Παρασκευή, 30 Απριλίου 2010

Συνέντευξη με τους Aδελφούς Μιλάνους ...

«Κ ά θ ε  Μ ι λ ά νο ς  π ρ έ π ε ι  ν α  π ι ά σ ε ι  μ π ο υ ζ ο ύ κ ι  στα  χ έ ρ ι α  του  μ ό λ ι ς π ε ρ π α τ ή σ ε ι»

 

Είχαμε πολλές συζητήσεις και με το Νίκο, και με τον Κάρολο Μιλάνο που διήρκεσαν πολύ. Και με τους δυο μαζί, και χωριστά με τον καθένα. Τα πιο ενδιαφέροντα κομμάτια αυτών των συζητήσεων συνοψίστηκαν σε ένα ενιαίο κείμενο προσπαθώντας να μην αλλοιωθούν στο παραμικρό οι απόψεις των Μιλαναίων.

(Θ έ λ ω να ξ ε κ ι ν ή σ ο υ μ ε από την ι σ τ ο ρ ί α του μ α γ α ζ ι ο ύ.)


Την ταβέρνα την άνοιξε ο πατέρας μου, στην αρχή με το γαμπρό του και ύστερα μόνος του το 1919 στην οδό Ερμού, στον Άγιο Νικόλα. Στην αρχή ήτανε στο νούμερο 174, μετά αλλάξανε την αρίθμηση και έγινε 186. Εκεί μείναμε μέχρι το '79 που γκρεμίσανε το κτίριο για πολυκατοικία. Τότε ήρθαμε εδώ (σ.σ. Η τωρινή διεύθυνση είναι Ιωλκού 83 με Αναλήψεως), το Νοέμβρη κάναμε εγκαίνια. Στις 29 Νοέμβρη.

(Ο γ δ ό ν τ α   έ ξ ι   χ ρ ό ν ι α  δ η λα δ ή;)

Ναι, κάνουμε και γενέθλια κάθε χρόνο. Δες και τις φωτογραφίες από πέρσι (σ.σ. στον τοίχο υπάρχει φωτογραφία με μια τούρτα που γράφει «85 χρόνια» κι ένα κερί). Και το κερί το σβήνει ο πιο μικρός που είναι μες το μαγαζί εκείνο το βράδυ. Όποιος τύχει να είναι...

(Π ώ ς  ή τ α ν  το  μ α γ α ζ ί   π α λ ι ά ;)
Εκκλησία. Είχε ησυχία, όλοι ακούγανε με προσοχή. Τραγουδάγανε βέβαια, αλλά κάνανε ησυχία. Κι άμα κανένας φώναζε ή γέλαγε, ξέρω 'γω, του λέγανε οι άλλοι «σώπα να ακούσουμε». Όχι όπως σήμερα, που φωνάζουνε και...

(Η   ν ε ο λ α ί α   ε; )

Μπα, όλοι. Δεν έρχονται να ακούσουνε και να απολαύσουνε, έρχονται έτσι... Αλλάξανε τα χρόνια. Τότε, στο παλιό μαγαζί, από την ώρα που αρχινάγαμε να παίζουμε, δε σερβίραμε. Μόνο κρασί όποιος ήθελε, σηκωνότανε και το έπαιρνε μόνος του. Αρχινάγαμε νωρίς, από τις εννιά, και παίζαμε δυο ώρες. Μετά, σβήναμε τα φώτα και κάναμε ένα σόλο λεζάντα και «αύριο πάλι». Κάθε μέρα αυτό το πράγμα, τόσα χρόνια...

(Π α ί ζ α τ ε  ό π ω ς  και  τ ώ ρ α  κ ά θ ε  μ έ ρ α  ε κ τ ό ς Κ υ ρ ι α κ ής;)

Ναι. Φέτος βάλαμε αργία και τη Δευτέρα.

(Π ο ι ο ι   α π ό  τους  γ ν ω σ τ ο ύ ς  του  λ α ϊ κ ο ύ   τ ρ α γ ο υ δ ι ο ύ   έ χ ο υ ν  π α ί ξ ε ι  στην  τ α β έ ρ ν α;)

Εδώ μέσα... θυμάμαι τον Ζαγοραίο με το συγκρότημά του, τον Γαβαλά που ήτανε με τον Λεμονόπουλο τότε. Άλλοι που να έχουνε παίξει; Μπα, όχι.

(Κ ά τ σ ε, κ ά τ σ ε. Π α λ  ι ά   μου  ε ί χ ε ς π ε ι  π ω ς  ό λ ο ι  π ε ρ ά σ α ν ε  α π ό   δ ω;)

Ως θαμώνες έχουν έρθει όλοι. Παπαιωάννου, Τσιτσάνης, Καλδάρας... Όλοι αυτοί μας ακούσανε και παίξανε μαζί μας. Μόνοι τους χωρίς εμάς, μόνο τον Ζαγοραίο και τον Γαβαλά θυμάμαι να παίζουνε.

(Α,  έ τ σ ι  τ α ι ρ ι ά ζ ε ι.  Γ ι α τ ί  ά λ λ ο  ν ό μ ι ζ α...)

Άκου να δεις, από όλους τους καλλιτέχνες, παλιούς και τωρινούς, μόνο ο Νταλάρας και ο Καζαντζίδης δεν έχουνε περάσει από δω μέσα. Όλοι οι υπόλοιποι, όποτε ερχόντουσαν στο Βόλο, ερχόντουσαν στο μαγαζί. Από το μακαρίτη τον Παπαϊωάννου να πιάσεις, μέχρι τη Γαλάνη, μέχρι την Αρβανιτάκη. Όλοι θα περάσουν από δω οπωσδήποτε. Και ξέρεις κάτι; Εδώ μέσα όλοι έρχονται να ακούσουνε. Όχι να παίξουνε, να ακούσουνε.

(Μ α θ η τ έ ς   δ η λ α δ ή  δ ι κ ο ί  σας  ή  του  π α τ έ ρ α σας  π ο ι ο ι  ή τ α ν ε;)

Από τους παλιούς, καθαυτό μαθητής του πατέρα μου ήτανε ο Μητσάκης. Προπολεμικά ήτανε εδώ στο Βόλο κι ερχότανε στο μαγαζί και άκουγε. Είχε έφεση στη μουσική και ο πατέρας μου του έφτιασε ένα μπουζούκι, 150 δραχμές τότε. Και όταν έγινε Μητσάκης, όταν τον ρωτάγανε που έμαθε, δεν έλεγε «στου Μιλάνου» παρά έλεγε «στον Πειραιά», «στη Θεσσαλονίκη», ένα σωρό...
Τότε τον έγραψε ο πατέρας μου στο μαυροπίνακα, όχι για τις 150 δραχμές, παρά που δεν έλεγε για τη «Σκάλα». Και κάποτε, το '65 νομίζω, δήλωσε στον «Ταχυδρόμο», στο «Θησαυρό», δε θυμάμαι κιόλας πως «μπουζούκι μού έμαθε ο γέρο Στέφανος Μιλάνος στο Βόλο» και τον σβήσαμε. Χαλάλι.


(Ά λ λ ο ι;)

Κοίτα, σχολή εμείς δεν έχουμε. Ο Στάθης (σ.σ. εννοεί τον τρίτο αδελφό Στάθη Μιλάνο, επαγγελματία μπουζουξή και δάσκαλο του μπουζουκιού στο Βόλο) έχει, αυτός διδάσκει, έχει βγάλει πολλούς. Μετά περνάνε από δω. Όποιος έρθει εδώ, και λίγο να γρατζουνάει, παίζει μαζί μας. Και λίγο-λίγο μαθαίνει, αποκτάει ρεπερτόριο, ακούει... Είναι σχολείο εδώ...

(Δ η λ α δ ή   μ α θ η τ έ ς   δεν  έ χ ε τ ε   α λ λ ά  κ ά π ο ι ο ι  σας  θ ε ω ρ ο ύ ν    δ α σ κ ά λ ο υς  τους!)

Έτσι.

(Ε δ ώ  στο   Β ό λ ο,  π ο ι ο ι   μ ο υ σ ι κ ο ί   υ π ή ρ χ α ν   π α λ ι ά;) 

Λαϊκοί; Μπουζουξήδες ήταν ο Στεργίου, ο Μπαξεβανόπουλος, στα Τρίκαλα ο Κίτσος (σ.σ. Τσιτσάνης), αλλά ερχότανε και στο Βόλο. Κι άλλοι.

(Δ ι σ κ ο γ ρ α φ ί α  ε ί χ α ν ε   α υ τ ο ί;)

Για να κάνεις δισκογραφία πρέπει να πας στην Αθήνα. Άντε, τώρα τελευταία μπορείς και στη Θεσσαλονίκη, αλλά παλιά όποιος ήταν για δίσκους έπρεπε να πάει στην Αθήνα. Να πας στο καφενείο των μουσικών, να πας στο μπαράκι του Μάριου, να γνωριστείς, να σε προωθήσουνε. Μόνο ο Ματζίρης, που ήτανε και πολύ φίλος μας και έγραψε και τη «Σκάλα του Μιλάνου», πρόλαβε και έκανε δίσκο (σ.σ. αναφέρεται στο δίσκο «Στο Βόλο και στη Λάρισα» με τους «Ανφά Γκατέ Ρεμπέτες» και συμμετοχή του ίδιου του Ματζίρη, που κυκλοφόρησε σε ανεξάρτητη παραγωγή το 1985 και επανεκδόθηκε σε CD από το Δήμο Βόλου το 2000).

(Γ ι α τ ί   δ ι ε υ κ ρ ι ν ί σ  α τ ε   τό  "λ α ι κ ο ί" ;    Ε ί χ α τ ε  σ χ έ σ η  και  με  ά λ λ ο υ ς ; ;

     
Ο Κάρολος είχε κιθαριστικό συγκρότημα που έπαιζε στο ραδιοσταθμό. Με τον Κεπενεκίδη, τον Τενόπουλο και άλλους.(Π ο ι ο ι    ε ί ν α ι   α υ τ ο ί;)
Ο Κεπενεκίδης ήτανε πολύ καλός κιθαρίστας. Κι ο Τενόπουλος επίσης. Αυτός τραγουδούσε κιόλας. Ελαφροί ήταν αυτοί.

(Με  τα  χ ρ ό ν ι α  που  έ ρ χ ο μ α ι  ε δ ώ ,  έ χ  ω  δει  το  ρ ε π  ε ρ τ ό ρ ι ο  σας  α ρ κ ε τ ά  κ α λ ά  και  μου έ χ ε ι  κ ά ν ε ι   ε ν τ ύ π ω σ η  που  π α ί ζ ε τ ε  τα   π ά ν τα.  Και  ε λ α φ ρ ά, και  δ η μ ο τ ι κ ά,  σ χ ε δ ό ν  ο τ ι δ ή π ο τ ε,  μ έ χ ρ ι  ξ έ ν α.  Πώς   ε π ι λ έ γ ε τ ε   τα     τ ρ α γ ο ύ δ  ι α;)

Παίζω ότι μού 'ρθει και μ' αρέσει εκείνη την ώρα. Βλέπω βέβαια κα ι τον κόσμο. Τ' αρέσει, το τραγουδάει; Έχει καλώς. Δεν τραγουδάει; Το αλλάζω...

(Το  κ ρ ι τ ή ρ ι ο  δ η λ α δ ή   ε ί ν α ι  να  το  τ ρ α γ ο υ δ ά ε ι  ο  κ ό σ μ ο ς;)

Ναι. Το τραγούδι πρέπει να τραγουδιέται. Εξόν από το σόλο βέβαια, τη λεζάντα.


(Η  Θ ε σ σ α λ ί α   έ χ ε ι  β γ ά λ ε ι    π ο λ λ ο ύ ς  στο  λ α ι κ ό   τ ρ α γ ο ύ δ ι:  Τ σ ι τ σ ά ν η ς,   Κ α λ δ ά ρ α ς , Μ πα κ ά λ η ς,  Β ί ρ β ο ς,  Κ ο λ ο κ ο τ ρ ώ ν η ς .   Πού  α π ο δ ί δ ε τ ε  το  γ ε γ ο ν ό ς    α υ τ ό;)

Δεν ξέρω γι' αλλού, αλλά εδώ μεγάλο ρόλο έπαιξε η ταβέρνα μας. Και στα Τρίκαλα το μαγαζί του Κίτσου. Ίσως...

(Δ η λ α δ ή;  Τι  ρ ό λ ο; ) 

Στο μαγαζί αυτό είχανε τα «ψιθυρίσματα» για να γίνουνε αυτό που γίνανε. Εδώ ακουγότανε λαϊκή μουσική και μπουζούκι. Και στου Κίτσου. Πού αλλού θα τ' ακούγανε εδώ στη Θεσσαλία; Παράδειγμα ο Μήτσος ο Πολίτης (σ.σ. επαγγελματίας μπουζουξής στο Βόλο τη δεκαετία του '60. Ο γιος του Γιάννης Πολίτης συνεχίζει με επιτυχία το επάγγελμα) που περνούσε απόξω και σταμάταγε να ακούσει και ξεχνιότανε με τις ώρες. Έγινε μπουζουξής επαγγελματίας. Αν δεν υπήρχε το μαγαζί θα γινότανε κάτι άλλο, μουσικός μπορεί, αλλά μπουζουξής, όχι. Σίγουρα.

(Ναι  α λ λ ά  και  α λ λ ο ύ  υ π ή ρ χ α ν ε  λ α ϊ κ ά  μ α γ α ζ ι ά.  Και  στην  Α θ ή ν α  και...)
 
Άκου. Εδώ ήτανε και το κλίμα έτσι. Ερχόντουσαν, γνωριζόμαστε, υπήρχανε φιλίες. Παράδειγμα σου λέω, και το συγκρότημα από δω μέσα το έκανε ο Κάρολος. Εδώ μαζευόντουσαν, πρίμα σεγόντα και βαρύτονοι, τραγουδάγανε στην αρχή εδώ και μετά παραέξω, φτάσανε στο ραδιόφωνο. Και τώρα έτσι γίνεται: πάνε στις σχολές και μαθαίνουνε μπουζούκι παραδείγματος χάριν, μετά έρχονται εδώ για εξάσκηση, φροντιστήριο να το πούμε, και μετά πάνε επαγγελματίες. Ξέρεις πόσοι μπουζουξήδες είναι από το Βόλο; Από δω μέσα περάσανε.

( Ό μ ω ς  δε  β ρ ί σ κ ω   ε ξ ή γ η σ η,  γ ι α τ ί   στο  Β ό λ ο; )
 
Στην Ήπειρο παίζουνε «Έπεσα κάτω, Κυραγιώργαινα». Ηπειρώτικα. Το ίδιο στα νησιά, παίζανε νησιώτικα. Το ίδιο παντού, σε κάθε τόπο. Εδώ δεν είχε τέτοια, είχε λαϊκά. Τι θα μαθαίνανε; Λαϊκά.

(Γ ν ω ρ ί ζ ε ι ς  τι   τ ρ α γ ο ύ δ ι α  π α ί ζ α ν ε  στις  τ α β έ ρ ν ε ς  τ ό τ ε,  στα  π α λ ι  ά;)

Κοίτα, παλιά παίζανε θεατρικά, ρομάντζες, καντάδες, τέτοια. Αυτά ήτανε τα λαϊκά τότε. Μετά ήρθανε τα τραγούδια με το μπουζούκι. Μετά το '25.

(Γ ι α τ ί   β ά ζ ε ι ς  το  1925;)

Τότε αρχίσανε οι δίσκοι. Περίπου, το στρογγυλεύω κιόλας. Πιο πριν, τα τραγούδια τα μαθαίνανε στόμα με στόμα. Και κάθε τόπος είχε τα δικά του. Μετά, με τους δίσκους ταξιδεύανε παντού τα τραγούδια. Σε κάθε τόπο πια δεν παίζανε μόνο τα δικά τους, τα ξέρανε όλα. Μάλλον τα πιο πολλά. Και στην αρχή των δίσκων, πάλι δεν είχανε μπουζούκια. Οι πρώτοι στους δίσκους ήτανε οι Μικρασιάτες και αυτοί είχανε σαντούρια και τέτοια. Τα μπουζούκια είναι πολύ μετά.

(Από την  ά λ λ η  ό μ ω ς,  στην  τ α  β έ ρ ν α  σας  υ π  ή ρ χ ε  μ π ο υ ζ ο ύ κ ι  πριν το  '25. Και  η  φ ω τ ο γ ρ α φ ί α  του  π α π π ο ύ  σας,  που  κ ρ α τ ά ε ι  μ π ο υ ζ ο ύ κ ι,  ε ί ν α ι  πριν το  1900, έ τ σ ι  δεν  ε ν α ι; )

Ναι, αλλά μιλάμε για τους δίσκους τώρα. Μπουζούκι πάντα υπήρχε. Δεν είχε βέβαια διαδοθεί πολύ, αλλά πάντα υπήρχε.

(Γ ι α τ ί  δε  δ ι α δ ό θ η κ ε; )

Ίσως επειδή μεταφερότανε δύσκολα. Δεν είχανε τότε αυτοκίνητα και τέτοια. Είναι ευαίσθητο το όργανο αυτό, δεν είναι σαν το κλαρίνο παραδείγματος χάριν που το παίρνεις και το πας.

( Π ο λ λ ο ί  σ υ ν δ έ ο  υ ν ε   το  μ π ο υ ζ ο ύ κ ι  με  τον  υ π ό κ ο σ μ ο.   Ί σ ω ς  γι'  α υ τ ό δε  δ ι α δ ό θ η κ ε...)    

Αυτά είναι καινούργια. Προπολεμικά είναι δηλαδή, αλλά για μας καινούργια. Εγώ σου λέω για παλιά. Το 1800, το 1850, τότε.

(Δ η  λ α δ  ή    οι   π α λ ι ο ί   που   λες   τι  τ ρ α γ  ο  ύ δ ι α  π α ί ζ α ν ε  στο  μ π ο υ ζ ο ύ κ ι;)

Δυστυχώς δεν ξέρω ακριβώς. Όταν ενδιαφέρθηκα να μάθω, είχανε πια πεθάνει όλοι. Κι ο παππούς, κι ο πατέρας. Άργησα... Πάντως ο πατέρας μας έλεγε πολλές φορές πως το πρώτο τραγούδι που έμαθε στο μπουζούκι από τον πατέρα του ήτανε η «Αντριάνα». Που λέει «πάρε με Αντριάνα μου να σε βοηθώ στη βρύση»; Αυτό.

(Α υ τ ό  ε ί ν α ι  κ α λ α μ α τ ι α ν ό,  δεν  ε ί ν α ι;  Σ α ν  δ η μ ο τ ι κ ό...)

Ναι, ναι. Τέτοια μάλλον θα παίζανε στις πολύ αρχές, δημοτικά. Έχω και το παλιό τετράδιο, όχι αυτά που έχουμε στο μαγαζί. (σ.σ. Οι Μιλαναίοι τραγουδάνε από στήθους περίπου 3.000 τραγούδια, ίσως και παραπάνω. Όμως υπάρχουν στο μαγαζί κάποια τετράδια με στίχους για κάποια τραγούδια που δεν τα λένε τόσο συχνά και δε θυμούνται τα λόγια καλά. Αυτή τη συνήθεια με τα τετράδια την άρχισε ο μπάρμπα-Στέφανος και τη συνέχισαν ο Κάρολος με το Νίκο. Σήμερα αυτά τα τετράδια αποτελούν κειμήλια του λαϊκού τραγουδιού, κυρίως επειδή περιέχουν πάρα πολλά σπάνια τραγούδια.)

(Α υ τ ό   ε ί ν α ι  π ο λ ύ  ε ν δ ι α φ έ ρ ο ν.  Από  π ό τε    λες  πως   ε ί ν α ι  α υ τ ό  το   τ ε τ ρ ά δ ι ο ;)
Πριν την ταβέρνα.

(Και  τι  τ ρ α γ ο ύ δ ι α  έ χ ε ι   ε κ ε ί;)

Θεατρικά, ρομάντσες, καντάδες, μαρς, δημοτικά. Απ' όλα έχει. Και ρεμπέτικα.

(Ε ί ν α ι  ε υ κ  α  ιρ ί α   να  ξ ε κ α θ α ρ ί σ ο υ μ ε  κ ά τ ι:  ά λ λ ο  το  λ α ϊ κ ό,  ά λ λ ο  το    ρ ε μ πέ τ ι κ ο;)

Ναι, βέβαια. Ρεμπέτικα είναι λίγα τραγούδια.

(Π ε ς     μου    έ  να    π α ρ ά δ ε ι γ μ α.)

Άστο, δεν παίζουμε εμείς τέτοια. Χασικλήδικα και τέτοια. Νάναι κανα βράδυ, να μην έχει πολύ κόσμο, να κλείσω τις πόρτες, μπορεί να πω ένα-δυο. Την «Καπνουλού» τα «Πέριξ», που το 'χω αλλάξει και λέω «πίνουν οι φλώροι το φραπέ». Ρεμπέτικο είναι οι «Καναβουριές». Τέτοια.

(Δ η λ α δ ή  αν  σε  ρ ω τ ή σ ε ι  κ α ν ε ί ς  τι  π α ί ζ ε τ ε,  τι  θα  του  π ε ι ς;)

Λαϊκά τραγούδια. Εδώ μέσα είναι η ιστορία του λαϊκού τραγουδιού. Όποιος έρχεται εδώ, ακούει και ζει την ιστορία του λαϊκού τραγουδιού.

(Ά λ λ ο  ό μ ω ς  ν ο μ ί ζ ε ι  ο  π ε  λ ά τ η ς  που  θ ά ρ θ ε ι  για  π ρ  ώ τ η  φ ο ρ ά,  ο   π ι τ σ ι ρ ι κ ά ς  που  α κ ο ύ ε ι  τ έ τ ο ι α  και...)

Ο πιτσιρικάς που λες κάπου έχει ακούσει ότι είναι δυο γεροντάκια στο Βόλο που παίζουνε σε ένα κουτούκι ογδόντα χρονών. Το ίδιο και όποιος άλλος έρθει απ' έξω, που δεν ξέρει. Αυτοί νομίζουνε πως θα δούνε δυο γεροντάκια να παίζουνε «ρε-ματζόρε» (σ.σ. εννοεί απλά ρεμπέτικα), σου λέει γεροντάκια είναι, τι να παίζουνε; Και έρχονται εδώ και ακούνε άλλα, διαφορετικά πράγματα. Παράδειγμα, εχτές παίζαμε τις «Χήρες». Τις ξέρεις;

(Έ ν α  ε π ι θ ε ω ρ η σ  ι α κ ό,  έ ν α   κ ο ρ ο ϊ δ ε υ τ ι κ ό  που λ έ ε ι  «ό λ ε ς  τις  χ ή ρ ε ς   π α ρ η γ ο ρ ώ»  και  τ έ τ ο ι α;)

Ναι, αυτό.

Από  σας  ε δ ώ  τ ό χ ω  α κ ο ύ σ ε ι  μ ό ν ο,  ό χ ι   α π ό  δ ί σ κ ο... 

Ακριβώς αυτό είναι. Όπου και να πας στην Ελλάδα, πουθενά δε θα τ' ακούσεις αυτό. Και πολλά άλλα, μόνο εδώ μέσα ακούγονται, μόνο εμείς τα παίζουμε πια. Κανείς άλλος δεν τα θυμάται.

(Και  χ ά ν ο ν τ α ι...)

Όχι «χάνονται», «χάθηκαν». Έχω ξεχάσει πολλά, πάνε αυτά, σβηστήκανε. Και άμα σβηστούν από δω, δεν υπάρχουν άλλοι να τα ξέρουνε.

(Ε σ ε ί ς  πού  μ ά θ α τ ε  τα  ό ρ γ α ν α;)
Από τον πατέρα.

(Α υ τ ό ς  από  πού  έ μ α θ ε  το  ό ρ γ α ν ο ;)

Από τον παππού. Κάθε Μιλάνος πρέπει να πιάσει μπουζούκι στα χέρια του μόλις περπατήσει. Μαζί τα μαθαίνουμε αυτά. Και τα παιδιά μου μάθανε πριν πάνε σχολείο. Όχι να παίζουνε, έτσι, ίσα-ίσα να γρατζουνάνε. Να παίζουνε μάθανε μετά, αλλά πάντως από μικρά.

(Δ η λ α δ ή,  Μ ι λ ά ν ο ι  και  μ π ο υ ζ ο ύ κ ι  π ά ν ε  μ α ζ ί.)

Από πάντα. Να ξέρεις, τέσσερα πράγματα δεν έλειψαν ούτε μια μέρα από εδώ μέσα: η καρδερίνα, οι γάτες, ο μαυροπίνακας και το μπουζούκι. Μόνο με τις γάτες έχουμε πρόβλημα τώρα τελευταία, φωνάζει ο αστίατρος και τις κλείσαμε πίσω στην αυλή. Δεν έχει πια μέσα στο μαγαζί γάτες, όλα τα άλλα όμως υπάρχουνε.

(Ξ α ν α γ υ ρ ν ά μ ε  στον  π α π π ο ύ  σας.  Α υ τ ό ς  πού   έ μ α θ ε  μ π ο υ ζ ο ύ κ ι ;) 

Ποιος ξέρει; Μια ιδέα, ίσως, να το έμαθε από την Ιταλία. Εμείς είμαστε από την Πορταριά, αλλά η καταγωγή δεν είναι από κει. Στη Ζάκυνθο έχουμε ακούσει είναι ένα χωριό που οι μισοί και πιο πολλοί είναι Μιλάνοι. Όλο λέμε να πάμε, αλλά δεν αξιωθήκαμε. Τώρα, πώς να πάμε, πότε θα πάμε; Τέλος πάντων, από αυτούς καταγόμαστε μάλλον. Και αυτοί οι κάτοικοι εκεί, μάλλον από την Ιταλία ήρθαν. Κάπως έτσι πρέπει να έφτασε το όργανο στον παππού, από κάποιον που το έμαθε στην Ιταλία.

(Κ α μ ι ά  σ χ έ σ η  δ η λ α δ ή  με  υ π ό κ ο σ μ ο, φ υ λ α κ έ ς  και τ έ τ ο ι α...)

                 Όχι βέβαια. Ο κόσμος τα πιστεύει αυτά, ίσως σε    περιπτώσεις να είναι σωστά, αλλά σε μερικές μόνο. Οι ρεμπετολόγοι τα βγάζουνε αυτά για νάχουνε δουλειά. Είδες, πέθανε ο Γενίτσαρης και ποιος το πήρε χαμπάρι; Γιατί δεν είχε «φαΐ».

(Δ η λ α δ ή;)

Δεν άφησε 50, 100, 200 τραγούδια, καμιά δεκαριά είχε όλα κι όλα.

(Και   τ ι  σ χ έ σ η  έ χ ε ι  α υ τ ό;)

Δεν έχει υλικό να ασχοληθούνε αυτοί με τις θεωρίες, οι τυμβωρύχοι. Και έτσι τον ξεχάσανε.

(Δεν τους  π ο λ υ σ υ μ π  α θ ε ίς  τους  ρ ε μ π ε τ ο λ ό γ ο υ ς   που  τους  λές. Έ τ σ ι;)

Άσε, τι να συμπαθήσω; Εξόν από τον Ηλία βέβαια (σ.σ. Εννοεί τον Ηλία Βολιότη-Καπετανάκη), που είναι καλό παιδί και σοβαρός. Κάνουμε παρέα μ' αυτόν, έχει γράψει για μας. Εδώ πιο κάτω έχει ο πατέρας του το μαγαζί του, χρόνια έρχεται στο μαγαζί.

(Και   ο  ά λ λ ο ς  Η λ ί α ς,   ο Π ε τ ρ ό π ο υ λ ο ς  ε ί  χ ε  γ ρ ά ψ ε ι  για  σας  από π α λ ι ά.)

Ναι, καλά. Ήρθε και μας πήρε τις φωτογραφίες και μετά τις χάρισε στη βιβλιοθήκη. Τις ζητήσαμε πίσω αλλά μπα, τίποτα. Και έχει η βιβλιοθήκη τη φωτογραφία του παππού μου κι εγώ την έχω σε φωτοτυπία. Ήθελε να πάρει και το μπουζούκι του πατέρα μου να το μετρήσει, να το ζυγίσει, ξέρω γω. Ζούσε τότε ο πατέρας μου και δεν τον άφησε μόνο του. Μαζί πήγανε και τα κάνανε αυτά. Και έτσι γλύτωσε τότε το μπουζούκι αυτό. Ξέρεις τι όργανο ήτανε αυτό; Με ξύλινα κλειδιά, παλαιάς κατασκευής, πρέπει να φτιάχτηκε πριν το 1850. Το θάψαμε μαζί με τον πατέρα μου. Πάει...

(Να   ξ α ν α γ υ ρ ί σ ο υ μ ε  στον  υ π ό κ ο σ μ ο  που  λ έ γ α  μ ε.  Δε ν  ε ί ν α ι  μ ό ν ο  θ ε ω ρ ί ε ς  α υ τ ά  τα   π ε ρ ί υ π ο κ ό σ μ ο υ.  Π ό σ ε ς  φ ο ρ έ ς  δεν  έ χ ε τ ε  πει  για  το  κ υ ν η γ η τ ό  στο  μ π ο υ ζ ο ύ κ ι και...)

Ναι, αυτά υπήρχανε.

(...και  τις  α π α γ ο ρ ε ύ σ ε ι ς  που  β γ ά ζ α ν ε  για  το  μ α γ α ζ ί   κ ι   ό λ α  α υ τ ά)
.
Κοίταξε, το μαγαζί ήτανε χαρακτηρισμένο για δυο λόγους: και για τα πολιτικά, και για το μπουζούκι. Ήταν ο πατέρας αριστερός και απαγορεύανε κάθε τόσο στον κόσμο να έρθει. Άλλο που μέσα στο μαγαζί δεν υπήρχανε πολιτικά, αυτοί δεν το ξέρανε αυτό.

(Δ η λ α δ ή  δεν  υ π ή ρ χ α ν ε  δ ε ξ ι ο ί   που  δεν  ε ρ χ ό ν τ ο υ σ α ν  ε π ε ι δ ή  ή τ α ν ε  α ρ ι σ τ ε ρ ό  το  μ α γ α ζ ί   ή   α ν τ ί σ τ ο ι χ α  α ρ ι σ τ ε ρ ο ί  που  ε ρ χ ό ν τ ο υ σ α ν  μ ό ν ο  και  μ ό ν ο  για  να  ε ν ι σ χ ύ σ ο υ ν ε   την  κ α τ ά σ τ α σ η;)

Όχι. Μπορεί μερικοί κάποιες φορές να θέλανε να 'ρθουνε και να φοβόντουσαν με τις απαγορεύσεις και τους χαρακτηρισμούς κι αυτά, αλλά όσοι ερχόντουσαν ήτανε για το τραγούδι το λαϊκό. Έχει τύχει να κάτσει στο παλιό μαγαζί στο ίδιο τραπέζι ο αρχηγός των ΕΑΣΑΔ του Βόλου με πολιτικό της ΕΔΑ που ήτανε και βουλευτής, με χρόνια εξορία κλπ. (σ.σ. Παλιότερα στη «Σκάλα» δεν υπήρχε η έννοια του «τραπεζιού» που υπάρχει σήμερα στα μαγαζιά αυτά. Στις καρέκλες που αντιστοιχούσαν σε κάθε τραπέζι καθόταν όποιος χωρούσε, άσχετα αν ήταν από πριν παρέα με όσους ήδη κάθονταν εκεί. Τα συγκεκριμένα πρόσωπα που αναφέρονται εδώ έκατσαν στο ίδιο τραπέζι επειδή έτσι χωρούσαν, όχι επειδή ήταν παρέα και εκτός μαγαζιού.)

(Και  το   κ υ ν η γ η τ ό  για  το  μ π ο υ ζ ο ύ κ ι; ) 

Υπήρχε πολύ κακή εντύπωση στον κόσμο και...

(Π ρ ο κ α τ ά λ η ψ η;)

Ακριβώς, προκατάληψη. Μπουζούκι τότε, μετά το '25, σήμαινε αλήτης, σήμαινε κακοποιό στοιχείο. Τη μεγάλη δουλειά την έκανε ο Παπαϊωάννου, που έβαλε σε δίσκο «να σου παίξω μπουζουκάκι» με ευγενική μελωδία και το τραγούδαγε όλη η Ελλάδα και έτσι είδανε ο κόσμος πως το μπουζούκι δεν είναι αλητεία. Από κει πήρε φόρα η δουλειά και δέχτηκε ο κόσμος το μπουζούκι. Είναι το πιο σημαντικό λαϊκό τραγούδι αυτό, η «Φαληριώτισσα».

(Τι  λες  για  σ ή μ ε ρ α;  Υ π ά ρ χ ο υ ν ε  σ ή μ ε ρ α   λ α ϊ κ ά  τ ρ α γ ο ύ δ ι α ;)

Μουσική στο σπίτι δεν ακούω. Είχα κασέτες, μου πήρανε και CD, δε βάζω ν' ακούσω. Μόνο ράδιο, όλη μέρα μουρμουράει. Ούτε τηλεόραση βάζω, καμιά Κυριακή και αν. Από αυτά λοιπόν που ακούω, φωνές καλές υπάρχουνε, όργανα καλά υπάρχουνε, τραγούδια δεν υπάρχουνε. Δε γράφουνε οι συνθέτες, δε δίνουνε λαϊκά τραγούδια στις φωνές που υπάρχουνε.

(Γ ι α τ ί  π ι σ τ ε ύ ε ις  πως   γ  ί ν ε τ α ι   α υ τ ό  σ ή μ ε ρ α;)

Ξέρω 'γω; Συμφέροντα; Τι να πω; Αυτά να τα ψάξετε εσείς οι γραμματισμένοι. Και να μου πείτε και μένα...

(Ε σ ε ί ς  π α ί ζ ε τ ε  π α λ ι ό τ ε ρ α  τ ρ α γ ο ύ δ ι α;)

Από τα πιο καινούργια, έμαθα τον «μακρυμάλλη» για να πειράζω κανέναν μαλλιά και το «μακρύ-μακρύ μου χέρι». Όλα τα άλλα που παίζουμε είναι πριν το '60, το '70. Από τα καινούργια τα πιο πολλά δεν τραγουδιούνται. Άσε που λένε βλακείες. Τι να παίξουμε στον κόσμο;
ΠΗΓΗ
ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟ ΛΑΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ  "Η Κλίκα"



Δεν υπάρχουν σχόλια: