Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2010

Ζειμπέκικος τούρκικος ή ζειμπέκικος πειραιώτικος;

Νίκος Πολίτης

Ζεϊμπέκικος τούρκικος ή ζεϊμπέκικος πειραιώτικος;

Υπάρχει στην Τουρκία μία ομάδα χορών που τους ονομάζουν «Χοροί Zeybek”. Ήταν χοροί αναμφισβήτητα πολεμικοί, εντυπωσιακοί και ως χοροί και για την παράξενη ενδυμασία που φόραγαν οι χορευτές. Αρχικά χορεύονταν από τους άντρες της ομάδας Zeybek, σε μία περιοχή γύρω από το Αϊδίνι, από μοναχικό χορευτή ή από ζευγάρι δύο χορευτών που χόρευαν αντικρυστά σε νοητό κύκλο. Από την εποχή του Αττατούρκ όμως και για λόγους που σχετίζονται με τις προσπάθειες κάθε νεοπαγούς έθνους να δημιουργήσει μία εθνική ταυτότητα, είναι τάση στην Τουρκία να αναδειχθεί ο «τουρκικός ζεϊμπέκικος» (που πλέον έχει εξελιχθεί σε ομαδικό, κυκλικό χορό και διδάσκεται από τον Τσεσμέ ως το Ντιγιάρ Μπακίρ) σε εθνικό χορό επιπέδου αντίστοιχου με τον δικό μας καλαματιανό ή τσάμικο.

Υπάρχει και ο πασίγνωστος στην Ελλάδα του εικοστού αιώνα Ζεϊμπέκικος, που συνδέεται με το «ρεμπέτικο», όπως επικράτησε να λέγεται, τραγούδι. Αναφέρομαι βέβαια στην μορφή του χορού όπως καθιερώθηκε παλαιότερα μέσα στον εικοστό αιώνα και ήταν γνωστή μέχρι πριν λίγες δεκαετίες, ένα χορό ανδρικό, ατομικό, ρυθμικότατο και εκφραστικότατο, και όχι στα τεκταινόμενα σήμερα στις πίστες όπου αγόρια και κορίτσια (ή μεσόκοποι κύριοι) στριφογυρίζουν και τοποθετούν το σώμα και τα πόδια τους όπου βρούν, εκτός ρυθμού, με τα χέρια όχι να προσπαθούν να σμίξουν ουρανό και γη ή να βοηθήσουν στην ισορροπία του περιστρεφόμενου σώματος, αλλά απλά να περισσεύουν...

Και βεβαίως, των δύο εκδοχών του χορού δεδομένων, δεν θα μπορούσε το θέμα να μην ενταχθεί στην ατελείωτη διαμάχη περί κακών Τούρκων και καλών Ελλήνων (από εμάς) ή του αντιστρόφου (από τους άλλους). Μέχρι και τον Δία επιστρατεύσανε κάποιοι, μαζί με τον Διόνυσο ή οτιδήποτε άλλο βρήκαν κατά τη γνώμη τους πρόσφορο, για να καταδείξουν την αναμφισβήτητη (κατά την άποψή τους, φυσικά) αρχαιοελληνική καταγωγή του χορού, αφού Ζεύς και Βάκχος συνηχούντα θυμίζουν, λέει, την ονομασία του χορού.

Εγώ δεν θα ασχοληθώ εδώ ούτε με το από πού ήρθαν και σε τί Θεό πίστευαν οι άνθρωποι που πρωτοχόρεψαν ζεϊμπέκικο, ούτε με το αν η καταγωγή τους ήταν θρακική, φρυγική ή αρχαία ελληνική, ούτε με την (παρα-) ετυμολογία της λέξης Ζεϊμπέκης και Ζεϊμπέκικος. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι απλά και μόνο, πώς από τα βουνά του Αϊδινίου ο ζεϊμπέκικος, από τελετουργικός πολεμικός χορός που ήταν, εξελίχθηκε στον αστικό ρεμπέτικο χορό όπως τον γνωρίσαμε στην Ελλάδα του πρώιμου και ώριμου εικοστού αιώνα. Η εύκολη απάντηση είναι πρόχειρη: «τον έφεραν οι πρόσφυγες». Να το δούμε όμως λίγο πιό προσεκτικά.

Ψάχνοντας στις πηγές θα βρούμε πραγματικά ότι σε όλη την περιοχή της Ιωνίας ο ζεϊμπέκικος ήταν δημοφιλής και στους Τούρκους και στους Έλληνες. Ειδικά στη Σμύρνη, που έχει και ειδική σημασία για το μετέπειτα (στην Ελλάδα) ρεμπέτικο, χορευόταν συχνά και υπάρχουν πολλές σχετικές μαρτυρίες. Όμως, από τα στοιχεία που έχουμε βλέπουμε ότι χορευόταν ζεϊμπέκικος σε παλαιότερες εποχές και σε ένα μεγάλο αριθμό περιοχών εκτός Μικρασίας: Πρώτα πρώτα, φυσικά, σχεδόν σε όλα τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου (Λέσβος, Λήμνος, Σαμοθράκη, Ίμβρος, Χίος, Σάμος, Ικαρία, Σύμη, Ρόδος και ίσως και αλλού). Αλλά και δυτικότερα: Σποράδες, Πήλιο, Σύρος..., και στην Κύπρο βέβαια.

Οι περισσότερες από τις αναφορές που έχουμε δεν περιέχουν στοιχεία για το πότε εισάγεται ο χορός στη συγκεκριμένη περιοχή ή για το πώς ακριβώς και υπό ποίες συνθήκες χορευόταν. Όμως, ας αναλύσουμε λίγο περισσότερο το παράδειγμα της Σύρου: υπάρχει μία εκτεταμένη μαρτυρία από τον Μάρκο Βαμβακάρη, στην αυτοβιογραφία του, ότι στις απόκρηες χόρευαν στη Σύρα «τα ζεϊμπέκια». Οργανώνονταν σε παρέες κατά συνοικίες, άντρες μόνο, κάθε συντροφιά με τον αρχηγό της (τον «καπετάνιο»), και έβγαιναν και χόρευαν στους δρόμους για το κέφι τους. Ντύνονταν να μοιάζουν ζεϊμπέκια, όπως τουλάχιστον οι ίδιοι το φαντάζονταν, και χόρευαν «τα μικρασιάτικα: χασάπικο, σέρβικο, χασαποσέρβικο, ζεϊμπέκικο».

Πώς λοιπόν φτάνουν οι Συριανοί να χορεύουν στους δρόμους ζεϊμπέκικο; Και να σημειώσουμε ότι το χόρευαν οργανωμένα και μόνο στις απόκρηες, όχι δηλαδή και στα άλλα γλέντια των κύκλων του χρόνου και της ζωής (θρησκευτικά πανηγύρια, γάμους κλπ.). Που σημαίνει ότι τους χορούς αυτούς δεν τους θεωρούσαν «δικούς τους» και επομένως οικείους. Λέει ο Μάρκος ότι τους μάθαιναν από τον καπετάνιο κάθε χρόνο και εξειδικεύει: «χορεύαμε ζεϊμπέκικο ένας ένας, χασάπικο τρείς – τέσσερις μαζί και σέρβικο και αράπικο το οποίο χόρευαν οι δύο «αραπάδες» που είχαμε.»

Το πιό πιθανό ήταν να είχαν ακούσει για τα μέρη της Μικρασίας, όπου χορεύουν «εξωτικούς» χορούς ντυμένοι «εξωτικά», ότι καλύτερο δηλαδή για τα μασκαρέματα της αποκρηάς, που θέλει παραστάσεις και μιμικά δρώμενα και είπαν, να το κάνουμε και εμείς, να προσθέσουμε και «εξωτικούς» αράπηδες, να γελάσουμε. Από το «αστείο» αυτό όμως ξεκινώντας, ο Μάρκος λέει χωρίς ίχνος αστεϊσμού αλλά με έπαρση και υπερηφάνεια: «Αλλά εμείς οι Συριανοί φημιζόμαστε κυρίως για το ζεϊμπέκικο μας».

Ο Μάρκος ήταν μικρό παιδάκι όταν στην παρέα των ζεϊμπεκιών της Ανω Χώρας υποδυόταν «το καπετανόπουλο», τον γυιό του αρχηγού. Και αφού γεννήθηκε το 1905 πρέπει να μιλάμε για την εποχή από 1911 – 1915, άρα πρίν την έλευση των προσφύγων που ούτως ή άλλως, στη Σύρα ποτέ δεν πήγανε.

Και μετά, όπως ξέρουμε, όλοι οι φουκαράδες Συριανοί αλλά και Μυτηληνιοί, Λημνιοί, Σαμοθρακιώτες, Χιώτες, Σαμιώτες, Καριώτες, Συμιακοί, Ροδίτες, πού, άραγε, μαζεύτηκαν όλοι για να βρούν ένα ξεροκόμματο; Στον Πειραιά βέβαια, τη μάνα του πειραιώτικου ρεμπέτικου. Εκεί μάλιστα συγχρωτίστηκαν και με τους πρόσφυγες πλέον, μετά την Καταστροφή, και ήρθε και έδεσε το πράγμα. Είδε ο Μάρκος να χορεύουν «τους χορούς του» και ξεθάρρεψε, έγραψε και αυτός ζεϊμπέκικα και χασάπικα και, βλέποντας ότι αρέσουν, συνέχισε. Ακολούθησαν μετά όλοι οι άλλοι και έτσι το ζεϊμπέκικο (και το χασάπικο, βεβαίως) καθιερώθηκε. Με τη διάδοση δέ που πήρε το ρεμπέτικο τραγούδι αρχικά στη δεκαετία του ’30 αλλά και μεταπολεμικά, είδαμε πιά τον ελληνικό ζεϊμπέκικο να χορεύεται πλέον ουσιαστικά σε όλη την Ελλάδα.

Ένα χορό που γεννήθηκε, εξελίχθηκε και αποκρυσταλλώθηκε μέσα σε χρονικό πλαίσιο μικρότερο του μισού αιώνα, που όμως αγαπήθηκε και χορεύεται ακόμα στις συναθροίσεις των Ελλήνων οπουδήποτε της γης, ένα χορό που στη γέννηση και εξέλιξή του δεν παρενέβη κανένας οργανωμένος φορέας πολιτισμού ή εμπορικής σκοπιμότητας. Ένα παράδειγμα κοινωνικού και χορογραφικού δρώμενου για το οποίο δεν γνωρίζω παρόμοιο, οπουδήποτε και οποτεδήποτε στον κόσμο.


«Τούρκικος» λοιπόν, ή «Πειραιώτικος» ο ζεϊμπέκικος; Μα νομίζω πως η απάντηση είναι μία και σαφέστατη: και τούρκικος και πειραιώτικος. Αν αφήσουμε τις εθνικές υπερηφάνειες κατά μέρος (όχι εγώ το βρήκα πρώτος, όχι εγώ!), βλέπουμε καθαρότατο ένα ακόμη παράδειγμα για το ότι όποιος ψάχνει στοιχεία για την πολιτισμική του κληρονομιά πρέπει πάντα να βλέπει και τι γίνεται γύρω του. Η ανταλλαγή πολιτισμικών στοιχείων μεταξύ γειτονικών λαών και ομάδων και η παραπέρα εξέλιξή τους ήταν, από τους αρχαιότατους χρόνους, παρούσα και εντονότατη παντού, και αυτό είναι το ωραίο. Έτσι μπορέσαμε όλοι, Τούρκοι, Έλληνες, Βαλκάνιοι, Άραβες και όλοι γενικά οι λαοί της περιοχής μας να επωφεληθούμε από τον εποικοδομητικό συγχρωτισμό και να προωθήσουμε τα πολιτισμικά μας, χωρίς να ενδιαφερόμαστε (τότε) για εθνικές ιδιαιτερότητες. Και τελικά να βρισκόμαστε όλοι με το κομμάτι της υπερηφάνειας που μας αντιστοιχεί, χωρίς όμως να παραβλέπουμε και το κομμάτι του άλλου.

Νίκος Α. Πολίτης

Μελετητής της παραδοσιακής μουσικής

Δημοσιεύτηκε στο τ. 81 (Μάιος – Ιούνιος 2005) του περιοδικού «Παράδοση και τέχνη», έκδοση ελλ. τμήματος της Διεθνούς οργάνωσης λαϊκής τέχνης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: