Τρίτη, 4 Μαρτίου 2014

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΟΥΝΤΑΣ
Ο πρωτοπόρος της ελληνικής δισκογραφίας
Ο συνθέτης Παναγιώτης Τούντας
Οταν γίνεται αναφορά στο παλιό λαϊκό τραγούδι, ο νους πάει στους παλιούς «κλασικούς» ρεμπέτες, στους Μάρκο, Τσιτσάνη, Παπαϊωάννου κ.ά. Ιδιαίτερα το ευρύτερο κοινό αγνοεί ότι το λαϊκό μας τραγούδι, στην πρώτη του δισκογραφική δεκαετία, στηρίχτηκε σχεδόν αποκλειστικά σε μελωδικές βάσεις που χτίστηκαν στις περιοχές της Πόλης και της Σμύρνης και που μεταφέρθηκαν στην «παλαιά» Ελλάδα από πρόσφυγες λαϊκούς δημιουργούς, με πρώτον απ' όλους τον Παναγιώτη Τούντα.Ο Παναγιώτης Τούντας γεννήθηκε στη Σμύρνη από πλούσιους γονείς, που του έδωσαν τη δυνατότητα να αφοσιωθεί αποκλειστικά στη μελέτη της μουσικής και από μικρός να αναδειχτεί σε σημαντικό μουσικό, με ειδικότητα το μαντολίνο. Από τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα συμμετέχει στη σπουδαιότερη μικρασιατική ορχήστρα, στη Σμυρναίικη Εστουδιαντίνα του Σιδερή, που έμεινε γνωστή ως «Τα πολιτάκια». Μαζί του συμμετέχουν μουσικοί που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην πορεία του λαϊκού μας τραγουδιού, όπως οι Βαγγέλης Παπάζογλου, Σπύρος Περιστέρης κ.ά. Την ίδια εποχή θα αρχίσει και τη συνθετική του δράση και είναι πολύ πιθανό αρκετά τραγούδια του να ηχογραφήθηκαν στη Σμύρνη και την Πόλη πριν το 1922.
Ως μέλος διαφόρων μουσικών σχημάτων ταξίδεψε σε χώρες της Βόρειας Αφρικής και Ευρώπης, ψυχαγωγώντας τους Ελληνες της διασποράς, μελετώντας παράλληλα τα κατά τόπους μουσικά ρεύματα, με αποτέλεσμα να γίνει βαθύς γνώστης της ανατολικής αλλά και της δυτικής μουσικής κουλτούρας.
Προϊστάμενος στην «Columbia»
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή ήρθε στην Αθήνα και εγκαταστάθηκε στη Ν. Σμύρνη. Δούλεψε ένα περίπου χρόνο ως μουσικός σε μικρασιατικές κομπανίες, μαζί με τον Ευάγγελο Σωφρονίου, το Γιάννη Δραγάτση (Ογδοντάκη) και άλλους πρόσφυγες μουσικούς και τραγουδιστές. Το 1924 ηχογραφεί στην Ελλάδα το πρώτο του τραγούδι («Η Σμυρνιά») και γίνεται ο πρώτος συνθέτης της δισκογραφίας στην Ελλάδα, που το όνομά του αναφέρεται σε ετικέτα δίσκου. Την ίδια χρονιά αναλαμβάνει τη διεύθυνση του ελληνικού παραρτήματος της δισκογραφικής εταιρίας «Odeon». Από τότε εγκαταλείπει τα λαϊκά πάλκα και η σχέση του με τις κομπανίες περιορίζεται μόνο σε ό,τι αφορά στην οργάνωσή τους.
Για έξι χρόνια είναι προϊστάμενος ηχογραφήσεων, ενώ από το 1931 αναλαμβάνει τη διεύθυνση της «Columbia». Για πολλά χρόνια εκτός από ενορχηστρωτής, παίζει το σημαντικό ρόλο του υπεύθυνου ρεπερτορίου και ταυτόχρονα είναι αυτός που αναζητά νέους δημιουργούς και ερμηνευτές. Μέσα από τη δουλιά του και με τις υποδείξεις του θα περάσουν στη δισκογραφία αρκετοί σπουδαίοι ερμηνευτές, όπως οι Κώστας Ρούκουνας, Στελλάκης Περπινιάδης, Βαγγέλης Σωφρονίου, Ρίτα Αμπατζή, Ρόζα Εσκενάζυ και πολλοί άλλοι.
Σαν δημιουργός είναι από τους κορυφαίους. Πάνω σε αυτόν και τον Παπάζογλου «πάτησαν» οι περισσότεροι μεταγενέστεροι συνθέτες. Από το 1924 μέχρι το 1941 θα ηχογραφήσει περισσότερα από 300 τραγούδια. Ιδιαίτερα στο διάστημα 1924-1934 καλύπτει μόνος του πάνω από το 50% της ελληνικής δισκογραφίας! Μέσα στα τραγούδια του μεταφέρθηκαν πολλές παραδοσιακές μικρασιατικές μελωδίες, ενώ έγραψε πολλά πρωτότυπα κλασικά λαϊκά τραγούδια. Ενδεικτικό της επιτυχίας του είναι ότι συχνά τα τραγούδια του επανεκδίδονταν ταυτόχρονα από όλες τις εταιρίες δίσκων.
Τα τραγούδια του κάλυψαν κυριολεκτικά ολόκληρο το φάσμα της μουσικής της εποχής: Από επιθεωρησιακά ως δημοτικότροπα και από «ευρωπαϊκά» ως βαριά ρεμπέτικα. Μετά την επικράτηση των μπουζουκιών και του πειραιώτικου στιλ του Μάρκου, θα προσαρμοστεί, γράφοντας κι αυτός στο νέο ύφος, συνεργαζόμενος με τους περισσότερους νέους μουσικούς και τραγουδιστές.
Ανάλογη ποικιλία έχει και το θεματικό περιεχόμενο των τραγουδιών του. Λόγω της αστικής (έως αριστοκρατικής) καταγωγής του δεν είχε σχέσεις με τη ζωή και τη συμπεριφορά των μελών της πειραιώτικης μαγκιάς. Παρ' όλα αυτά, ασχολήθηκε συχνά με τη ζωή τέτοιων ανθρώπων, με τα προβλήματα και τα «πάθη» τους, γράφοντας μερικά από τα ωραιότερα και γνωστότερα βαριά ρεμπέτικα. Μερικά από αυτά έχουν τόσο αξιόλογη μουσική δομή που καθιερώθηκαν από μεγάλους δεξιοτέχνες μπουζουξήδες σαν τραγούδια επίδειξης και ανάπτυξης αυτοσχεδιασμού (π.χ. το «Κουβέντα με το χάρο», από το Δημήτρη «Μπέμπη» Στεργίου, τον Κώστα Παπαδόπουλο κ.ά.).
Εργατικό ρεμπέτικο
Οι στίχοι των βαριών ρεμπέτικων του Τούντα ποικίλουν από τραγούδι σε τραγούδι και δεν πέφτουν ποτέ στο λούκι της επανάληψης διάφορων κλισέ. Αν και μερικά από τα «χασικλίδικα» που έγραψε θεωρούνται αρκετά «σκληρά», μια πιο προσεκτική μελέτη των στίχων τους βεβαιώνει ότι ο δημιουργός δεν είχε σχέση με τα ναρκωτικά (κάτι που ήταν γνωστό). Τα περισσότερα από αυτά τα τραγούδια του είναι ερωτικά και το χασίσι ή η πρέζα, στα οποία «πέφτει» ο... πρωταγωνιστής, είναι το τελευταίο σημείο απόγνωσης (π.χ. «Πασαλιμανιώτισσα», «Φέρτε πρέζα να πρεζάρω» κ.ά.). Και βέβαια γίνεται πάντα καθαρό ότι πρόκειται για πάθος που οδηγεί στην καταστροφή. Στο «Γιατί φουμάρω κοκαΐνη» για παράδειγμα, η Ρόζα Εσκενάζυ αναπολεί τη ζωή της πριν μπλέξει (πάντα λόγω ερωτικού πάθους) στα ναρκωτικά και ανάμεσα στα δυο πρώτα τετράστιχα αναφωνεί: «Πανάθεμά σε κοκαΐνη, μ' έφαγες τη φτωχιά»!
Σε μερικά μάγκικα τραγούδια του Τούντα αναφέρονται απόψεις αρκετά προοδευτικές (κάποτε, ίσως, επαναστατικές). Στο «Φτώχεια μαζί με την τιμή» η Ρίτα Αμπατζή ξεκινάει με το μάγκικο: «Εγώ είμαι η μόρτισσα η Κική/ που ήμουν δυο μήνες φυλακή/ γιατί είν' τα γούστα μου τρελά/ και δε φοβούμαι τον μπελά/ ξέρω και ρίχνω πιστολιές/ σ' όποιον μου κάνει μπαμπεσιές».
Στη συνέχεια αναφέρεται στα «τρελά γούστα» της: «Δε θέλω πλούτη και καλά/ μ' αρέσει η φτώχεια και η εργατιά/ κι αν παντρευτώ με τον καιρό/ άντρα εργάτη θε να βρω/ φτώχεια μαζί με την τιμή/ θέλω να ζήσω μια στιγμή».
Κι αφού στην τρίτη στροφή του τραγουδιού υπενθυμίσει απειλητικά για μια ακόμη φορά τη μάγκικη ιδιότητά της, κλείνει με το: «Τα πλούτη τα περιφρονώ/ στη φτώχεια πιο καλά περνώ/ μέσα στην τίμια εργατιά/ βρίσκεις τα πιο καλά παιδιά/ φτώχεια μαζί με την τιμή/ θέλω να ζήσω μια στιγμή».
Σε άλλο τραγούδι του Τούντα, η Ρόζα Εσκενάζυ ως γκαρσόνα δίνει μια εικόνα ανεξάρτητης γυναίκας, «βαφτίζοντάς» τη μάλιστα μ' ένα εξαιρετικά επικίνδυνο για την εποχή παρατσούκλι: «Εγώ είμαι η Μπολσεβίκα/ με τ' αλάνια θα γλεντώ/ ρετσίνα θα ρουφάω/ γλυκά τραγουδάω/ μεγαλεία δεν ψηφάω/ και τους μάγκες θ' αγαπώ».
Η αναφορά στις κοινωνικές διαφορές είναι κάτι σύνηθες στη δημιουργία του Τούντα (όπως και στο μεγαλύτερο μέρος του ρεμπέτικου). Τραγούδια του που αναφέρονται σε επαγγέλματα («Το σωφεράκι», «Τα ψαραδάκια», «Η γκαρσόνα» κλπ), συνέπεσαν -σίγουρα όχι τυχαία - με αγώνες που ανέπτυσσε το εργατικό κίνημα της χώρας μας. Το 1932, με το «μανδύα» ενός ερωτικού τραγουδιού, ο Τούντας «πέρασε» ένα καταπληκτικό τετράστιχο με τη συγκλονιστική ερμηνεία του Κώστα Ρούκουνα: «Είμαι εργάτης τιμημένος/ όπως όλη η εργατιά/ και τεχνίτης προκομμένος/ λεοντάρι στη δουλιά».
Η απαγορευμένη «Βαρβάρα»
Ο Παναγιώτης Τούντας έγραψε και αρκετά πρωτότυπα σατιρικά τραγούδια. Ενα από αυτά, η «Βαρβάρα» (1937), έμελλε να αποδειχτεί μοιραίο, και για το δημιουργό του αλλά και γενικότερα για το λαϊκό μας τραγούδι (φημολογείται -βάσιμα- πως η «Βαρβάρα» είναι δημιουργία του Γιοβάν Τσαούς και πως ο Τούντας ανέλαβε την ευθύνη ως πιο «ευυπόληπτος» πολίτης, μήπως και γλιτώσουν την καταδίκη). Τα -ιδιαίτερα έξυπνα- σεξουαλικά υπονοούμενα του τραγουδιού θεωρήθηκαν από τους φασίστες του Μεταξά άκρως προσβλητικά για τη «δημόσια αιδώ» (υπάρχει και η πολύ πιθανή άποψη ότι το τραγούδι αναφερόταν στην κόρη του Μεταξά). Ο Τούντας οδηγήθηκε στο δικαστήριο και καταδικάστηκε σε βαρύ χρηματικό πρόστιμο. Το τραγούδι απαγορεύτηκε και οι χωροφύλακες έσπασαν όλους τους δίσκους με τη «Βαρβάρα» που κυκλοφορούσαν στα μαγαζιά. Παράλληλα χρησιμοποιήθηκε σαν αφορμή (οι αιτίες ήταν βέβαια βαθύτερες και παλιότερες) να επιβληθεί η ξακουστή Επιτροπή Λογοκρισίας, που -σημειωτέον- δεν αρκέστηκε μόνο στη λογοκρισία των στίχων, αλλά πετσόκοψε και τη μουσική πολλών τραγουδιών, σε μια προσπάθεια να εξαφανίσει οτιδήποτε θύμιζε Ανατολή. Ετσι αποκλείστηκαν από τη δισκογραφία οι Γιώργος Μπάτης, Ανέστης Δελιάς, Γιοβάν Τσαούς και άλλοι δημιουργοί με «τολμηρό» στίχο, αλλά και ο μεγάλος Βαγγέλης Παπάζογλου, που αρνήθηκε να υποβληθεί σε οποιαδήποτε λογοκρισία, ενώ οι υπόλοιποι που συνέχισαν αναγκάστηκαν να προσαρμόσουν τα τραγούδια τους.
Η θέση του Παναγιώτη Τούντα στις δισκογραφικές εταιρίες αποδυναμώθηκε αρκετά. Συνέχισε όμως να ηχογραφεί τραγούδια (με χαμηλότερη πάντως συχνότητα) μέχρι το κλείσιμο των δισκογραφικών εταιριών από τους Γερμανούς το 1941. Στην τελευταία αυτή περίοδο της δουλιάς του θα συνεργαστεί με τους περισσότερους γνωστούς μουσικούς και τραγουδιστές (Βασίλη Τσιτσάνη, Στέλιο Κερομύτη, Στράτο Παγιουμτζή κ.ά.) και θα γράψει μερικά από τα ωραιότερα τραγούδια του, όπως το «Είν' ευτυχής ο άνθρωπος», ένα από τα καλύτερα προπολεμικά ζεϊμπέκικα, με τον Στράτο Παγιουμτζή (φωνή) και το νεαρό Μανώλη Χιώτη (μπουζούκι).
Ο Παναγιώτης Τούντας έφυγε από τη ζωή στις 23 Μάη του 1942. Εκτός από τα πολλά και ωραία τραγούδια του, άφησε πίσω του την εικόνα ενός πολύ σοβαρού ανθρώπου και μουσικού, που για μεγάλο χρονικό διάστημα κουβάλησε στις πλάτες του τη λαϊκή μας μουσική. Ο θάνατός του (μαζί με το θάνατο του Παπάζογλου και του Σκαρβέλη, που πέθαναν κι αυτοί στην Κατοχή) θα σηματοδοτήσει το οριστικό τέλος του μικρασιατικού ύφους στο λαϊκό μας τραγούδι.

ΠΗΓΗ: Άρης Νικολαίδης
 http://www.rizospastis.gr/story.do?id=1801491&publDate=1/6/2003

Δεν υπάρχουν σχόλια: