γέννησε το Βασίλη και ακολούθησαν άλλα δύο αγόρια, ο Στέλιος το 1947 και ο Δομένικος το 1949. Μετά το Μάριο ο Μάρκος έπιασε δουλειά στην οδό Ίωνος σ 'ένα μαγαζί που το έλεγαν «¶ μφισσα». Μαζί του είχε και το μικρό του αδερφό τον Αργύρη, μέχρι που τελείωσε ο πόλεμος.





Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΛΑΜΠΗ ΚΑΙ Η ΛΗΣΜΟΝΙΑ



Μετά την «¶ μφισσα» δούλεψε επτά-λεγαν «Καρέ του ¶ σσου» και στη συνέχεια στου Βαγγέλα ένα οκτώ μήνες σ 'μαγαζί που το », στην οδό Πατησίων. Ένα μαγαζί στην παραλία του Από εκεί μετακόμισε στην Τρούμπα σ 'Λινάρη. Στις αρχές του '47 τον βρήκε ο Παπαϊωάννου και μαζί με τον Ροβερτάκη, τον Καρίπη, το Χατζηχρήστο, τον Κερομύτη, τον Περιστέρη και άλλους άρχισαν να παίζουν στου Καλαματιανού στις Τζιτζιφιές. Παράλληλα ο Μάρκος άρχισε να βγάζει ξανά δίσκους σε διάφορες εταιρίες και όλοι γίνονταν ανάρπαστοι. Στη συνέχεια έπιασε δουλειά ξανά στου Μάριου που ήταν συμπατριώτης του καθολικός και είχε μεταφέρει το μαγαζί του από την οδό Ίωνος στις Τζιτζιφιές. Μέχρι τις Τζιτζιφιές ο Μάρκος τα βόλευε καλά.

Το 1954 αρρώστησε με βαριά αρθρίτιδα και σταμάτησε να παίζει. Το '55, το '56 το '57 και το '58 ο Μάρκος είχε «σβήσει» από τα πάλκα (πάρκα όπως τα έλεγε). Ταξίδεψε στην Ικαρία, τη Σάμο, την ¶ ρτα, τα Γιάννενα, την Πρέβεζα, το Μεσολόγγι, το Βόλο, τη Λάρισα, σε πολλές πόλεις αλλά δουλειά σε πάλκο δεν υπήρχε για το Μάρκο. Στην Αθήνα δεν τον έπαιρνε κανένας σε κάποιο μαγαζί. Οι δισκογραφικές εταιρίες αλλά και οι «φίλοι», αυτούς που ευεργέτησε ο Μάρκος, όλοι τον είχανε ξεχάσει. Ακόμα και ο αδερφός του ο Αργύρης! Η ζωή ερχόταν βόλτα δύσκολα.





Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΡΙΕΡΑ ΚΑΙ Η ΑΠΟΘΕΩΣΗ



Μια μέρα του καλοκαιριού, το 1959 ο Γρηγόρης ο Μπιθικώτσης, που αγαπούσε πολύ το Μάρκο, του έφερε το καλό νέο. Η Κολούμπια θα έβγαζε όλα τα τραγούδια του τραγουδισμένα με τη φωνή του Γρηγόρη. Νέα αλλά και παλιά του τραγούδια ερμηνευμένα από το Γρηγόρη Μπιθικώτση έφεραν το Μάρκο στο προσκήνιο. Στις 19/5/1960 η δεύτερη δισκογραφική καριέρα του Μάρκου είχε ξεκινήσει. Μετά τη μεγάλη επιτυχία στη δισκογραφία, δίνεται η δυνατότητα στο Μάρκο να ξαναδουλέψει στα λαϊκά πάλκα, αλλά και να δώσει συναυλίες σε πρωτόγνωρους για τους ρεμπέτες χώρους. Το 1966 κάνει την εμφάνισή του σε μπουάτ στην Πλάκα, ενώ ακολουθεί η συναυλία στο θέατρο «Κεντρικόν» το χειμώνα της ίδιας χρονιάς και στη συνέχεια πολλές εμφανίσεις στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας. Όλοι οι παραγωγοί των δισκογραφικών εταιρειών, που είχαν παραμερίσει το Μάρκο, συνωστίζονταν τώρα στην πόρτα του και τού ζητούσαν να ηχογραφήσει όποιο τραγούδι θέλει αυτός. Ο Μάρκος είχε πάρει την «εκδίκησή» του.

Οι πολλές αρρώστιες είχαν αρχίσει να λυγίζουν το γίγαντα από καιρό. Στις 8 Φλεβάρη του 1972, ο Μάρκος πέρασε στην ιστορία, αφήνοντας τεράστια παρακαταθήκη:

Το μπουζούκι, έγινε λαϊκό όργανο, και καταξιώθηκε ως τέτοιο, αυτόν χάρις σ'αυτόν.

Η λαϊκή ορχήστρα με κυρίαρχα τα μπουζούκια, που πρώτος εισήγαγε, ήταν πλέον θεσμός (ακόμα και σήμερα λέμε «πάμε στα μπουζούκια»).



Ο ίδιος, πέθανε αποθεωμένος, θρύλος του λαϊκού τραγουδιού, και αιώνιος πατριάρχης.
ΠΗΓΗ: http://www.musicheaven.gr / ... / modules.php? ...







Αφιέρωμα στην ιστορία του ρεμπέτικου (Στ’ μέρος) Η “Τετράς του Πειραιώς”, η ξακουστή

Η θρυλική Tετράς του Πειραιώς” ήταν η πρώτη κομπανία με μπουζούκια, η πρώτη ρεμπέτικη κομπανία, που έθεσε τις βάσεις για τη μετέπειτα λαϊκή ορχήστρα. Αποτελούνταν από τους Μάρκο Βαμβακάρη (μπουζούκι), Γιώργο Τσωρό ή Μπάτη (μπαγλαμάς), Ανέστο Δελιά (μπουζούκι) και Στράτο Παγιουμτζή (τραγούδι, τζουράς). Οι τέσσερεις γνωρίστηκαν στον Πειραιά, με μεσολάβηση του Μπάτη το 1932 και εμφανίζονταν στα πειραιώτικα πάλκα μέχρι τον πόλεμο.
 
 Το καλοκαίρι του 1934, στη μάντρα του Σαραντόπουλου, μαγαζί στη Δραπετσώνα, έπαιζε μια μεγαλειώδης Σμυρναίικη κομπανία, με τους Σπύρο Περιστέρη, Κώστα Νούρο, Στελλάκη Περπινιάδη, Γιώργο Κάβουρα κι άλλους μεγάλους μουσικούς. Κάποια βραδιά, οι Σμυρνιοί μαέστροι κάλεσαν την τετράδα να συμπληρώσει το μουσικό τους πρόγραμμα. Αυτή ήταν και η πρώτη επίσημη εμφάνιση της τετράδας. Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν πρωτόγνωρη. Μετά από μόλις μια βδομάδα συμβίωσης, οι μπουζουκομπαγλαμάδες επικρατούν απόλυτα, εκτοπίζοντας τους σαντουρόβιολια.
Η τετράδα συνεχίζει τις εμφανίσεις στου Σαραντόπουλου για άλλους έξι μήνες, με ανεπανάληπτη επιτυχία. Κόσμος συρρέει από Αθήνα και επαρχία να ακούσει τα τραγούδια του Βαμβακάρη και της υπόλοιπης παρέας, ορισμένα από τα οποία ήδη κυκλοφορούν σε δίσκους με μεγάλη εμπορικότητα. Το ρεμπέτικο, είχε κυριαρχήσει, συμβολικά και ουσιαστικά: το λαϊκό τραγούδι από τότε και στο εξής, παιζόνταν με μπουζούκι.
Με την τετράδα, από το 1935, συνεργάζεται και ο Κωνσταντινουπολίτης μαέστρος Κώστας Σκαρβέλης, παίζοντας κιθάρα και η τραγουδίστρια Σοφία Καρίβαλη, αδελφή της Ρίτας Αμπατζή, οι οποίοι έχουν και συμμετοχή στις ξεχωριστές ηχογραφήσεις της Τετράδας. Δυστυχώς δεν έχουμε ηχογραφήσεις στις οποίες συμμετέχει ολόκληρη η Τετράδα, λόγω του ότι οι τέσσερεις, πλην Παγιουμτζή, δεσμεύονταν από συμβόλαια αποκλειστικότητας διαφορετικών εταιρειών.
Στο προηγούμενο τεύχος, πραγματοποιήσαμε ένα εκτενές αφιέρωμα στη σημαντικότερη ίσως μορφή της Τετράδας, το Μάρκο Βαμβακάρη. Στο φύλλο αυτό, θα σταθούμε στην παρουσίαση της ζωής και του έργου των τριών ακόμα εκπροσώπων της “Πειραιώτικης παρέας”.
 
Γιώργος Τσωρός ή Μπάτης
(Μέθανα 1885 – Πειραιάς 1967)
Από τις πιο έντονες προσωπικότητες του ρεμπέτικου. Ετοιμόλογος και πλακατζής, πάντα ντυμένος στην πένα με την τελευταία λέξη της μόδας, χρησιμοποιώντας καθαρευουσιάνικες και ξενικές εκφράσεις, χλευάζοντας την αισθητική της “υψηλής” κοινωνίας. Έπαιζε μπαγλαμά και μπουζούκι και ήταν βαθύς γνώστης της προφορικής μάγκικης παράδοσης του Πειραιά, κάτι που φαίνεται έντονα στο έργο του και το παίξιμό του.
Από το 1893, περίπου, η οικογένειά του εγκαθίσταται στον Πειραιά. Αρχικά ζούσε ως γυρολόγος, μικροπωλητής, παλαιοπώλης κ.ά. Έμαθε μπαγλαμαδάκι στις φυλακές του στρατού, όπου υπηρέτησε από το 1908 έως το 1920. Μετά το 1915 έπαιζε μπαγλαμά σε διάφορα καφενεία του Πειραιά, ενώ το 1925 άνοιξε χοροδιδασκαλείο στη Δραπετσώνα όπου δίδασκε μπουζούκι. Από τις αρχές τις δεκαετίας του 1930 διατηρούσε διάφορους καφενέδες στα στενά του Καραϊσκάκη. Τα καφενεία του γεμάτα κρεμασμένα μπουζούκια, κιθάρες και μπαγλαμάδες, ήταν τόπος συνάντησης της “μάγκας” του Πειραιά και μουσικά “στέκια” της εποχής.
Το γεγονός ότι ήταν “της πιάτσας”, τον κατέστησε συνδετικό κρίκο της τετράδας. Ήταν ο “αυτουργός” πίσω από τη δημιουργία της κομπανίας καθώς και της καθαρευουσιάνικης επωνυμίας της. Ήταν επίσης αυτός που έσμιξε τους τέσσερεις, το 1932. Γνωρίζοντας τους μαγαζάτορες του Πειραιά και τους Σμυρνιούς μαέστρους, κατάφερε να ανεβάσει την τετράδα στα πάλκα το 1934. Με τις γνωριμίες του με τους καλλιτεχνικούς διευθυντές των εταιρειών, υπήρξε κι ένας απ’ τους βασικούς μεσάζοντες στην είσοδο της τετράδας στην δισκογραφία. Μαζί με το Σπύρο Περιστέρη, παρακίνησε το Βαμβακάρη να ηχογραφήσει τα τραγούδια του, ενώ ο ίδιος ο Μπάτης μπήκε στη δισκογραφία λίγο πριν τον Βαμβακάρη, το 1932, με τα τραγούδια “Μπάτης ο δερβίσης” και “Σου ‘χει λάχει”.
Όπως και μια σειρά από προπολεμικούς συνθέτες, συγκρουόμενος με τη Μεταξική λογοκρισία σταματάει κάθε ηχογράφηση το 1937. Με το τέλος της δισκογραφικής του πορείας είχε “χτυπήσει” στο όνομά του δεκαέξι τραγούδια, μάγκικα, εργατικά, αναφερόμενα σε επαγγέλματα. Μεταξύ αυτών, το 1934, γράφει το “Θερμαστή”, ένα από τα σημαντικότερα τραγούδια της εργατιάς που γράφτηκαν ποτέ. Από τον πόλεμο μέχρι και το τέλος της ζωής του παίζει σε ταβέρνες βγάζοντας πιατάκι για να ζήσει. Το 1947 γράφει ακόμη ένα τραγούδι, την “Αρχόντισσα”, όμως η παρακμή είχε ήδη παρέλθει πριν από τον πόλεμο. Πέθανε στον Πειραιά το 1967. Θάφτηκε με το καβουράκι του κι αγκαλιά με το μπαγλαμαδάκι του.
Από τα τραγούδια του Μπάτη αντλούμε πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με το μάγκικο τραγούδι της προδισκογραφικής εποχής. Πέρα από το ιδιαίτερο παίξιμο του μπαγλαμά, σε αυτά βρίσκουμε χαρακτηριστικά όπως χρήση και συρραφή αδέσποτων μελωδιών, αδέσποτων μάγκικων στίχων, αλλά και στίχων από τη δημοτική παράδοση. Δικαίως αποκαλούνταν “δάσκαλος”, για την τεράστια προσφορά του.
Τραγούδια του: “Μπάτης ο δερβίσης”, “Σου ‘χει λάχει”, “Η Ατσιγγάνα”, “Ζεϊμπεκάνο Σπανιόλο”, “Μάγκες καραβοτσακισμένοι”, “Ο θερμαστής”, “Καμηλιέρικο”, “Γυφτοπούλα”, κ.ά.
 
Στράτος Παγιουμτζής
(Αϊβαλί 1904 – Νέα Υόρκη 1971)
Ο Στράτος Παγιουμτζής ήταν ο σημαντικότερος τραγουδιστής του πειραιώτικου ρεμπέτικου, ένας από τους σημαντικότερους τραγουδιστές του λαϊκού μας τραγουδιού. Οι πολλές εκατοντάδες συμμετοχών του στη δισκογραφία, ξεπερνούν κάθε άλλου λαϊκού τραγουδιστή μέχρι σήμερα. Φωνή με τεράστιες δυνατότητες, τεράστια γκάμα και μοναδική ικανότητα στην ερμηνεία του αμανέ.
Στα τέλη της δεκαετίας του ‘10 φτάνει με την οικογένειά του στον Πειραιά και μπαίνει από μικρή ηλικία στη βιοπάλη. Δουλεύει στο λιμάνι ως ψαράς, βαρκάρης κ.λπ. Το 1933 κάνει την παρθενική του εμφάνιση στη δισκογραφία με τα τραγούδια του Μπάτη “Ζεϊμπεκάνο Σπανιόλο” και “Μάγκες Καραβοτσακισμένοι”, μιμούμενος, μάλιστα, τη φωνή του Μπάτη, ο οποίος δεν ήταν σε θέση να τραγουδήσει. Από το 1934 ερμηνεύει τραγούδια του Δελιά, κι από το 1935 μπαίνει στην δισκογραφία του Βαμβακάρη, ο οποίος μέχρι τότε ερμήνευε μόνος του τα τραγούδια του. Από το 1934 ήταν ο αποκλειστικός τραγουδιστής της τετράδας στο πάλκο.
Μέχρι το 1940 έχει τραγουδήσει όλους τους σημαντικούς συνθέτες, Σμυρνιούς και Πειραιωτες: Πάνο Τούντα, Βαγγέλη Παπάζογλου, Κώστα Σκαρβέλη μα και Δημήτρη Γκόγκο, Μανώλη Χιώτη και Βασίλη Τσιτσάνη. Μάλιστα, τραγουδάει κάτι λιγότερο από το μισό της προπολεμικής δισκογραφίας του Τσιτσάνη, περίπου σαράντα τραγούδια μέσα σε τέσσερα χρόνια! Μεταπολεμικά τραγουδάει συνθέσεις των Μανώλη Χιώτη, Γιάννη Παπαϊωάννου, Γιώργο Μητσάκη, Απόστολο Καλδάρα κ.ά., ενώ συνεχίζει την συνεργασία με τον Τσιτσάνη μέχρι τις αρχές του 1950.
Όντας δύσκολος και ασυμβίβαστος χαρακτήρας, ήταν πάντα το μαύρο πρόβατο των εταιρειών. Δεν υποτασσόταν στους όρους που προσπαθούσαν να του επιβάλλουν κι έτσι στα μέσα της δεκαετίας του 1950 περιθωριοποιείται εντελώς από τη δισκογραφία, μαζί με μια σειρά από παλιούς συνθέτες του ρεμπέτικου, όπως τους Βαμβακάρη, Χατζηχρήστο κ.ά.
Με αφορμή τη “δεύτερη καριέρα” του Βαμβακάρη το 1960, ο στενός φίλος του Παγιουμτζή, Γιώργος Ζαμπέτας, ο οποίος εκείνο τον καιρό “έλυνε κι έδενε”, επιβάλλεται στις εταιρείες και τον επαναφέρει στη δισκογραφία. Με την επίμονη παρέμβαση του Ζαμπέτα, επανεκτελεί μια σειρά από προπολεμικά ρεμπέτικα, καθώς και τραγούδια των Ζαμπέτα, ΆκηΠάνου κ.ά. Τραγουδάει μέχρι και αμανέ (“Το μινόρε του Στράτου”), πράγμα αδιανόητο για τη μεταπολεμική δισκογραφία!
Ο Παγιουμτζής δεν ήταν συνθέτης, ωστόσο έχει λίγα τραγούδια στο όνομά του. Αυτά ήταν “δώρα” από άλλους συνθέτες, πρακτική μάλλον συνηθισμένη στα “νταλαβέρια” των μουσικών της εποχής.
Οι μεγάλοι λαϊκοί δημιουργοί τον χαρακτήριζαν ως το μεγαλύτερο τραγουδιστή της κλασσικής εποχής του ρεμπέτικου, λέγοντας χαρακτηριστικά πως στο «λαιμό του είχε φωλιές από αηδόνια».
Το 1971 ταξιδεύει στη Νέα Υόρκη, εκπληρώνοντας ένα όνειρο ζωής, για να τραγουδήσει στα λαϊκά κέντρα της ομογένειας. Μετά από δύο μήνες ιδιαίτερα φορτισμένων εμφανίσεων στο περίφημο μαγαζί “Σπηλιά”, αφήνει την τελευταία του πνοή πάνω στο πάλκο, έχοντας γνωρίσει την αποθέωση. Για την επιστροφή της σωρού του έγινε έρανος από συναδέλφους και φίλους, ενώ τα έξοδα της κηδείας του τα κάλυψε ο Ζαμπέτας.
 
Αναστάσης Δέλιος ή Ανέστος Δελιάς
(Σμύρνη 1912 – Αθήνα 1944)
Διάττοντας αστέρας της λαϊκής μας μουσικής. Παρά τη σύντομη πορεία του, υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους συνθέτες και μπουζουξήδες της πειραιώτικης σχολής του ρεμπέτικου. Καταγόταν από οικογένεια μουσικών. Ο παππούς, o θείος και ο πατέρας του, ήταν ξακουστοί μουσικοί της Σμύρνης. Με την προσφυγιά του 1922 έρχεται στον Πειραιά με την οικογένειά του. Αμέσως αρχίζει το μεροκάματο για να συντηρήσει την οικογένεια, μιας και ο πατέρας του είχε σκοτωθεί στη Μικρασιατική καταστροφή. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1920 είναι πλέον φτασμένος κιθαρίστας και παίζει σε διάφορα ταβερνάκια.
Το 1932 γνωρίζεται με την υπόλοιπη τετράδα, οπότε και ο Βαμβακάρης τον παροτρύνει να μάθει μπουζούκι. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα γίνεται τρανός δεξιοτέχνης κι από τότε αφήνει την κιθάρα. Το παίξιμο του Δελιά ήταν ιδιαίτερα γλυκό. Χαρακτηριζόταν από το μάγκικο, πειραιώτικο ύφος, αλλά ταυτόχρονα ήταν πολύ πιο περίτεχνο σε σχέση με σύγχρονούς του “Πειραιώτες”, Βαμβακάρη, Κηρομύτη, Ζουριδάκη κ.ά. Αυτό αντανακλούσε τα ακούσματά του από το πλούσιο, μουσικά, περιβάλλον του στη Σμύρνη.
Ο Δελιάς ήταν σεμνός και συνεσταλμένος χαρακτήρας, κι όντας νεότερος, αγαπήθηκε αμέσως από όλη την Πειραιώτικη παρέα, ωστόσο σύντομα περιθωριοποιήθηκε από την υπόλοιπη τετράδα, λόγω της τοξικομανίας του, η οποία σύντομα τον οδήγησε στο θάνατο κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Η δισκογραφική του πορεία ξεκινάει το 1935 και διαρκεί μόλις δύο χρόνια, λόγω της σύγκρουσής του με τη Μεταξική λογοκρισία. Στο διάστημα αυτό γράφει αρκετά τραγούδια, ενώ στο όνομά του υπάρχουν μόλις 10. Κάθε ένα από τα λίγα τραγούδια που μας άφησε ο Δελιάς είναι ένα διαμάντι του ρεμπέτικου: “Χαρέμι στο χαμάμ”, “Το σακκάκι”, “Ο Νίκος ο Τρελλάκιας”, “Ουσάκ μανές”, “Τον άντρα σου και μένα”, κ.ά .
Ο Δελιάς, αναμφισβήτητα, είχε πάρα πολλά να προσφέρει ακόμα στο μπουζούκι, στο λαϊκό τραγούδι συνολικά. Μεγάλοι μεταγενέστεροι δημιουργοί, όπως ο Βασίλης Τσιτσάνης, επηρεάστηκαν από το γλυκό του παίξιμο και τις μοναδικές συνθέσεις του.
 
Πάνος Καραγιώργος
 
 
 
 
Ενδεικτική βιβλιογραφία:
 
Γεωργιάδης Νέαρχος. Ρεμπέτικο και πολιτική. Σύγχρονη Εποχή
Γεωργιάδης Νέαρχος. Ο Ακρίτας που έγινε Ρεμπέτης. Σύγχρονη Εποχή
Γεωργιάδης Νέαρχος. Από το Βυζάντιο στον Μάρκο Βαμβακάρη.  Σύγχρονη Εποχή
Γεωργιάδης Νέαρχος. Ο Μάρκος όπως τον γνώρισα. Σύγχρονη Εποχή
Στράτος Παγιουμτζής: ο τραγουδιστής του ρεμπέτικου. άρθρο του Aρη Νικολαΐδη. Ριζοσπάστης 4/01/2004
Σχορέλης Τάσος. Ρεμπέτικη ανθολογία. Πλέθρον
Μάρκος Βαμβακάρης: Αυτοβιογραφία. Επιμέλεια: Αγγελική Βέλλου-Κάιλ, Παπαζήσης
















































































































ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΡΚΟ ΣΕ ΕΠΤΑ ΜΕΡΗ



































ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ ΜΑΡΚΟΥ COLUMBIA 78στρ
ΕΦΟΥΜΕΡΝΑΜ' ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος D G 326 W G 511 11/32
ΤΑΞΙΜ ΣΕΡΦ Μ. Βαμβακάρη Οργανικό -Μπουζ. Μάρκος D G 326 W G 512 11/32
ΜΑΣΤΟΥΡΑΣ ( Ο ) Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος D G 473 W G 698 1934
ΜΟΡΤΙΣΣΑ ΧΑΣΙΚΛΟΥ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος D G 473 W G 599 1934
ΓΙΑ ΤΟ ΓΙΝΑΤΙ ΣΟΥ ΜΩΡΗ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος D G 499 W G 804 1934
ΜΑΝΕΣ ΠΕΙΡΑΙΩΤΙΚΟΣ Είναι πικρός ο θάνατος Μ. Βαμβακάρη Μάρκος D G 499 W G 805 1934
ΚΛΩΣΤΗΡΟΥ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος D G 2062 W G 880 1934
ΤΑ ΜΑΓΕΜΕΝΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος D G 2062 C G 879 06/34
ΣΤΑ ΣΙΔΕΡΑ ΜΕ ΒΑΛΑΝΕ ( Δ. Καρανόπουλου ) Μ. Βαμβακάρη Μάρκος D G 2063 W G 882 1934
ΧΑΣΑΠΗΣ ( Ο ) Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος D G 2063 C G 881 1934
ΚΛΩΣΤΗΡΟΥ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος D G 2115 W G 880 1934
ΣΤΑ ΣΙΔΕΡΑ ΜΕ ΒΑΛΑΝΕ ( Δ. Καρανόπουλου ) Μ. Βαμβακάρη Μάρκος D G 2115 W G 882 1934
ΑΛΑΝΙΑΡΗΣ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος D G 6049 C G 1054 11/34
ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΡΕΙΣ ΜΗΧΑΝΗ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος D G 6049 C G 1053 11/34
ΠΛΗΜΜΥΡΑ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος - Μαρίτσα Πανδρά D G 6057 C G 1102 12/34
ΣΑΝ ΕΙΣΑΙ ΜΑΓΚΑΣ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Άννα Παγανά - Μαρίτσα Πανδρά D G 6057 C G 1105 1935
Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ ΖΗΛΕΥΕΙ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος D G 6148 C G 1282 1935
ΙΣΟΒΙΤΗΣ ( Ο ) Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος D G 6148 C G 1281 1935
ΓΙΑΤΙ ΜΙΚΡΟΥΛΑ ΜΟΥ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη - Παγιουμτζή Στράτος - Στελλάκης D G 6343 C G 1669 12/37
ΜΕ ΤΙΣ ΜΥΡΩΔΙΕΣ ΣΟΥ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη - Παγιουμτζή Στράτος - Στελλάκης D G 6343 C G 1668 12/37
ΑΠΕΛΠΙΣΤΗΚΑ Μ. Βαμβακάρη Γρ. Μπιθικώτσης D G 7573 C G 4145 1960
ΚΑΒΟΥΡΑΣ ( Ο ) Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Γρ. Μπιθικώτσης D G 7573 C G 4146 1960
Σ' ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΟΝ ΚΑΚΟ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Γρ. Μπιθικώτσης D G 7592 C G 4203 1960
ΤΟ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ Γρ. Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Γρ. Μπιθικώτσης D G 7592 C G 4202 1960

ODEON 78 στρ
ΔΕΡΒΙΣΗΣ Μ. Βαμβακάρη Μάρκος G A 1674 G O 1878 1933
ΧΑΡΜΑΝΗΣ Μ. Βαμβακάρη Μάρκος G A 1674 G O 1877 1933
ΚΟΡΟΪΔΟ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος G A 1851 G O 2243 1935
Μ' ΕΚΑΨΕΣ ΤΣΑΧΠΙΝΑ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος G A 1851 G O 2242 1935
ΜΑΡΚΟΣ ΜΑΘΗΤΗΣ ( Ο ) Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος G A 1887 G O 2307 1935
ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΧΤΙΣΩ ΕΝΑ ΤΖΑΜΙ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος G A 1887 G O 2308 1935
ΑΛΑΝΙΑΡΑ ΑΠ' ΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ Μ. Βαμβακάρη Μάρκος G A 1904 G O 2384 1936
ΞΑΝΑΡΘΕΣ ΒΑΣΙΛΙΑ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος G A 1904 G O 2386 1935
ΑΝΤΙΛΑΛΟΥΝΕ ΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος G A 1918 G O 2403 1936
ΜΑΡΚΟΣ ΚΑΝΕΙ ΣΑΡΜΑΚΟ ( Ο ) Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος G A 1918 G O 2402 1936
ΔΙΑΖΥΓΙΟ ( ΤΟ ) Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος G A 1947 G O 2475 1936
ΣΚΥΛΑ Μ' ΕΚΑΝΕΣ ΚΑΙ ΛΙΩΝΩ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος G A 1947 G O 2474 1936
ΟΣΟΙ ΕΧΟΥΝΕ ΠΟΛΛΑ ΛΕΦΤΑ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος G A 1959 G O 2507 1936
ΜΑΥΡΑ ΜΑΤΙΑ ΜΑΥΡΑ ΦΡΥΔΙΑ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος - Κ. Ρούκουνας G A 1959 G O 2509 1936
ΓΕΡΑΣΕΣ ΚΑΙ ΠΙΑ ΔΕΝ Σ' ΑΓΑΠΩ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος - Στράτος G A 1979 G O 2568 1936
ΔΕΝ ΤΟΝ ΘΕΛΩ ΜΑΝΑ ΜΟΥ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Σοφία Καρίβαλη - Μάρκος G A 1985 G O 2584 20/11/1936
ΓΡΟΥΣΟΥΖΗΣ ( Ο ) Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος G A 1987 G O 2592 1936
ΜΑΝΑ ΜΕ ΜΑΧΑΙΡΩΣΑΝΕ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος G A 1987 G O 2593 1936
ΜΑΡΚΟΣ ΠΟΛΥΤΕΧΝΙΤΗΣ ( Ο ) Ζεϊμπέκικο Σπ. Περιστέρη Μάρκος - Σοφία Καρίβαλη G A 7005 G O 2638 1937
ΝΑ ΓΙΑΤΙ ΠΕΡΝΩ Χασάπικο Β. Τσιτσάνη Μάρκος - Σοφία Καρίβαλη G A 7005 G O 2639 1937
ΕΙΣΑΙ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟ ΚΑΙ ΝΟΣΤΙΜΟ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος G A 7023 G O 2687 1937
ΔΕΝ ΠΑΥΕΙ ΠΙΑ ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΣΟΥ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος - Κορίνα Θεσσαλονικιά G A 7023 G O 2686 1937
ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ ΜΟΥ ΔΙΠΛΟΧΟΡΔΟ Ζεϊμπέκικο Σπ. Περιστέρη Μάρκος - Στράτος G A 7029 1937
Μ' ΕΜΠΛΕΞΕΣ ΒΡΕ ΠΟΝΗΡΗ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Στράτος - Μάρκος G A 7029 G O 2709 1937
ΕΙΜΑΙ ΠΑΙΔΑΚΙ ΜΑΛΑΜΑ Ζεϊμπέκικο Σπ. Περιστέρη - Μ. Μάτσα Μάρκος G A 7041 1937
ΜΙΚΡΟΣ ΑΡΡΑΒΩΝΙΑΣΤΗΚΑ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος G A 7041 G O 2747 1937
ΣΤΟ ΦΑΛΗΡΟ ΠΟΥ ΠΛΕΝΕΣΑΙ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος - Έλλη Πετρίδου G A 7052 G O 2773 1937
ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΥΠΟΦΕΡΩ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη - ( Περιστέρη ) Μάρκος - Έλλη Πετρίδου G A 7067 G O 2828 1937
ΘΑ 'ΡΘΩ ΝΑ ΣΕ ΞΥΠΝΗΣΩ Αργό Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη - ( Κ. Μακρή ) Μάρκος - Έλλη Πετρίδου G A 7067 G O 2827 1937
ΝΟΣΤΙΜΟ ΤΡΕΛΟ ΜΙΚΡΟ ΜΟΥ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος G A 7086 G O 2886 04/38
ΜΙΑ ΓΑΛΑΝΟΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη - Παγιουμτζή Μάρκος - Στράτος G A 7086 G O 2885 04/38
ΓΙΑΤΙ ΕΙΣΑΙ ΠΙΚΡΑΜΕΝΗ Χασάπικο Ι. Δραγάτση Μάρκος - Στράτος G A 7108 1938
ΣΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ Χασάπικο Μάρκου Ι. Δραγάτση - Παγιουμτζή Μάρκος - Στράτος G A 7108 G O 2942 1938
ΠΑΨΕ ΝΑ ΜΕ ΤΥΡΑΝΝΑΣ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος - Σοφία Καρίβαλη G A 7116 G O 2975 1938
ΤΑ ΜΠΛΕ ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΣΟΥ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος - Σοφία Καρίβαλη G A 7116 G O 2976 1938
ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΤΑ 'ΧΑ ΤΑ ΛΕΦΤΑ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη ( Α. Πακγαλάκη ) Μάρκος G A 7150 G O 3129 1938
ΝΟΣΤΙΜΗ ΜΑΥΡΟΜΑΤΟΥ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος - ( Στελλάκης ) G A 7150 G O 3132 1938
ΜΕ ΜΙΑ ΜΟΝΑΧΑ ΣΟΥ ΜΑΤΙΑ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος G A 7159 G O 3148 1938
ΜΗ ΜΕ ΠΕΙΣΜΑΤΩΝΕΙΣ Γρ. Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Οργανικό G A 7159 G O 3149 1938
ΛΙΩΝΩ ΜΥΣΤΙΚΑ Γρ. Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος G A 7171 G O 3196 1938
ΣΕ ΞΕΧΑΣΑ ΔΕΝ Σ' ΑΓΑΠΩ Γρ. Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη ( Περιστέρη ) Μάρκος - Απ. Χατζηχρήστος G A 7171 G O 3195 1938
ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΡΟΥΣΑ ΚΑΙ ΞΑΝΘΙΑ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος G A 7183 G O 3220 1938
ΣΤΗΝ ΠΛΑΚΑ ΠΟΥ ΕΠΗΓΑΙΝΑ Ζεϊμπέκικο Σπ. Περιστέρη - Μ. Μάτσα Μάρκος G A 7183 1938
ΜΙΑ ΟΜΟΡΦΗ ΜΕΛΑΧΡΙΝΗ Γρ. Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος G A 7192 G O 3242 1938
ΡΙΞΕ ΤΣΙΓΓΑΝΑ ΤΑ ΧΑΡΤΙΑ Ζεϊμπεκικο Μ. Βαμβακάρη - Γ. Φωτίδα Μάρκος G A 7192 G O 3241 1938
ΞΑΝΘΙΑ ΤΡΕΛΗ ΓΑΛΑΝΟΜΑΤΑ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Στράτος - Μάρκος ? G A 7193 G O 3243 1938
ΑΝΤΩΝΗΣ Ο ΒΑΡΚΑΡΗΣ ( Ο ) Σπ. Περιστέρη - Π. Οικονόμου Μάρκος - Απ. Χατζηχρήστος G A 7213 G O 3312 1939
ΤΗ ΜΗΧΑΝΗ ΠΑΡΑΤΑΤΗ Ζεϊμπέκικο Σπ. Περιστέρη - Μ. Μάτσα Μάρκος - Απ. Χατζηχρήστος G A 7213 1939
Η ΚΑΡΜΕΝ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ Χασάπικο Σπ. Περιστέρη - Π. Οικονόμου Μάρκος - Στράτος G A 7230 G O 3364 1939
ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΜΕΡΑΚΙ Ελ. Μωραϊτη Σπ. Περιστέρη - Μ. Μάτσα Στράτος - Μάρκος G A 7230 1939
ΜΕ ΣΚΛΑΒΩΣΕ Η ΑΓΑΠΗ ΣΟΥ Γρ. Ασίκη Μάρκος G A 7238 1939
ΨΗΛΑ ΤΗ ΧΤΙΖΕΙΣ ΤΗ ΦΩΛΙΑ Ζεϊμπέκικο Αντ. Βαμβακάρη Μάρκος G A 7238 G O 3391 1939
ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ ΜΑΝΤΑΛΕΝΑ Χασάπικο Σπ. Περιστέρη Μάρκος - Απ. Χατζηχρήστος G A 7247 G O 3418 1939
ΑΠΟΨΕ ΘΑ ΠΕΡΑΣΩ Χασάπικο Σπ. Περιστέρη Απ. Χατζηχρήστος - Μάρκος - Ι. Παπα/νου G A 7247 G O 3417 1939
ΑΓΥΜΝΑΣΤΟΣ ( Ο ) Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη - Γ. Φωτίδα Μάρκος G A 7256 G O 3445 1939
ΤΟ ΔΩΡΟ ΠΟΥ ΣΟΥ ΕΚΑΝΑ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη - Αργ. Αντιβάχη Μάρκος G A 7256 G O 3446 1939
ΕΔΩ ΠΛΗΡΩΝΟΝΤΑΙ ΟΛΑ Γ. Ευαγγέλου Απ. Χατζηχρήστος - Μάρκος G A 7257 1939
ΕΝΑ ΛΑΧΕΙΟ ΖΗΤΑΓΑ Χασάπικο Σπ. Περιστέρη - Μ. Μάτσα Μάρκος - Απ. Χατζηχρήστος G A 7267 1939
ΘΑ ΣΠΑΣΕΙ ΤΟ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ ΜΟΥ Ζεϊμπέκικο Σπ. Περιστέρη Μάρκος - Απ. Χατζηχρήστος G A 7267 1939
ΚΑΤΩ ΕΚΕΙ ΣΤΗ ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη - Μ. Μάτσα Μάρκος G A 7273 G O 3504 1940
ΚΟΥΛΑ ΦΡΑΓΚΟΣΥΡΙΑΝΗ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος - Απ. Χατζηχρήστος G A 7273 G O 3505 1939
ΜΗ ΜΟΥ ΘΥΜΩΝΕΙΣ ΑΝΘΡΩΠΕ Σπ. Περιστέρη Απ.Χατζηχρήστος-Μάρκος-Κουρνάζος G A 7276 1940
ΘΑ ΣΕ ΚΛΕΨΩ ΘΑ ΣΕ ΠΑΡΩ Αργιλαμάς 9/8 Κ. Σκαρβέλη Απ. Χατζηχρήστος - Μάρκος G A 7285 G O 3521 1940
ΑΝ ΦΥΓΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ Χασάπικο Σπ. Ολανδέζου - Κοφινιώτη Μάρκος - Απ. Χατζηχρήστος G A 7286 G O 3522 1940
ΜΑΡΟΚΟ Ι. Διαμαντόπουλου Γ. Πετροπουλέα Μάρκος - Απ. Χατζηχρήστος G A 7286 G O 3522 1940
ΕΙΣΑΙ ΑΦΡΑΤΗ ΣΑ ΦΡΑΤΖΟΛΑ Γρ. Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη ( Α. Ρόκου ) Μάρκος - Απ. Χατζηχρήστος G A 7294 G O 3557 1940
ΠΟΡΤΟΦΟΛΙ ( ΤΟ ) Ζεϊμπέκικο Σπ. Περιστέρη - Πετροπουλέα Μάρκος - Απ. Χατζηχρήστος G A 7294 1940
ΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΑ ΞΕΓΡΑΨΕ Χασάπικο Σπ. Περιστέρη - Μ. Μάτσα Μάρκος - Απ. Χατζηχρήστος G A 7313 1940
ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΜΠΕΝΙΤΟ Χασάπικο Σπ. Περιστέρη - Μ. Μάτσα Μάρκος - Απ. Χατζηχρήστος G A 7313 G O 3601 1940
ΓΕΙΑ ΣΑΣ ΦΑΝΤΑΡΑΚΙΑ ΜΑΣ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος - Απ. Χατζηχρήστος G A 7316 G O 3605 1940
ΜΟΥΣΟΛΙΝΙ ΑΛΛΑΞΕ ΓΝΩΜΗ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη - Γ. Φωτίδα Μάρκος - Απ. Χατζηχρήστος G A 7316 G O 3606 1940
ΜΑΝΑΒΙΣΣΑ ΚΑΙ ΓΑΪΔΟΥΡΑΚΙ Campagnola Σπ. Περιστέρη-Eldo Di Lazzaro Μάρκος - Στράτος G A 7320 1940
ΚΟΡΙΤΣΙ ΑΠΟΝΟ Ζεϊμπέκικο Σπ. Περιστέρη Στράτος - Μάρκος G A 7320 1940
ΚΟΥΜΠΑΡΟΣ Ο ΨΑΡΑΣ ( Ο ) Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη ( Α. Ρόκου ) Μάρκος - Σοφία Καρίβαλη G A 7321 G O 3587 1940
ΜΠΡΑΒΟ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΣΤΟΡΙΑ ΣΟΥ Ζεϊμπέκικο Β. Μαυροφρύδη - Β. Ταμβάκη Στράτος - Μάρκος G A 7321 1940
ΦΑΝΤΑΖΕΣ ΣΑΝ ΠΡΙΓΚΗΠΕΣΑ Ζεϊμπέκικο Β. Τσιτσάνη Μάρκος - Τσιτσάνης G A 7322 G O 3588 1940
ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΙΑ ( ΤΑ ) Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη (Α. Ρόκου)- Παγιουμτζή Στράτος - Μάρκος G A 7323 1940
ΕΧΕΙ ΟΜΟΡΦΕΣ ΑΦΡΑΤΕΣ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος - Έλλη Πετρίδου G A 7325 G O 2772 1940
Μ' ΕΜΠΛΕΞΕΣ ΒΡΕ ΠΟΝΗΡΗ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη - Παγιουμτζή Στράτος - Μάρκος G A 7325 G O 1940
ΚΑΛΟΓΕΡΟΣ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος - Ρόζα Εσκενάζη G A 7336 G O 3621 21/06/1946
ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος - Ρόζα Εσκενάζη G A 7336 G O 3622 24/06/1946
ΜΕ ΠΟΛΕΜΑΣ ΜΠΑΜΠΕΣΙΚΑ Ζεϊμπέκικο Σπ. Περιστέρη - Γ. Δερέμπεη Απ. Χατζηχρήστος - Μάρκος G A 7343 1946
ΒΑΡΚΑ ΓΙΑΛΟ Β. Τσιτσάνη Ι. Παπαϊωάννου - Μάρκος - Μοσχονάς G A 7343 G O 3647 1946
ΚΑΤΣΕ Ν' ΑΚΟΥΣΕΙΣ ΜΙΑ ΠΕΝΙΑ Β. Τσιτσάνη Πρ. Τσαουσάκης - Μάρκος - Τσιτσάνης G A 7351 G O 3666 1946
ΒΡΑΣΕ ΤΗ ΡΟΥΜΠΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΟΥΙΝΓΚ Χασάπικο Β. Τσιτσάνη - Γ. Φωτίδα Πρ. Τσαουσάκης - Τσιτσάνης - Μάρκος G A 7354 G O 3673 1946
ΕΙΜΑΙ ΑΠΟΨΕ ΣΤΑ ΜΕΡΑΚΙΑ Ζεϊμπέκικο Κ. Καπλάνη - Β. Ταμβάκη Απ.Χατζηχρήστος - Σταμούλης - Μάρκος G A 7369 G O 3725 1947
ΜΙΝΟΡΕ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ Αργό Χασάπικο Σπ. Περιστέρη - Μορφέτα Απ.Χατζηχρήστος - Σταμούλης - Μάρκος G A 7369 1947
ΜΑΤΣΑΚΙΑ ΠΕΝΤΟΧΙΛΙΑΡΑ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος - Απ. Χατζηχρήστος G A 7374 G O 3722 27/01/1947
ΤΑ ΔΥΟ ΣΟΥ ΜΑΤΙΑ ΤΑ ΓΛΥΚΑ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος - Απ. Χατζηχρήστος G A 7374 G O 3721 1947
ΜΑΡΙΤΣΑ ΣΤΟ ΧΑΡΕΜΙ [ ΜΑΡΙΤΣΑ ] Β. Τσιτσάνη Απ.Χατζηχρήστος-Σταμούλης-Μάρκος G A 7375 1947
ΜΟΡΤΙΣΣΑ Χασαποσέρβικο Β. Τσιτσάνη Μάρκος - Τσιτσάνης G A 7391 1947
ΜΑΓΚΙΩΡΑ Ζεϊμπέκικο Β. Τσιτσάνη Μάρκος - Τσιτσάνης - Τατασόπουλος G A 7391 01/03/1947
ΤΡΕΞΕ ΜΑΓΚΑ ΝΑ ΡΩΤΗΣΕΙΣ Ζεϊμπέκικο Β. Τσιτσάνη Στ. Χασκήλ - Μάρκος - Τσιτσάνης G A 7399 G O 3816 1947
ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ ΓΛΕΝΤΙ ΤΟΥ ΝΤΟΥΝΙΑ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος G A 7400 G O 3815 1947
ΜΕΣ ΤΗ ΧΑΣΑΠΙΚΗ ΑΓΟΡΑ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Στ. Χασκήλ G A 7400 G O 3814 1947
ΚΑΛΕ ΜΟΥ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ( ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΕΙΧΕΣ ΦΙΛΟ ) Β. Τσιτσάνη Στ. Χασκήλ - Μάρκος - Ι. Σταμούλης G A 7418 G O 3893 1947
ΑΠ' ΟΣΕΣ ΚΙ ΑΝ ΕΓΝΩΡΙΣΑ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος G A 7424 G O 3887 1948
ΤΕΤΟΙΑ ΖΩΗ ΜΕ ΒΑΣΑΝΑ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος G A 7424 G O 3886 1948
ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΜΟΥ Ζεϊμπέκικο Απ. Χατζηχρήστου - Φωτίδα Απ. Χατζηχρήστος - Μάρκος - Καλλέλη G A 7425 1948
ΤΡΑΒΑ ΤΙΜΟΝΙΕΡΗ Χασάπικο ( Γ. Κορολόγου ) Σπ. Περιστέρη - Μ. Μαργαρίτη Ντούο Χάρμα - Μάρκος G A 7437 1948
ΠΑΛΙ ΚΙ ΑΠΟΨΕ ΘΑ ΤΑ ΠΙΩ Ζεϊμπέκικο Σπ. Περιστέρη Λίτσα Χάρμα - Μάρκος G A 7437 1948
ΘΑΡΘΕΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΝΑ ΠΟΝΑΣ Ζεϊμπέκικο Απ. Χατζηχρήστου - Γ. Φωτίδα Απ. Χατζηχρήστος - & Ευ - Μάρκος G A 7438 1948
ΚΑΪΞΗΣ Ανατολίτικο Απ. Χατζηχρήστου - Γ. Φωτίδα Απ. Χατζηχρήστος - & Ευ - Μάρκος G A 7438 G O 3941 1948
ΓΛΕΝΤΑ ΜΗΝ ΑΡΓΟΠΟΡΕΙΣ Ζεϊμπέκικο Β. Τσιτσάνη Στ. Χασκήλ - Μάρκος - Σταμούλης G A 7442 1948
ΑΠΟΨΕ ΘΑ 'ΡΘΩ ΝΑ ΣΤΑ ΨΑΛΩ ( Ιακωβίδη ) Σπ. Περιστέρη - Μ. Μαργαρίτη Στράτος - Μάρκος - Σταμούλης G A 7445 1948
ΤΡΕΙΣ ΚΑΒΑΛΑΡΗΔΕΣ (Ιακωβίδη - Μαργαρίτη) Σπ. Περιστέρη Μάρκος - Ντούο Χάρμα -Απ.Καλδάρας G A 7446 G O 3976 1948
ΘΕΛΩ ΝΑ ΞΕΡΩ ΚΟΥΚΛΑ ΜΟΥ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος - Απ. Χατζηχρήστος G A 7448 G O 3944 1948
ΜΗ ΜΕ ΠΛΗΓΩΝΕΙΣ ΚΑΙ ΠΟΝΩ Γ. Μηττάκη Μ. Βαμβακάρη Μάρκος - Απ. Χατζηχρήστος G A 7448 G O 3943 1948
ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΠΛΟΥΤΗ ΚΑΙ ΛΕΦΤΑ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Στράτος - Μάρκος ? G A 7451 G O 3983 1948
ΟΛΑ ΕΔΩ ΠΛΗΡΩΝΟΝΤΑΙ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Π. Σάμης - Σούλα Καλφοπούλου G A 7451 G O 3995 1948
ΑΠ' ΤΗ ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΔΙΩΓΜΕΝΟΣ Ζεϊμπέκικο Β. Τσιτσάνη Μάρκος - Ελένη Λαμπίρη - Τσιτσάνης G A 7475 G O 4050 05/48
ΨΕΥΤΙΚΟΣ ΝΤΟΥΝΙΑΣ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος G A 7490 G O 4083 1948
ΚΟΛΩΝΑΚΙ ΤΖΙΤΖΙΦΙΕΣ Χασαποσέρβικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος - Σούλα Καλφοπούλου G A 7490 G O 4082 1948
ΣΦΥΡΙΖΩ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΙΛΩ Ζεϊμπέκικο Σπ. Περιστέρη Ελένη Λαμπίρη - Μάρκος G A 7491 1948
ΘΑ ΤΟ 'ΒΡΕΙΣ ΑΠΟ ΑΛΛΗ Ζεϊμπέκικο Απ. Καλδάρα - Κ. Βίρβου Σ. Καλφοπούλου - Μάρκος - Καλδάρας G A 7494 1948
ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΣΕ ΠΙΑΣΩ ΦΙΛΟ Ζεϊμπέκικο Απ. Καλδάρα Σ. Καλφοπούλου - Μάρκος -Καλδάρας G A 7494 1948
ΚΡΑΣΙ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΧΑΡΤΙ Ζεϊμπέκικο Β. Τσιτσάνη Μάρκος - Λίτσα Χάρμα G A 7496 1948
ΦΤΩΧΑΔΑΚΙΑ ( ΤΑ ) Β. Τσιτσάνη Ντούο Χάρμα - Μάρκος G A 7496 1948
ΓΙΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ Π' ΑΓΑΠΩ Χασαποσέρβικο Β. Τσιτσάνη Στ. Χασκήλ - Μάρκος - Τσιτσάνης G A 7509 G O 4123 1949
ΠΑΝΤΡΕΜΕΝΟΣ ( Ο ) Ζεϊμπέκικο Β. Τσιτσάνη Στ. Χασκήλ - Χιώτης - Μάρκος G A 7509 G O 4139 1949
ΠΑΛΙ Θ' ΑΝΤΑΜΩΘΟΥΜΕ Ζεϊμπέκικο Σπ. Περιστέρη - Ε. Μωραΐτη Στ. Χασκήλ - Μάρκος - Χιώτης G A 7511 1949
ΤΟ ΣΒΗΣΤΟ ΦΑΝΑΡΙ Ζεϊμπέκικο Γ. Μητσάκη Στ. Χασκήλ - Μάρκος G A 7512 1949
ΠΕΝΤΑΜΟΡΦΗ Απ. Χατζηχρήστου Απ. Χατζηχρήστος-Καλφ/λου-Μάρκος G A 7521 1949
ΣΜΗΝΙΤΑΚΙ ( ΤΟ ) Χασάπικο Σπ. Καλφόπουλου ( Β. Ταμβάκη ) Σ. Καλφοπούλου -Στελλάκης - Μάρκος G A 7524 G O 4209 1949
ΤΟΥ ΑΝΑΠΗΡΟΥ Η ΜΑΝΑ Ζεϊμπέκικο Β. Καραπατάκη Σ. Καλφοπούλου -Στελλάκης - Μάρκος G A 7524 G O 4208 1950
ΚΑΤΗΦΟΡΟΣ ( Ο ) Ζεϊμπέκικο Γ. Μανισαλή Στ. Χασκήλ - Στελλάκης- Μάρκος G A 7530 1950
ΚΟΡΔΟΝΙ ( ΤΟ ) Π. Σαρίκα Μάρκος - Σ. Καλφοπούλου - Β. Γκίκα G A 7568 G O 1950
Ο ΚΑΗΜΟΣ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ Αργ. Βαμβακάρη Σ. Καλφοπούλου - Μάρκος G A 7568 1950
ΦΤΩΧΕΙΑ ΠΟΥ ΣΕΡΝΕΙΣ ΤΟΝ ΠΟΝΟ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Σ. Καλφοπούλου - Μάρκος G A 7634 G O 4515 1951
ΑΡΡΩΣΤΗΣΑ ΣΤΑ ΞΕΝΑ ΜΑΚΡΙΑ ΣΟΥ Μ. Βαμβακάρη Σ. Καλφοπούλου - Μάρκος - Σταμούλης G A 7634 G O 4514 1951
ΠΟΛΛΑ ΕΙΔΑΝ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ Μ. Βαμβακάρη Μάρκος - Μαίρη Τζανέτ G A 7812 G O 5038 1954
ΣΥΜΦΕΡΟΝ ( ΤΟ ) Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μαίρη Τζανέτ - Μάρκος G A 7812 G O 5039 1954

PARLOPHONE 78 στρ
ΚΑΡΑΝΤΟΥΖΕΝΙ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος Β 21654 10 1277 1932
ΑΡΑΠ ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ Μ. Βαμβακάρη Οργανικό Β 21654 10 1278 1932
ΛΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΚΟΡΙΑΝΙ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος Β 21710 10 1380 1934
ΤΡΑΓΙΑΣΚΕΣ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος Β 21710 10 1399 1934
ΘΕΛΩ ΜΑΣΤΟΥΡΗΣ ΝΑ ΓΕΝΩ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος Β 21750 10 1471 1934
ΚΟΛΠΑΤΖΟΥ ( Η ) Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος Β 21750 10 1470 1934
ΑΛΑΝΙΑΡΑ ΑΠ' ΤΟΝ ΠΕΡΑΙΑ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος Β 21844 G O 2384 1935
ΚΑΝΤΟΝΕ ΣΤΑΥΡΟ ΚΑΝΤΟΝΕ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος Β 21844 G O 2385 1935
ΜΑΡΚΟΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ( Ο ) Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος Β 21869 G O 2505 1936
ΤΩΡΑ ΤΗΝ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑ ΜΙΚΡΟ ΜΟΥ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος Β 21869 G O 2506 1936
ΣΥΡΟΣ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος Β 21875 G O 2536 1936
ΖΗΛΙΑΡΑ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος - Κ. Ρούκουνας Β 21875 G O 2535 1936
ΔΩΔΕΚΑ ( ΤΟ ) Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος Β 21883 G O 2570 1936
ΚΑΡΑΒΟΤΣΑΚΙΣΜΑΤΑ ( ΤΑ ) Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος - Στράτος Β 21883 G O 2571 1936
ΗΜΟΥΝΑ ΜΑΓΚΑΣ ΜΙΑ ΦΟΡΑ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος Β 21898 G O 2643 1937
Μ' ΕΚΑΝΕΣ ΚΑΙ ΧΩΡΙΣΑ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος Β 21898 G O 2642 1937
ΟΛΟΙ ΟΙ ΡΕΜΠΕΤΕΣ ΤΟΥ ΝΤΟΥΝΙΑ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος Β 21915 G O 2711 1937
ΤΑΞΙΜ ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ Μπουζ. Μάρκος Μ. Βαμβακάρη Οργανικό Κιθ. Περιστέρης Β 21915 G O 2710 1937
ΚΑΤΙΝΑΚΙ Μ. Βαμβακάρη Μάρκος - Έλλη Πετρίδου Β 21938 G O 2850 1938
ΔΕΝ ΜΟΥ ΜΙΛΑΣ ΔΕΝ ΜΕ ΚΟΙΤΑΣ Χασάπικο Σπ. Περιστέρη - Μ. Μάτσα Μάρκος - Έλλη Πετρίδου - Κ. Ρούκουνας Β 21938 G O 1938
ΜΟΝΑΧΟΣ ΜΕΣ ΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ Συρτός Μ. Βαμβακάρη Μάρκος Β 21945 G O 2887 1938
ΠΕΙΣΜΑΤΑΡΑ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος Β 21955 G O 2959 1938
ΤΑ ΖΗΛΙΑΡΙΚΑ ΣΟΥ ΜΑΤΙΑ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Στράτος - Μάρκος Β 21955 G O 2944 1938
ΤΑ ΖΗΛΙΑΡΙΚΑ ΣΟΥ ΜΑΤΙΑ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Στράτος - Μάρκος Β 21955 G O 2944 1938
ΚΙ ΑΝ ΕΙΜΑΙ ΦΤΩΧΑΔΑΚΙ Χασάπικο Σπ. Περιστέρη - Μ. Μάτσα Μάρκος Β 21977 1939
ΣΤΟ ΧΟΛΛΥΓΟΥΝΤ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος Β 21977 G O 3131 1939
ΤΟ ΠΕΙΣΜΑ ΣΟΥ Τ' ΑΡΑΠΙΚΟ Σπ. Περιστέρη- Γ. Καμβύση Ι. Παπαϊωάννου - Μάρκος Β 21980 1939
ΣΟΥΛΤΑΝΑ ΜΑΥΡΟΦΟΡΑ Μ. Βαμβακάρη Μάρκος - Απ. Χατζηχρίστος Β 74010 G O 3315 1940
ΠΟΛΙΤΙΣΣΑ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Απ. Χατζηχρήστος - Μάρκος Β 74010 G O 3314 1940
ΤΑ ΔΥΟ ΣΟΥ ΧΕΡΙΑ ΠΗΡΑΝΕ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος - Απ. Χατζηχρίστος Β 74018 G O 3361 1940
ΦΟΡΑΣ ΦΟΥΣΤΑΝΙ ΒΥΣΣΙΝΙ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη - Γ. Φωτίδα Απ. Χατζηχρήστος - Μάρκος Β 74018 G O 3362 1940
ΦΟΡΑΣ ΦΟΥΣΤΑΝΙ ΒΥΣΣΙΝΙ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη - Γ. Φωτίδα Απ. Χατζηχρήστος - Μάρκος Β 74018 G O 3362 1940
ΚΑΒΑΛΙΩΤΙΣΣΑ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος Β 74022 G O 3305 1940
ΜΟΥ ΤΟ 'ΠΑΝ ΠΩΣ Μ' ΑΡΝΗΘΗΚΕΣ Ζεϊμπέκικο Σπ. Περιστέρη - Μ. Μάτσα Μάρκος Β 74022 1940
ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΜΕ ΔΕΙΣ ΓΑΜΠΡΟ Μ. Βαμβακάρη Μάρκος Β 74026 G O 3406 1940
ΖΗΤΩ ΠΑΝΤΟΥ Ο ΚΑΗΜΕΝΟΣ Μ. Βαμβακάρη Μάρκος Β 74026 G O 3405 1940
ΣΙΓΑΝΟΠΑΠΑΔΙΤΣΑ Μ. Βαμβακάρη - Νίκ. Στάθμα Μάρκος - Απ. Χατζηχρίστος Β 74032 G O 3452 1940
ΦΙΝΑ ΤΑ 'ΧΕΙΣ ΚΑΤΑΦΕΡΕΙ Ζεϊμπέκικο Β. Ταμβάκη - Ν. Γούναρη Μάρκος - Απ. Χατζηχρίστος Β 74032 G O 3451 1940
ΑΔΙΚΑ ΜΕ ΚΑΤΑΚΡΙΝΟΥΝ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη ( Κ. Μακρή ) Μάρκος Β 74035 G O 3467 1940
ΧΡΙΣΤΙΝΑ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη - Κ. Μακρή Μάρκος - Απ. Χατζηχρίστος Β 74035 G O 3466 1940
ΔΥΟ ΜΕΡΑΚΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη - Γ. Φωτίδα Μάρκος Β 74040 G O 3490 1940
ΑΦ' ΟΤΟΥ ΕΓΕΝΝΗΘΗΚΑ Δημ. Καρυδάκη - Γ. Δερέμπεη Μάρκος - Σοφία Καρίβαλη Β 74045 G O 3525 20/10/1940
ΜΕ ΠΛΑΝΕΨΕΣ ΜΠΟΕΜΙΣΑ Μ. Βαμβακάρη ( Α. Ρόκου ) Σοφία Καρίβαλη - Μάρκος Β 74045 G O 3526 20/10/1940
ΓΙΑΝΝΟΥΛΑ ΑΠΟ ΤΑ ΛΙΟΣΙΑ ( Η ) Χασάπικο Σπ. Περιστέρη - Μ. Μάτσα Απ. Χατζηχρήστος - Μάρκος Β 74049 1940
ΣΕ ΓΕΛΑΣΑΝΕ Χασάπικο Κ. Σκαρβέλη Στράτος - Μάρκος Β 74054 1940
ΣΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ ΤΑ ΒΟΥΝΑ Χασάπικο Απ. Χατζηχρήστου Μάρκος - Χατζηχρίστος - Σταμούλης Β 74056 G O 3608 1940
ΣΕΡΓΙΑΝΗΣ ( ΜΑΓΚΑΣ ΒΓΗΚΕ ΓΙΑ ΣΕΡΓΙΑΝΙ ) Απ. Καλδάρα - Β. Τσιτσάνη Μάρκος - Τσιτσάνης Β 74064 G O 3627 22/06/1946
ΔΡΟΣΟΥΛΑ Ζεϊμπέκικο Β. Τσιτσάνη Μάρκος - Χατζηχρίστος - Παπαϊωάννου Β 74064 1946
ΤΡΙΑ ΠΑΙΔΙΑ ΑΠ' ΤΟΥ ΨΕΙΡΗ (μπουκαραν οι μαγκ) Γ. Ροβερτάκη Ι. Παπαίωάννου - Μάρκος - Ροβερτάκης Β 74072 1946
ΜΕΣ ΤΟΝ ΟΝΤΑ ΕΝΟΣ ΠΑΣΑ Ζεϊμπέκικο Σπ. Περιστέρη - Π. Οικονόμου Μάρκος - Πρ. Τσαουσάκης - Τσιτσάνης Β 74073 1946
ΚΙ ΑΝ ΜΕΘΑΩ ΤΑ ΒΡΑΔΑΚΙΑ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος Β 74074 G O 3642 1946
ΕΛΑ ΕΛΑ Συρτός Γ. Παπασιδέρη - Ι. Παπαϊωάννου - Μ. Βαμβακάρη Ι. Παπαϊωάννου - Μάρκος Β 74074 G O 3643 1946
ΑΔΕΙΑΣΕ ΜΟΥ ΤΗΝ ΓΩΝΙΑ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος - Απ. Χατζηχρίστος Β 74078 G O 3697 1946
ΞΕΛΟΓΙΑΣΜΕΝΗ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος - Απ. Χατζηχρίστος Β 74078 G O 3696 1946
ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΜΑΥΡΟΜΑΤΑ ΜΟΥ Μ. Βαμβακάρη Μάρκος Β 74093 G O 3779 1947
ΠΑΙΧΝΙΔΙΑΡΑ ΜΟΥ Γρ. Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος - Στ. Χασκήλ - Τσιτσάνης Β 74093 G O 3778 1947
ΚΑΠΟΙΑ ΜΑΝΑ ΑΝΑΣΤΕΝΑΖΕΙ Ζεϊμπέκικο Β. Τσιτσάνη - Μπ. Μπακάλη Στ. Χασκήλ - Μάρκος - Τσιτσάνης Β 74100 G O 3796 31/05/1947
ΤΡΕΙΣ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΩΡΕΣ ΣΟΥ Χασάπικο Β. Τσιτσάνη Απ. Χατζηχρήστος - Μάρκος - Τσιτσάνη Β 74100 G O 3797 1947
ΟΜΟΡΦΟΠΑΙΔΟ ( ΤΟ ) Ζεϊμπέκικο Β. Τσιτσάνη - Ν. Ρούτσου Σ. Καλφοπούλου - Μάρκος - Τσιτσάνης Β 74136 1948
ΣΑΤΡΑΠΙΣΣΑ Χασάπικο Β. Τσιτσάνη - Κ. Μάνεση Μάρκος -Σ. Καλφοπούλου -Τσιτσάνης Β 74136 1948
ΠΑΜΕ ΣΤΟ ΦΑΛΗΡΟ Συρτό Απ. Χατζηχρήστου Απ. Χατζηχρήστος - Μάρκος - Καλδάρας Β 74141 1949
ΒΔΟΜΑΔΑ ( Η ) Β. Τσιτσάνη Ελένη Λαμπίρη - Μάρκος Β 74151 1949
ΜΑΓΚΑΣ ΤΟΥ ΓΛΥΚΟΥ ΝΕΡΟΥ ( Ο ) Χ/Σ Β. Τσιτσάνη Ελένη Λαμπίρη - Μάρκος - Τσιτσάνης Β 74151 1949
Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΔΕΝ ΠΟΥΛΙΕΤΑΙ Σπ. Περιστέρη - Ε. Μωραΐτη Λίτσα Χάρμα - Μάρκος Β 74158 1949
ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ Ο ΖΗΤΙΑΝΟΣ Ζεϊμπέκικο Χαρ. Βασιλειάδη - Αντ. Βενιέρη Μάρκος - Σ. Καλφοπούλου -Τατασ/λος Β 74159 29/01/1949
ΛΕΒΕΝΤΙΣΣΑ ( Η ) Ι. Τατασόπουλου Σ. Καλφοπούλου - Μάρκος-Καλδάρας Β 74159 1949
ΤΟ ΚΑΝΤΗΛΙ ΤΡΕΜΟΣΒΗΝΕΙ Ζεϊμπέκικο Γρ. Μπιθικώτση - Τσάντα Σ. Καλφοπούλου - Μάρκος - Στελλάκης Β 74173 09/11/1949
ΠΡΟΣΦΥΓΟΠΟΥΛΑ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος - Σ. Καλφοπούλου -Στελλάκης Β 74174 G O 4159 1949
ΣΚΛΗΡΟΚΑΡΔΗ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος - Σούλα Καλφοπούλου Β 74174 G O 4160 1949
ΤΙ ΝΑ ΣΟΥ ΚΑΝΩ ΠΟΥ Σ' ΑΓΑΠΩ Ζεϊμπέκικο Απ. Καλδάρα ( Σπ. Περιστέρη ) Σ. Καλφοπούλου - Μάρκος - Στελλάκης Β 74183 1949
ΑΛΛΑ ΛΟΓΙΑ Ν' ΑΓΑΠΙΟΜΑΣΤΕ Ζεϊμπέκικο Απ. Καλδάρα ( Σπ. Περιστέρη ) Σ. Καλφοπούλου -Μάρκος- Στελλάκης Β 74183 1949
ΚΑΠΟΙΟ ΒΡΑΔΥ ΜΕ ΦΕΓΓΑΡΙ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος - Σούλα Καλφοπούλου Β 74186 G O 4249 1949
ΣΑΝ ΜΕ ΔΕΙΣ ΚΑΙ ΣΟΥ ΣΦΥΡΙΞΩ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος - Σούλα Καλφοπούλου Β 74186 G O 4250 1949
ΣΕ ΓΕΛΑΣΑΝΕ Χασάπικο Κ. Σκαρβέλη Στράτος - Μάρκος Β 74371 1955
ΤΑΞΙΜ ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ Μπουζ. Μάρκος Μ. Βαμβακάρη Οργανικό Β 74371 1956

HMV 78 στρ
ΜΑΡΚΟΣ Ο ΣΥΡΙΑΝΟΣ (Όπου μπαίνω με κυτ..) Μ. Βαμβακάρη Μάρκος Α Ο 2065 Οτ 1350 11/33
ΟΤΑΝ ΠΛΥΝΩ ΤΟΥΜΠΕΚΑΚΙ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος Α Ο 2065 Οτ 1351 11/33
ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ Τ' ΑΡΑΠΙΚΑ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος Α Ο 2086 ΟΤ 1349 - 1 11/33
ΩΡΕΣ ΜΕ ΘΡΕΦΕΙ Ο ΛΟΥΛΑΣ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος Α Ο 2086 ΟΤ 1348 - 1 11/33
ΞΑΝΘΙΑ ( Η ) Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος Α Ο 2121 ΟΤ 1605 07/34
ΟΤΑΝ ΜΕ ΒΛΕΠΕΙΣ ΝΑ ΠΕΡΝΩ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος Α Ο 2121 ΟΤ 1604 - 1 07/34
ΚΑΠΟΤΕ ΗΜΟΥΝΑ ΚΙ ΕΓΩ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος Α Ο 2185 OGA 49 - 1 11/34
ΣΥΝΑΧΗΣ ( Ο ) Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος Α Ο 2185 OGA 50 - 1 11/34
ΣΑΝ ΕΙΣΑΙ ΜΑΓΚΑΣ ΚΑΙ ΝΤΑΗΣ Μ. Βαμβακάρη Μάρκος - Ρίτα Αμπατζή Α Ο 2194 OGA 10 - 1 11/34
ΚΟΡΟΪΔΟ ΑΔΙΚΑ ΓΥΡΝΑΣ Ζεϊμπέκικο Καμηλ. Γ. Καμβύση Ρόζα Εσκενάζη Α Ο 2194 OGA 67 - 1 27/11/1934
ΑΛΑΝΑ ΠΕΙΡΑΙΩΤΙΣΣΑ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος Α Ο 2234 OGA 166-1 28/12/1934
ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ ( Ο ) Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος Α Ο 2234 OGA 167-1 28/12/1934
ΦΡΑΓΚΟΣΥΡΙΑΝΗ ( Η ) Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος Α Ο 2280 OGA 236-1 09/35
ΧΤΕΣ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Μάρκος Α Ο 2280 OGA 237-1 09/35
ΑΓΑΠΩ ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΜΑΤΙΑ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη - Παγιουμτζή Στράτος Α Ο 2639 OGA 1015 05/02/1940
ΤΑ ΩΡΑΙΑ ΣΟΥ ΜΑΤΑΚΙΑ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Στράτος - Εμ. Χιώτης Α Ο 2639 OGA 1014 05/02/1940
ΑΝΤΙΛΑΛΟΥΝΕ ΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Γρ. Μπιθικώτσης Α Ο 5652 OGA 3074 1960
ΤΑ ΜΑΤΟΚΛΑΔΑ ΣΟΥ ΛΑΜΠΟΥΝ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Γρ. Μπιθικώτσης Α Ο 5652 OGA 3075 1960
ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΜΑΚΡΙΑ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Γρ. Μπιθικώτσης Α Ο 5690 1960
ΒΡΕ ΜΟΙΡΑ ΔΕΝ ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΕΣ Χασάπικο Μ. Βαμβακάρη Π. Πάνου - Γρ. Μπιθικώτσης Α Ο 5690 1960
ΤΑ ΔΥΟ ΣΟΥ ΧΕΡΙΑ ΠΕΙΡΑΝΕ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Γρ. Μπιθικώτσης Α Ο 5695 1960
ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΜΑΥΡΟΜΑΤΑ ΜΟΥ Ζεϊμπέκικο Μ. Βαμβακάρη Γρ. Μπιθικώτσης Α Ο 5696 1960